Οι άγνωστοι Έλληνες υπερασπιστές της ελευθερίας (της Κυριακής Μπεϊόγλου)

0
393

 

της Κυριακής Μπεϊόγλου

«Το φθινόπωρο του 1936 βρίσκει τον Γιώργο Τσάκο να συχνάζει σε στέκια Ελλήνων μεταναστών και ναυτικών της Νέας Υόρκης. Συνήθως συναντιούνται στα γραφεία του «Σπάρτακου», μιας εργατικής λέσχης που έχουν δημιουργήσει οικονομικοί μετανάστες με πρωτεργάτη τον συνδικαλιστή Σταύρο Κουτόβα,  «κόκκινο Στιβ» τον φωνάζουν όλοι! Ο ισπανικός Εμφύλιος τους απασχολεί έντονα και υπάρχουν αιτίες. Ο εθνικισμός που απειλεί την ιβηρική ήδη έχει επιβληθεί στην Ελλάδα. Στις 4 Αυγούστου του 1936 ο διορισμένος από τον βασιλιά Γεώργιο Β´ πρωθυπουργός έχει αναστείλει πολλά άρθρα του Συντάγματος, ιδιαίτερα εκείνα που κατοχυρώνουν προσωπικές και συλλογικές ελευθερίες. Στη Νέα  Υόρκη ο Γιώργος Τσάκος θα πάρει τη μεγάλη απόφαση που έμελε να σημαδέψει καθοριστικά τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής του. Να ενταχθεί στις γραμμές των Διεθνών Ταξιρχιών για να πολεμήσει τους Ισπανούς εθνικιστές. Αρχές του χειμώνα εκείνης της χρονιάς, μαζί με εκατοντάδες ακόμα εθελοντές, θα ξεκινήσει το μεγάλο ταξίδι του για την Ιβηρική.»

Διαβάζοντας το βιβλίο του δημοσιογράφου Γιάννη Παντελάκη «Los Buenos Antifascistas, Η ιστορία των Ελλήνων εθελοντών του Ισπανικού Εμφυλίου μέσα από τα άγνωστα αρχεία των Διεθνών Ταξιαρχειών»(Θεμέλιο) σκέφτομαι κυρίως δυο πράγματα: Το μεγαλείο της ανθρώπινης αλληλεγγύης, όχι μεμονωμένα ή συμπτωματικά, αλλά μαζικά και οικουμενικά, και το τι μας συνέβη ώστε να φτάσουμε σήμερα  να βλέπουμε με δέος ανθρώπους που θεωρούσαν πως μια τέτοια συμπεριφορά ήταν αυτονόητη και επιτακτική για την συνειδησή τους. Βλέπετε, η ιστορία του βιβλίου δεν αφορά μόνο στον Γιώργο Τσάκο, που ίσως υπήρξε η αφορμή για την συγγραφή του, αφορά σε περισσότερους από τετρακόσιους Έλληνες και Κύπριους που μαζί με χιλιάδες εθελοντές από πενήντα τρεις χώρες έφτασαν στην πληγωμένη από τον Εμφύλιο Ιβηρική για να πολεμήσουν κατά του δικτάτορα Φρανθίσκο Φράνκο Μπααμόντε ή αλλιώς στρατηγού Φράνκο, ενός οπορτουνιστή που κατακερμάτισε την Ισπανία και παρέμεινε 35 χρόνια ως ύπατος δυνάστης της.

Το βιβλίο του Γιάννη Παντελάκη είναι μια πολύτιμη κατάθεση για τον αναγνώστη καθώς παράλληλα με εκείνη την εποχή εξιστορεί γεγονότα που συνέβαιναν στη χώρα μας και καθόρισαν σε ένα βαθμό την πορεία της μέχρι σήμερα. Ομολογώ πως πολλά από αυτά μου ήταν άγνωστα, ενώ άλλα πραγματικά με εξέπληξαν. Όπως ας πούμε το γεγονός πως το κατεξοχήν ελεύθερο πνεύμα της ελληνικής λογοτεχνίας, ο Νίκος Καζαντζάκης, απεσταλμένος ανταποκριτής της Καθημερινής  στην Ισπανία εκείνο τον καιρό, ήταν χαρούμενος γιατί έβλεπε τον Φράνκο σαν «έναν άνθρωπο αποφασισμένο και γαλήνιο, τέλειο όργανο της εποχής του, πειθαρχημένον εργάτη και συνεργάτη του φοβερού, ανήλεου καιρού που ζούμε». Βέβαια, ο Καζαντζάκης όπως αναφέρει ο Ασημάκης Πανσέληνος δεν ήταν ο μόνος που κράτησε μια τέτοια στάση εκείνα τα χρόνια. Πολλοί διανοούμενοι και η πλειονότητα του Τύπου εξέφραζαν τον ανυπόκριτο θαυμασμό τους για τον Φράνκο και τη « νέα Ισπανία» που ο στρατηγός ανασυγκροτούσε. Δύσκολο να καταλάβεις μεταγενέστερα, δίχως την χρονική συγκυρία μπροστά στα μάτια σου, αυτή την στάση τους. Μπορώ μόνο να σκεφτώ τον Πάμπλο Νερούδα συντετριμμένο από τον θάνατο του Λόρκα από να γράφει το « Η Ισπανία μες την καρδιά» και τον «Βομβαρδισμό» θλιμμένος να κοιτά γύρω του την καταστροφή που σπέρνουν οι φασίστες: Ποιος; στους δρόμους, ποιος, ποιος, ποιος; στη σκιά, στο αίμα, ποιος;

στην έκλαμψη, ποιος; ποιος; Πέφτει στάχτη, πέφτει σίδερο

και πέτρα και θάνατος και θρήνος και φλόγες,

ποιος, ποιος, ποιος, μάνα μου, ποιος, και πού;»

Και μπορώ, μέσα από αυτό το σημαντικό βιβλίο, να φανταστώ τον Γιώργο Τσάκο και τους άλλους εθελοντές να αφήνουν πίσω τους την ασφάλεια και την βόλεψη τους, και να ξεκινούν για να συναντήσουν στα πεδία της μάχης τους προοδευτικούς Ισπανούς που πολεμούσαν μέχρι θανάτου  ξέροντας πως είναι ανίσχυροι απέναντι στην πολεμική μηχανή του δικτάτορα. ‘No  pasaran’ θα πουν οι εθελοντές στους τελωνειακούς όταν έφτασαν, κι εκείνοι θα καταλάβουν. Και σήμερα, 80 χρόνια μετά, ένας Έλληνας δημοσιογράφος, μας ταξιδεύει  στο  μαρτυρικό  Albacete, προσπαθώντας να μας μεταφέρει στην ατμόσφαιρα εκείνης της εποχής και να μας διηγηθεί έπειτα από μια μεγάλη έρευνα την ιστορία του Γιώργου Τσάκου.  Με μια εξαιρετική δομή αφήγησης που σου κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον αναδεικνύεται για πρώτη φορά στα ελληνικά γράμματα η  παρουσία των Ελλήνων διεθνιστών που πολέμησαν την δικτατορία του Φράνκο.

Ο  Γιώργος Τσάκος γνώρισε και αγάπησε βαθειά την Llanos Moratalla. Ο Εμφύλιος και η σκληρότητα των καταστάσεων που ζουν στέκονται εμπόδιο στο να ζήσουν μαζί. Η αφήγηση της ιστορίας του είναι αδύνατον να αφήσει αδιάφορο τον αναγνώστη. Την αληθινή τους ιστορία που διαβάζουμε, διηγείται η Anastasia Tsackos Moratalla, η κόρη του Γιώργου και της Llanos που ζει στο Albacete. Λίγες μόνο θαμπές  εικόνες έχει στη μνήμη της από τον πατέρα της. Η ασπρόμαυρη φωτογραφία που τους τράβηξε ένας πλανόδιος φωτογράφος την μοναδική φορά που συναντήθηκαν ως οικογένεια έξω από ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης, είναι το πολύτιμο πειστήριο πως κάποτε έζησαν, πολέμησαν και αγαπήθηκαν οι γονείς της. Είμαστε τυχεροί που ο Γιάννης Παντελάκης έβγαλε στο φως τα άγνωστα ως τώρα αρχεία των Ελλήνων εθελοντών των Διεθνών Ταξιαρχιών. Έτσι γνωρίσαμε κι εμείς τους ‘’ωραίους αντιφασίστες’’ που έδειξαν εκείνη την δύσκολη στιγμή για μια ξένη χώρα τι σημαίνει αλληλεγγύη και αγάπη για την ελευθερία.

«Σύντροφοι τότε σας είδα,

και τα μάτια μου είναι μέχρι τώρα γεμάτα από υπερηφάνεια

γιατί σας είδα μέσα από το πρωί της ομίχλης να φτάνετε στο καθαρό μέτωπο της Καστίλιας

σιωπηλοί και σίγουροι

σαν καμπάνες πριν την αυγή,

γεμάτοι από μεγαλοπρέπεια και με γαλάζια μάτια να έρχεστε από μακριά και από μακριά,

να έρχεστε από τις δικές σας γωνιές, από τις δικές σας χαμένες πατρίδες

από τα δικά σας όνειρα

γεμάτοι από καμένη γλυκύτητα και όπλα

για να υπερασπίσετε την ισπανική πόλη όπου η στριμωγμένη η ελευθερία

ήταν έτοιμη να πέσει δαγκωμένη από τα θηρία.»

( Άφιξη στη Μαδρίτη της Διεθνούς Ταξιαρχίας, Πάμπλο Νερούδα)

 

 

Γιάννης Παντελάκης, Los Buenos Antifascistas, Θεμέλιο

Βρες το εδώ

Προηγούμενο άρθροΑστοί σε Απόγνωση (της Δέσποινας Παπαστάθη)
Επόμενο άρθροΖητήματα της πολιτικής σκέψης στην Ελλάδα (του Γιώργου Μ. Χατζηστεργίου)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ