Αστοί σε Απόγνωση (της Δέσποινας Παπαστάθη)

0
333

της Δέσποινας Παπαστάθη

 

Το Πρόσωπα σε απόγνωση (τίτλος πρωτότυπου: Desperate Characters, μτφρ. Ρένα Χατχούτ, Gutenberg, Αθήνα 2021, σ. 248) της αμερικανίδας συγγραφέως Paula Fox (1923-2017) είναι ένα λαμπρό μυθιστόρημα που κερδίζει το ενδιαφέρον του αναγνώστη από τις πρώτες κιόλας γραμμές του. Η Πόλα Φοξ πολυβραβευμένη συγγραφέας κυρίως παιδικής λογοτεχνίας, η οποία τιμήθηκε –ανάμεσα σε άλλα– το 1978 με το διεθνές βραβείο Hans Christian Andersen, έγραψε το Πρόσωπα σε απόγνωση το 1970, το οποίο δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά το 1980 από τις εκδόσεις Godine με επίμετρο της Irving Howe και επανεκδόθηκε το 1999 από τις εκδόσεις W.W. Norton με πρόλογο του Jonathan Franzen, ο οποίος συνοδεύει και την ανά χείρας έκδοση στην ελληνική γλώσσα. Η Shirley MacLaine ενσάρκωσε την κεντρική ηρωίδα του μυθιστορήματος το 1971 στην κινηματογραφική του μεταφορά, η οποία, ωστόσο, δεν ικανοποίησε τη συγγραφέα του βιβλίου μιας και της έλειπε, όπως χαρακτηριστικά δήλωσε σε συνέντευξή της, η «αναγκαία βαρύτητα».

Μπρούκλιν, δεκαετία του ’60. Η Σόφη και ο Ότο Μπέντγουντ είναι ένα ζευγάρι μορφωμένων, καλλιεργημένων μεγαλοαστών Αμερικανών που ζουν μέσα σε ένα πολυτελές και προστατευμένο από κάθε άποψη περιβάλλον:

«Ο κύριος και η κυρία Ότο Μπέντγουντ τράβηξαν τις καρέκλες τους ταυτόχρονα. Καθώς κάθισε, ο Ότο κοίταξε το ψάθινο καλάθι που περιείχε φέτες γαλλικό ψωμί, μια πήλινη γάστρα γεμάτη σοταρισμένα συκωτάκια κοτόπουλου, ξεφλουδισμένες ντομάτες σε φέτες πάνω σε μια οβάλ προρσελάνινη μπλε και άσπρη πιατέλα που η Σόφη είχε βρει σ’ έναν αντικέρ στο Μπρούκλιν Χάιτς, και ριζότο μιλανέζα σ’ ένα πράσινο κεραμικό μπολ. Ένα δυνατό φως, μαλακωμένο κάπως από το χρωματισμό γυαλί ενός αμπαζούρ Τίφανι, έπεφτε πάνω σ’ αυτό το γεύμα. […] η παλιά συρόμενη πόρτα που κάποτε χώριζε τα δύο δωμάτια του ισογείου είχε αφαιρεθεί εδώ και πολύ καιρό, κι έτσι, αν οι Μπέντγουντ γύριζαν ελαφρά, θα μπορούσαν να δουν σε όλο του το μήκος του λίβινγκ-ρουμ τους, όπου, αυτή την ώρα, ένα φωτιστικό δαπέδου με ένα αμπαζούρ που έμοιαζε με μισή λευκή σφαίρα ήταν πάντα αναμμένο, και θα μπορούσαν, αν ήθελαν, να δουν τις παλιές κέδρινες σανίδες του πατώματος, μια βιβλιοθήκη που είχε, ανάμεσα σε άλλους τόμους, τα άπαντα του Γκαίτε και δύο ράφια με Γάλλους ποιητές, αλλά και την καλογυαλισμένη γωνία ενός βικτοριανού σεκρετέρ».[1]

Η φαινομενικά καλοβαλμένη καθημερινότητά τους είναι πολύ περισσότερο εύθραυστη απ’ όσο φαντάζονται ακόμα και οι ίδιοι οι ήρωες. Ένα τυχαίο γεγονός –τη Σόφη την δαγκώνει μια αδέσποτη γάτα την ώρα που την ταΐζει και τη φροντίζει στοργικά– πυροδοτεί αλυσιδωτές αντιδράσεις υστερίας, υπέρμετρης αγωνίας, καχυποψίας, ταξικού μίσους, άρνησης της πραγματικότητας, επώδυνης ενδοσκόπησης, που ωθούν τους ήρωες στην αναζήτηση της ταυτότητάς τους και στον επαναπροσδιορισμό της μεταξύ τους σχέσης. Η άρνηση ακολουθεί τη Σόφη και τον Ότο σε όλες τις σκέψεις και τις αποφάσεις τους:

 

« “Σόφη; Τι συνέβη;”

“Τίποτα”, είπε. “Πάω να ετοιμάσω το τσάι τώρα”. […]

Όρθια μπροστά στον νεροχύτη της κουζίνας, σφίγγοντας τα χέρια της, μονολογούσε ότι δεν ήταν τίποτα. […]»

 

Αυτό το «τίποτα» καθορίζει τη στάση της ηρωίδας απέναντι στο σύζυγο, τους φίλους, την εργασία, τον ίδιο τον εαυτό της, δίνοντας περιεχόμενο στην απόγνωση που τη διακρίνει. Αναζητώντας καθ’ όλη τη διάρκεια του έγγαμου βίου της τη στοργή, την αγάπη, την ουσιαστική επικοινωνία με τον σύντροφό της, η Σόφη θα βρει μόνο τη σιωπή. Ακόμα κι όταν αποκαλυφθεί στον αναγνώστη ο κρυφός ερωτικός δεσμός της με έναν πελάτη του συζύγου της, από τις λίγες τρυφερές και συναισθηματικά φορτισμένες ερωτικές σκηνές του μυθιστορήματος, η Σόφη θα καταλήξει ξανά στο «τίποτα» και στο κενό:

«Αργότερα, σε μια εποχή που δεν υπήρχε χώρος στις σκέψεις της για οτιδήποτε πέρα από μια αμείλικτη ψυχαναγκαστική ανάμνηση, μια διεστραμμένη επιθυμία να υποτιμήσει την τρυφερότητα που είχε νιώσει γι’ αυτόν την είχε κάνει να προσπαθήσει να πειστεί ότι όλα αυτά ήταν ένας κουρασμένος αισθησιασμός της μέσης ηλικίας. Και πως είχε καταλήξει να απεχθάνεται εκείνη τη φιλικότητα που κάποτε της έδινε τόση απόλαυση! […]

Ο δεσμός τους μετρούσε μόνο μερικές εβδομάδες όταν εκείνη άρχισε να υποφέρει από έντονες στιγμές αυτοκριτικής στις οποίες έβλεπε τον εαυτό της σαν κορόιδο, το κορόιδο. Οι εναλλασσόμενες κρίσεις για τον εαυτό της της αποκάλυψαν πως ο δεσμός της με τον Φράνσις την είχε σπρώξει βίαια μέσα στον εαυτό της. Επιτρέποντας στον εαυτό του ν’ αγαπηθεί από κείνη, της είχε δείξει την ανθρώπινη μοναξιά».[2]

Από την άλλη πλευρά, ο Ότο ενσαρκώνει τον μεγαλοαστό Αμερικανό στο δεύτερο μισό του 20ου αι. που το κύριο μέλημά του είναι η επαγγελματική, κοινωνική καταξίωση και η οικονομική ευρωστία. Εγκλωβισμένος στην ψευδαίσθηση της ασφάλειας που του παρέχει η αστική φούσκα που έχει δημιουργήσει ο Ότο αρνείται να δει και να κατανοήσει οτιδήποτε εκτός αυτής. Ο έξω κόσμος είναι γεμάτος από σκουπίδια, κόπρανα, ξερατά και έγχρωμους που πετάνε τα πάντα στον δρόμο για διασκέδαση, που είναι εν δυνάμει κλέφτες, απατεώνες, εγκληματίες. Από την άποψη αυτή δικαιώνεται πλήρως η κρίση του Jonathan Franzen πως το Πρόσωπα σε απόγνωση είναι «ένα μυθιστόρημα που υπερέχει εντυπωσιακά κάθε άλλου ρεαλιστικού αμερικανικού μυθιστορήματος μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο»[3]. Η Fox φιλοτεχνεί με έντονα χρώματα και συνάμα με νηφαλιότητα το πορτρέτο της μεταπολεμικής αμερικανικής αστικής κοινωνίας. Η Σόφη και ο Ότο είναι χαρακτήρες οικείοι, γνώριμοι, εύκολα αναγνωρίσιμοι ακόμα και από τον σημερινό αναγνώστη. Η συγγραφέας πραγματεύεται την απώλεια, την απόγνωση, την εγκατάλειψη, την ψυχολογική κατάρρευση, το συναισθηματικό κενό, καθώς και την ψευδαίσθηση της ταξικής ανωτερότητας, αποκαλύπτοντας τι πραγματικά συμβαίνει κάτω από την επιφάνεια των πραγμάτων. Την κάπως απλοϊκή, χωρίς ιδιαίτερες περιπέτειες και εκπλήξεις πλοκή του μυθιστορήματος, εξισορροπεί ο ρεαλισμός των γλωσσικών επιλογών της Fox, που αποδίδονται δεξιοτεχνικά στην ελληνική μετάφραση από τη Ρένα Χατχούτ, και η ικανότητα της συγγραφέως να ψυχογραφήσει σε βάθος τους ήρωές της, αποδίδοντας τις πλέον μύχιες σκέψεις και τα ανομολόγητα συναισθήματά τους.

 

Σημειώσεις:

 

[1] Paula Fox, Πρόσωπα σε απόγνωση, μτφρ.: Ρένα Χατχούτ, εισαγωγή: Jonathan Franzen, Gutenberg, Αθήνα 2021, α. 23-24.

[2] Στο ίδιο, σ. 103 και 105.

[3] Jonathan Franzen, «Δεν έχει τελειωμό: Ξαναδιαβάζοντας το Πρόσωπα σε απόγνωση», στο: Paula Fox, Πρόσωπα σε απόγνωση, ό.π., σ. 17-18.

 

 

Paula Fox, Πρόσωπα σε απόγνωση, μτφρ.: Ρένα Χατχούτ, εισαγωγή: Jonathan Franzen, Gutenberg

Βρες το εδώ

Προηγούμενο άρθροΗ Μέση Ανατολή μετά το χάος (του Νίκου Χριστοφή)
Επόμενο άρθροΟι άγνωστοι Έλληνες υπερασπιστές της ελευθερίας (της Κυριακής Μπεϊόγλου)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ