Ο μισός μου καπετάνιος

0
199

 

 

Σοφοκλής Ρόκος.

Τα κορακάτα μαλλιά και τα κρασάτα μάτια δε σ’ άφηναν να το υποψιαστείς. Το στόμα λίγο ίσως. Ειδικά όταν χαμογελούσε. Άφηνε να φανεί ένα κενό στη θέση των δοντιών, ερειπωμένο στόμα. Αλλά δε χαμογελούσε συχνά . Όχι με τα χείλη. Με τα μάτια ναι.

Ψάρευε τις νύχτες κι ήθελε την ησυχία του, δεν γύριζε καν την πλάτη, όταν τον φώναζες, σαν ήταν μέσα στη βάρκα. Κι εμένα ακόμα δε μου μίλησε, δε μου έγνεψε καν ένα γεια, έτσι που τον φώναζα από ψηλά από την Παναγιά. Σα να μην άκουγε τίποτα.

Σ’ άκουγα, μου είπε μετά που τον ρώτησα, όταν ψαρεύεις όμως δεν μπορείς να γυρίσεις ούτε για λίγο, δεν έχεις χρόνο, σού  ‘φυγε το ψάρι και άντε μετά να το κυνηγάς.

Η φιγούρα στην άκρη της κουζίνας συνέχιζε να τρίβει την πόρτα του ψυγείου κι έπειτα την πόρτα του διπλανού ντουλαπιού. Μεσόκοπη την υπολόγισα.  Μ΄ έπιασε η ανάσα μου από την χλωρίνη. Όσο μιλούσαμε έτριβε χωρίς σταματημό με πείσμα και προσήλωση. Δεν μου την είχε συστήσει κανείς και δεν επρόκειτο. Δεν της απηύθυνε κανείς το λόγο. Μου το είχαν ξεκαθαρίσει αυτοί που μου σύστησαν τον καπετάνιο. Αν τη δεις μην της μιλήσεις δεν πάει καλά, δηλαδή τι δεν πάει καλά, είναι μπιτ για μπιτ τρελή.

Μας σέρβιρε την ψαρόσουπα η εγγονή. Αυτή είναι η νοικοκυρά πια εδώ μέσα, μου είπε γελώντας πάντα με τα μάτια ο καπετάνιος.

Κατάπια την ερώτηση για την άλλην τη μεσόκοπη.

-Είχα ένα υπέροχο σκυλί άσπρο με μαύρες βούλες. Δαλματίας. Όταν αρρώστησα μου το ΄φαγε αυτή. Όσο ταξίδευα στα μεγάλα καράβια όλα ήταν καλά. Μετά, άστα με τρέλανε, αυτή μ’ αρρώστησε.

Δε ρώτησα ποια αυτή.

-Μείνε λίγο πάρα πάνω θέλω να σε βλέπω. Αχ ομορφιές που μου φέρνει η θάλασσα.

Με σέρβιρε κι άλλο κρασί και ήταν μυρωδάτο.

Τον κοίταξα κατάματα. Δεν κατέβασε τα μάτια του, ήταν δυνατός είχαν πει οι γιατροί που τον παρακολουθούσαν μετά το εγκεφαλικό. Ήπια κι άλλο και θόλωσα, άρχισα να χάνομαι σιγά -σιγά.

Πλησίασα και άγγιξα τα μαλλιά και το δέρμα εκεί κοντά στο στόμα. Η μυρωδιά της χλωρίνης μπορεί να ήταν ακόμη εκεί, μα δεν την ένιωθα πια. Μετά έβαλα το χέρι μου στο δεξί μπράτσο, το ένιωσα νεκρό. Έσυρα το χέρι μου στην πλάτη του έφτασα στο αριστερό μπράτσο. Το ένα του χέρι κινήθηκε και το ένιωσα να με πιάνει από τη μέση, να κατεβαίνει πιο χαμηλά, το άλλο ακίνητο.

Θυμήθηκα το  δικό μου σκύλο στο χωριό, όταν ήμουν έφηβη. Ήταν παράλυτος από τη μέση και κάτω μετά από τροχαίο. Του είχαμε βάλει ένα καροτσάκι αντί για πίσω πόδια, τον ακούγαμε να σούρνει τις ρόδες του τρέχοντας στους τσιμεντένιους δρόμους. Ήταν κι αυτός δυνατός.

Προηγούμενο άρθροΚαι ο διάλογος για το παιδικό βιβλίο συνεχίζεται
Επόμενο άρθροΠέθανε η εκδότρια Μάγδα Κοτζιά

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ