Και ο διάλογος για το παιδικό βιβλίο συνεχίζεται

2
157

της Μαρίζας Ντεκάστρο.

Πολλές από τις απόψεις που διατυπώθηκαν στο δημόσιο διάλογο για το παιδικό βιβλίο, και δημοσιεύτηκαν στον Αναγνώστη, απηχούν λίγο ως πολύ τις απόψεις της πλειοψηφίας των δημιουργών του, ιδιαίτερα της νεότερης γενιάς. Ανεξάρτητα από το τι πραγματικά συμβαίνει στο χώρο του παιδικού βιβλίου, όλοι όσοι πήραν μέρος φαίνεται να συμφωνούν ότι

– πρέπει να εκλείψει ο διδακτισμός και τα κάθε λογής στερεότυπα που κρύβονται επιμελώς ή ασυνείδητα στα κείμενα και στις εικονογραφήσεις

– η γλώσσα να μην είναι απλοϊκή και εξεζητημένη

– τα παιδικά/νεανικά βιβλία είναι καλό να συνάδουν με τις εμπειρίες και τα βιώματα των αναγνωστών τους, να ενισχύουν τη φαντασία, να προάγουν αξίες, να είναι ανατρεπτικά και να έχουν χιούμορ, να μη μεταφέρουν μονοδιάστατα μηνύματα

– η εικονογράφηση να καλλιεργεί την αισθητική, να δημιουργεί μια διαλεκτική σχέση ανάμεσα στην εικόνα και το κείμενο

– η αναγνωστική κουλτούρα ξεκινάει από το σπίτι με το παράδειγμα των γονιών-αναγνωστών

– η κριτική σχολιάστηκε ως ‘απούσα’, ‘εμπαθής’ αλλά και ‘βοηθητική’ προς το κοινό και τους δημιουργούς.

Επειδή ως κριτικός εμπλέκομαι, καταθέτω την προσωπική μου άποψη για τη λειτουργία της κριτικής.

Αξιολογώ ένα βιβλίο σημαίνει κρίνω κατά πόσον καινοτομεί θεματολογικά, ιδεολογικά και αισθητικά και κατά πόσον διευρύνει τους ορίζοντες των αναγνωστών στους οποίους απευθύνεται.

Από τα δεκάδες βιβλία που κυκλοφορούν, ο κριτικός επιλέγει εκείνα που εγείρουν θέματα προς συζήτηση. Αυτά δηλαδή που είτε έχουν να πουν κάτι διαφορετικό, καινούριο και ενδιαφέρον στους αναγνώστες, είτε άλλα τα οποία κρύβουν όλα εκείνα τα αρνητικά που διαβάζουμε, στα παιδικά βιβλία στην περίπτωσή μας, και για τα οποία φάνηκε πως συμφωνούμε.

Είναι γεγονός ότι συζητιέται πως η κριτική είναι κατ’ όνομα ‘κριτική’ και ότι αποτελεί κομμάτι των δημοσίων σχέσεων μεταξύ των συντελεστών του βιβλίου και του κριτικού. Δεν είναι ο κανόνας, αλλά ενδέχεται να συμβαίνει. Το βέβαιο είναι πως σ’ αυτή την περίπτωση τις περισσότερες φορές δεν πρόκειται για κριτικές που αξιολογούν το βιβλίο. Είναι απλές ‘βιβλιοπαρουσιάσεις’ και μάλιστα πάρα πολλές γραμμένες σε υπερθετικό βαθμό. Αυτό που κάνουν οι βιβλιοπαρουσιάσεις- το λέει η λέξη- είναι να παρουσιάζουν/ ενημερώνουν για τις νέες κυκλοφορίες. Ωστόσο διαβάζοντάς τις, και θεωρώντας ότι ενέχουν θέση κριτικής, δημιουργείται η εντύπωση ότι στην Ελλάδα γράφονται μόνον αριστουργήματα. Ας μάθουμε να τις ξεχωρίζουμε!

Ακόμα, παρόλο που ο κριτικός δικαιούται ως αναγνώστης να έχει αναγνωστικές προτιμήσεις όπως όλοι, και παρόλο που πολλοί κριτικοί συνεργάζονται με εκδοτικούς οίκους εκδίδοντας τα δικά τους βιβλία (για παράδειγμα η γράφουσα), το ‘μ’ αρέσει’ ή ‘δεν μ’ αρέσει’ δεν έχει θέση στην κριτική, ούτε έχουν θέση προσωπικές συμπάθειες προς συγγραφείς /εικονογράφους/ εκδότες.

Το να καταλογίζονται κρυφές σκοπιμότητες στον κριτικό (όπως ανεντιμότητα η οποία μεταφράζεται σε ποικίλα προσωπικά οφέλη) είναι τουλάχιστον ανήθικο.

Όταν γράφονται κριτικές – ομολογουμένως ελάχιστες- και όταν επισημαίνουν αδυναμίες, δηλαδή κρίνουν αρνητικά, εκλαμβάνονται ως πισώπλατο χτύπημα. Στον περιορισμένο χώρο του παιδικού βιβλίου, χρειάζεται θάρρος να αναλάβεις την ευθύνη να γράψεις αρνητικές κριτικές. Στην πορεία των 20 ετών που γράφω κριτική παιδικού βιβλίου, μόνο 4 δημιουργοί με επέπληξαν, αλλά κανένας εκδότης- και αυτό είναι προς τιμήν τους. Για την ιστορία και μόνον αναφέρω ότι 2 φορές εκδότες μου προτείναν να μη δημοσιεύσω εάν επρόκειτο  να γράψω αρνητικά.

Το παιδικό βιβλίο δεν μπορεί να μείνει έκτος κριτικής. Κριτικές δημοσιεύονται για τους πάντες και τα πάντα σε κάθε χώρο δημιουργίας με απώτερο σκοπό να συμβάλουν στην εξέλιξη των δημιουργών και του είδους επισημαίνοντας το καινούργιο που φέρνει ένα έργο ή τις αδυναμίες του.Όσον αφορά στο βιβλίο, κουβέντες του τύπου ‘οι αναγνώστες ξέρουν’, ‘χιλιάδες πωλήσεις’ είναι συνήθως κουβέντες του αέρα. Η ποιότητα των βιβλίων δεν προσμετράται κατ’ αυτό τον τρόπο.Υπάρχουν πολλοί και διαφορετικοί παράγοντες που ορίζουν την ποιότητα και τις κυκλοφορίες – ως προς το τελευταίο αναφέρουμε ενδεικτικά τις αναγνωστικές συνήθειες, τη θεματική τυποποίηση, τη στερεοτυπική γραφή, τις αναγνωστικές μόδες, θέματα που αναμφίβολα χρήζουν περαιτέρω ανάλυσης. Στα παραπάνω συμπεριλαμβάνουμε και το σύστημα προώθησης και γνωριμίας του κοινού με τα βιβλία μέσω των εκδηλώσεων, των δώρων, των διαγωνισμών.

Ας φύγουμε για μια στιγμή από τη μικρή ελληνική αγορά κι ας μιλήσουμε για ποιότητα και κυκλοφορίες εκατομμυρίων αντιτύπων.Δύο περιπτώσεις: Οι πενήντα αποχρώσεις του γκρι και ο Χαρι Πότερ. Και τα δύο έγιναν παγκόσμια best sellers, αλλά η κριτική έθαψε το πρώτο (σε ελληνικά έντυπα άρθρα των Ν. Μπακουνάκη, Μ. Χαρτουλάρη, Δ. Κούρτοβικ, Κ. Σχοινά, κ.ά. ) και εκθείασε το δεύτερο. Η κριτική ασχολήθηκε με αυτά τα βιβλία γιατί πιστοποίησε ότι δημιούργησαν μία νεα τάση και άρα άξιζε να αποτελέσουν αντικείμενο της κριτικής.

Η κριτική, είτε θετική είτε αρνητική, αναδεικνύει λοιπόν γενικότερα ζητήματα. Ο κριτικός, ως συστηματικός αναγνώστης, οφείλει να γνωρίζει τα βιβλία σε βάθος χρόνου και κατά συνέπεια να μπορεί να διακρίνει τάσεις και τομές στη θεματολογία, την ιδεολογία, την αισθητική.

Για να γίνει πιο σαφής η λειτουργία της κριτικής θα δώσουμε δύο παραδείγματα, και τα δύο θετικά:Το Καπλάνι της βιτρίνας (1η έκδοση 1963) της Άλκης Ζέη, έκανε τομή στην ελληνική παιδική λογοτεχνία επειδή παραβίασε και κατάρριψε πολλά στεγανά, και πρώτα απ’ όλα το μύθο ότι τα κοινωνικά ζητήματα και η πολιτική ξεπερνούν την αντίληψη των παιδιών.Τα βιβλία για παιδιά που εκδίδονταν πριν από Το καπλάνι ήταν βιβλία ηθικοπλαστικά, προετοίμαζαν με το διδακτισμό τους την πορεία προς την ενήλικη ζωή και απάλειφαν όλες οι δυσκολίες που θα μπορούσαν να διαταράξουν τους τρυφερούς αναγνώστες. Με Το καπλάνι άνοιξε ο δρόμος στους μετέπειτα συγγραφείς για μια νεοτερική προσέγγιση του κοινωνικού μυθιστόρηματος για παιδιά. Δημιουργήθηκε ένα ρεύμα που πραγματεύτηκε ανέγγιχτα θέματα μέχρι εκείνητην εποχή (μερικά από αυτά: εμφύλιος, ρατσισμός, ενδοοικογενειακές σχέσεις, εφηβικά προβλήματα…) και ανέδειξε τολμηρούς συγγραφείς όπως οι Ζωρζ Σαρρή, Λότυ Πέτροβιτς- Ανδρουτσοπούλου, Μαρούλα Κλιάφα, Λίτσα Ψαραύτη, Ελένη Σαραντίτη, Παντελής Καλιότσος, Μάνος Κοντολέων, κ.ά.

Πολλά τα επίπεδα καινοτομίας στο έργο του Εύγενιου Τριβιζά, με πρώτα τη χρήση της γλώσσας και την εισαγωγή στα παιδικά αναγνώσματα του χαρακτηριστικού σουρεαλισμού της παιδικής ηλικίας, ο οποίος δεν είχε μέχρι εκείνη την εποχή αξιοποιηθεί λογοτεχνικά. Πάμπολλοι Έλληνες συγγραφείς επηρεάστηκαν από τη γραφή του Τριβιζά με αποτέλεσμα (εδώ η αρνητική κριτική επισήμανση) να χαθεί η καινοτομία λόγω κατάχρησης.Τα τρία μικρά λυκάκια (1η έκδοση 1994), με την ευφυή αντιστροφή του γνωστού παραμυθιού, έγιναν κλασικά επειδή αποτέλεσαν την αφετηρία για το ξανακοίταγμα της έννοιας ‘στερεότυπο’ και ώθησαν νεότερους συγγραφείς να την επεξεργαστούν. Όλα εκείνα που γράφτηκαν και διαβάζουμε – από το δικαίωμα στη διαφορά του Τριγωνοψαρούλη και την αποδοχή όλων των ατομικών ιδιομορφιών έως την εικόνα του ξένου στην κοινωνία, τις σχέσεις των δύο φύλων, τους φόβους και τον εκφοβισμό, τα περιβαλλοντικά προβλήματα, την οικογένεια, τις κοινωνικές συγκρούσεις και άλλα πολλά, όλα έχουν σχέση με τις ανατροπές των κοινωνικών στερεοτύπων. Ο Τριβιζάς δεν ήταν προφανώς ο μόνος που έφερε την ανατροπή στην ελληνική παιδική λογοτεχνία στη δεκαετία του ’90, αλλά  ήταν πρωτοπόρος.

Τέλος, όσον αφορά στα βιβλία για παιδιά και νέους, η κριτική απευθύνεται αποκλειστικά στους ενηλίκους που προμηθεύουν τα παιδιά με βιβλία. Στο διάλογο μέσω της ιστοσελίδας του Αναγνώστη πήραν μέρος συγγραφείς, εκπαιδευτικοί και μόνον δύο εικονογράφοι. Κρίμα γιατί οι εικονογράφοι είναι συνδημιουργοί και οι απόψεις τους μετρούν!

 

Ο Αναγνώστης ευχαριστεί όλους!

Προηγούμενο άρθροΠέθανε ο Εντουάρντο Γκαλεάνο (και μια συνέντευξη)
Επόμενο άρθροΟ μισός μου καπετάνιος

2 ΣΧΟΛΙΑ

  1. Ο Μάνος Κοντολέων μας έστειλε την ακόλουθη επισήμανση: Τα τρία μικρά λυκάκια δεν ήταν το πρώτο παραμύθι που ανέτρεπε το στερεότυπο. Από το 1982, κυκλοφορούσε το “Η Άννα και το τζιτζίκι” όπου εκεί υπάρχει η αντιστροφή του στερεοτυπικού διδύμου τζίτζικας και μέρμηγκας. Το συγκεκριμένο, μάλιστα, παραμύθι, είχε δει για πρώτη φορά το φως της δημοσιότητας σε ένα από τα πρώτα τεύχη του Ροδιού.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here