Ο Καρυωτάκης, η Ντεκαντάνς, η αυτοκτονία (της Βαρβάρας Ρούσσου)

0
7436
Spread the love

της Βαρβάρας Ρούσσου

Πώς μπορεί να αιτιολογηθεί η επιστροφή στον Καρυωτάκη της Χριστίνας Ντουνιά, δεινής φιλολόγου και μελετήτριας, κυρίως της λογοτεχνίας των δεκαετιών 1920-1930; Γιατί ένα ακόμη βιβλίο για τον ποιητή;

Μόλις τους πρώτους μήνες του 2025 κυκλοφόρησε από τις ΠΕΚ ο τόμος με  επιλογή κριτικών κειμένων για τον Καρυωτάκη, σε επιμέλεια Έλλης Φιλοκύπρου και ήρθε να προστεθεί σε ένα ήδη πολυδιάστατο πεδίο έρευνας και μελέτης σχετικά με το καρυωτακικό έργο. Αφενός οι (σχεδόν) σύγχρονες με τον ποιητή κριτικές και παλαιότερες εργασίες σχετικά με την πρόσληψή του που υπήρξαν καθοδηγητικές (π.χ. Άγρας 1934/35, Δημαράς 1938 κ.ά.) αφετέρου οι νεότερες μελέτες, γενικότερες και ειδικές (Παπάζογλου 1988, Φιλοκύπρου 1992/2009, Αγγελάτος 1994 και 2020 κ.ά.), συμπεριλαμβανομένων και αυτών της ίδιας της Ντουνιά (2001 και αριθμός άρθρων/ανακοινώσεων 1996-2024).

Η πιο γρήγορη απάντηση στα παραπάνω ερωτήματα, η σχεδόν αυτονόητη, είναι ότι ο Καρυωτάκης δεν παύει ποτέ να μας προκαλεί το ενδιαφέρον, δεν παύει ποτέ να μας αφορά, μιας και πρόκειται, μαζί με τον Καβάφη, για εξαιρετικά επιδραστικούς και πάντα απόλυτα «μοντέρνους» ποιητές.

Η Ντουνιά λοιπόν επανέρχεται σε έναν ποιητή και μια εποχή που τα γνωρίζει πολύ καλά για να επεκτείνει ό,τι είχε ξεκινήσει ήδη από το 2001[1]: με αναθεωρημένο υλικό, συνθετικό τρόπο και αφηγηματική ικανότητα, που τα παρακολουθήσαμε και στο Αργοναύτες και σύντροφοι, χαρτογραφεί τις συνθήκες στις οποίες έχει παραχθεί η αδέσποτη καρυωτακική τέχνη του πρώτου βλάσφημου (κατά Λεοντάρη) Έλληνα λογοτέχνη και την ποιητική του πορεία από τους πρώτους νεανικούς στίχους (1913-16) έως τα τελευταία πεζά κείμενα και το αυτοκτονικό σημείωμα.  Όπως υπόσχεται η Ντουνιά, ήδη στην Εισαγωγή, το βιβλίο ανανεώνει με νέα δεδομένα την αντιμετώπιση του καρυωτακικού έργου. Και στα τέσσερα κεφάλαια τα νέα στοιχεία αφορούν στο ιδεολογικό, κοινωνικό πλαίσιο στην γενεαλογία και τις συγγένειες του ποιητή αλλά και την προσωπική του εξέλιξη έντονα επηρεασμένη από το εργασιακό και κοινωνικό περιβάλλον του και φυσικά με αντανάκλαση στο έργο του. Ο Γιάννης Μπασκόζος έδωσε ήδη σύντομα τη δομή του βιβλίου στα τέσσερα κεφάλαια του οποίου συντίθεται το πλαίσιο επανανάγνωσης της καρυωτακικής ποίησης.[2]

Ο τίτλος διαβάζεται ως διπλός χαρακτηρισμός στον ίδιο τον ποιητή αλλά κυρίως στο έργο του.  Η τιτλοφόρηση αυτή φωτίζεται ιδίως από την ανάγνωση της προμετωπίδας, μια επιστολή του Ρεμπώ όπου ορίζεται ο Ποιητής: οραματιστής-προφήτης-ενάντιος στην κοινωνία, βυθισμένος στον εαυτό του για να τον γνωρίσει και ακροβάτης στο γκρεμό του απείρου αγωνιώντας να φτάσει στο ιδεατό Άγνωστο.

Αν αυτός ο ορισμός φαίνεται να περιλαμβάνει ρομαντικά στοιχεία, ο Καρυωτάκης και τα ποιήματά του, εδράζοντάς τον στην καθημερινότητα της δεκαετίας του ’20, τον οικειοποιήθηκαν δείχνοντας έμπρακτα πώς ο ποιητής φτάνει να χαρακτηριστεί Προφήτης «μέσα από μια μακρόχρονη, ηρωική και λελογισμένη απορρύθμιση όλων των αισθήσεων» (μότο).

Η Ντουνιά συγκεντρώνει τα συμπεράσματα μιας πολυετούς εργασίας κυρίως σε δυο μεγάλα μέρη του βιβλίου: στο πρώτο, για τους «καταραμένους» του μεσοπολέμου και ειδικά για την ντεκαντάνς (décadence) και τον «μπωντλαιρικό μπολσεβικισμό» (33-100) και στο τρίτο μέρος για τα γενεαλογικά (189-300) και το συσχετισμό του Καρυωτάκη με Πόε Μπωντλαίρ, Λαφόργκ και άλλους Γάλλους ποιητές μεταξύ συμβολισμού και ντεκαντάνς. Έτσι, σε αυτά τα δυο μέρη συγκροτεί έναν «τόπο» επανανάγνωσης του Καρυωτάκη αλλά και άλλων σύγχρονών του ποιητών.

Ήδη από το 2012 η μελετήτρια είχε δώσει στοιχεία για τη φύση της ντεκαντάνς και την πρόσληψή της στην Ελλάδα, με αρνητική σήμανση. Επανήλθε το 2024 και ολοκλήρωσε αυτή την αναδιάρθρωση του υλικού της στο βιβλίο εμπλουτίζοντας το πεδίο, με αναφορές στη σύγχρονη βιβλιογραφία. Όπως αναλύει συστηματικά η Ντουνιά η ντεκαντάνς υπήρξε ένα σύνθετο αισθητικό καλλιτεχνικό ρεύμα, μάλλον αδικημένο λόγω της αρνητικής παθολογικής σημασιοδότησής του και της σύνδεσής του με την σωματική και ψυχική ασθένεια, την παρακμή σώματος και ψυχής που οδηγεί σε γραφή αρρωστημένη και ηττοπαθή. Αναδεικνύεται στο βιβλίο η στενή σχέση, η ένταξη ουσιαστικά του Καρυωτάκη στο χώρο της ντεκαντάνς, όχι ως μιμητική αναπαραγωγή των γαλλικών προτύπων αλλά ως μετασχηματισμός τους στο ελληνικό λογοτεχνικό περιβάλλον. Οι αποχρώσεις του spleen, η ειρωνεία, η αίσθηση ματαιότητας  συνδέονται με τον ευρωπαϊκό αισθητικό κόσμο της decadence, αλλά στον Καρυωτάκη αποκτούν ιδιόμορφη υφή, καθώς διασταυρώνονται με το κοινωνικό και πολιτικό αδιέξοδο του μεσοπολέμου, τη γραφειοκρατική εμπειρία του δημοσίου υπαλλήλου, την αποξένωση και την ακύρωση «για την κοινωνική σημασία της ποίησης και τον κοινωνικό ρόλο του ποιητή» όπως χαρακτηρίζει ο Λεοντάρης το καρυωτακικό έργο.[3] Η «αρρώστια» και η «φθορά» στο ποιητικό του λεξιλόγιο, η παγίωση «σε έναν δικό του ιδιότυπο ρεαλισμό» (51) δεν λειτουργούν ως σήματα αισθητικής παρακμής αλλά και ως πολιτισμικές μεταφορές για την κρίση των (αστικών) αξιών στη νεοελληνική κοινωνία. Έτσι, ο Καρυωτάκης δεν είναι απλώς (άλλος) ένας Έλληνας  ντεκαντάντ· επαναδιατυπώνει το  συν-αίσθημα της ντεκαντανς μέσα από μια περιφερειακή λογοτεχνία, δίνοντας στη μελαγχολία και την ειρωνεία του χαρακτήρα αντι-ηγεμονικό, επαναστατικό (βλ. κρίση Σαχτούρη που παρατίθεται στο βιβλίο) και επικαιρικό.

Στον τρόπο αντιμετώπισης της ντεκαντάνς μπορούμε να αναζητήσουμε ένα από τα θεμέλια που στήριξαν την πολεμική ενάντια στον Καρυωτάκη, όπως εξάλλου η Ντουνιά είχε παρουσιάσει το 2001. Η ποίησή του προκαλούσε με την ειρωνεία και την αιχμηρή κριτική της διάσταση σε μια περίοδο κοινωνικού αναβρασμού που ειδικά οι νέοι λογοτέχνες «είτε ταυτίζουν τη ζωή τους με την τέχνη είτε συσπειρώνονται γύρω από τις σοσιαλιστικές ιδέες και τα αντιπολεμικά κηρύγματα» (61). Αν και Μπωντλαίρ, Βερλαίν, Λαφόργκ και μια σειρά άλλων ποιητών αποτέλεσαν σημείο αναφορών στους ποιητές της εποχής, ο Καρυωτάκης συνδέθηκε με αυτούς που θεωρήθηκαν αρνητική επίδραση στην τάση του προς την αρρωστημένη μελαγχολία φέροντάς τον στον αντίποδα της αισιόδοξης αντίληψης ελληνοπρεπούς υγείας που θα καλλιεργηθεί από το 1927 από τα Ελληνικά Γράμματα και λίγο μετά από τον Γ. Θεοτοκά και τη γενιά του. Το αποτέλεσμα ήταν να κληροδοτηθεί ένας μύθος για έναν πεισιθάνατο, αρρωστημένο, μονίμως μελαγχολικό νέο που αναπόφευκτα οδηγήθηκε στην αυτοκτονία.

Επιπλέον, και αυτό αποτελεί στοιχείο για την ιστορία της κριτικής, η Ντουνιά επισημαίνει την έλλειψη εγρήγορσης μεγάλου μέρους της κριτικής (45) αφού «κριτικοί που κυριαρχούν στο λογοτεχνικό πεδίο» μένουν προσκολλημένοι στις πεπαλαιωμένες αντιλήψεις τους και δεν αντιλαμβάνονται το καινοφανές και τις διαφοροποιήσεις στις αισθητικές αρχές και τις θεματικές της ποίησης με φορείς νέους ηλικιακά δημιουργούς που βιώνουν το αρνητικό κλίμα της δεκαετίας του ’20. Η «παρακμή» όπως ονομάστηκε από τους πολέμιούς η νέα τάση (47) δεν αντιμετωπίστηκε ως ρεύμα με ιδιαίτερα γνωρίσματα ούτε ως διάρρηξη των λογοτεχνικών κανόνων και του αστικού κατεστημένου ορίζοντας μια αλλαγή τρόπων και θεματικών αλλά ως νοσηρή αντίδραση νευρωτικών νέων στην εποχή και την κοινωνία και ως μίμηση του κορυφαίου ασθενούς Καρυωτάκη, παράγοντας τις παρεξηγήσεις περί «καρυωτακισμού». Ήδη βέβαια έχει αποδειχτεί από τη σύγχρονη φιλολογία το αβάσιμο αυτό καθώς και οι ρίζες ενός φαινομένου παλαιότερου που «φορτώθηκε» στον Καρυωτάκη και την αυτοκτονία του.[4]

Η Ντουνιά δίνοντας το μέτρο των ωσμωτικών τάσεων της εποχής εισάγει και επεξηγεί την έννοια του «μπωντλαιρικού μπολσεβικισμού», μια ιδιότυπη σύνδεση μπωντλαιρικών επιρροών με την κοινωνική αμφισβήτηση και την άρνηση στις νέες βιοτικές συνθήκες του εξαστισμού και της ανάπτυξης τεχνολογιών στο πλαίσιο μια καπιταλιστικής κοινωνίας όπου οι οικονομικές αξίες των αστών και μεσοαστών αναδεικνύονται κυρίαρχο μοντέλο. Αυτό προβάλλεται στην ποίηση ως ανάγκη για ειλικρίνεια και ως εκ τούτου  για το αληθινό βίωμα και αποτελεί γνώρισμα πολλών δημιουργών της εποχής, συχνά προσεγγίζοντάς τους στην αριστερά. Έτσι, ήδη διαγράφεται το στίγμα της ποίησης του Καρυωτάκη αλλά και άλλων δημιουργών που εντέλει διαμορφώνουν κλίμα στροφής της ποίησης.

Η προτομή του ποιητή στην Πρέβεζα

Για να γίνει κατανοητό το κλίμα σκιαγραφούνται τα νεανικά λογοτεχνικά περιοδικά, συσπειρώσεις νεαρών ατόμων/λογοτεχνών και ροπών: Μούσα και η συνέχειά της, Εμείς συνοψίζουν τα χαρακτηριστικά, τους φορείς και τα αιτήματα αυτής της επαναστατικής ποίησης ενώ η κατίσχυση του Καβάφη μεταξύ των νέων και η απαγκίστρωση από τον Παλαμά αλλά και η αριστερά στην πρώτη φάση της με τους Νέους Βωμούς συμπληρώνουν το ιδεολογικό κλίμα από το οποίο δεν απουσιάζουν ζυμώσεις αλλά και συγκρούσεις (βλ. στο βιβλίο διαμάχη ομάδας Ταγκόπουλου και Νουμά με το Εμείς). Η ανάλυση αυτή της Ντουνιά επεκτείνει εκείνην από το προηγούμενο περί Καρυωτάκη βιβλίο της όπου αναλύθηκε η στάση των Ελληνικών Γραμμάτων λίγα χρόνια μετά το κλείσιμο του Εμείς και αμέσως μετά την έκδοση της τελευταίας συλλογής του Καρυωτάκη, το 1927. Γίνεται φανερή πλέον, με αυτή την νέα αναλυτική παρουσίαση της Ντουνιά, η στοιχειοθέτηση των ιδεολογικών «στρατοπέδων» που πυροδότησαν την αντικαρυωτακική κριτική όχι μόνο στη βάση αισθητικών κριτηρίων.

Συνδεδεμένο με όλα τα παραπάνω είναι και το θέμα της αποσύνδεσης από τον καθαρά ρομαντικό ποιητή και της διάλυσης της εικόνας του ρομαντικού ιδανικού ήρωα με όχημα τον χαρακτήρα του Δον Κιχώτη. Η Ντουνιά αποδεικνύει πώς ο Καρυωτάκης είναι ακόμη μια φορά πρωτοπόρος καθώς «ο ποιητής ρίχνεται στο βάραθρο […]κατάμονος χωρίς συνοδείες» και ότι «ο Καρυωτάκης ήρθε να ανακόψει και να ανατρέψει την ανάπτυξη ενός παρατεταμένου μεταρομαντισμού» κατά τη διατύπωση και πάλι του Λεοντάρη.[5] Ο καρυωτακικός δον Κιχώτης δεν είναι ιδαλγός αλλά εκτός πραγματικότητας κοντόφθαλμος. Όμοια διαρρηγνύει ο ποιητής και την εικόνα της φύσης και του φυσικού κάλλους ως υπονόμευση της έννοια της ομορφιάς.

Απαντώντας ηχηρά σε όσους ακόμη επιμένουν στην μυθοποιημένη εικόνα του Καρυωτάκη και απορρίπτουν την ποίησή του ως μίζερη η Ντουνιά την αναδεικνύει ως ατομική τεχνική επίτευξη του ποιητή αλλά και ως απότοκο της εποχής της είτε των νέων ανατρεπτικών ρευμάτων είτε των πολιτικοκοινωνικών ζυμώσεων. Για να ολοκληρώσει αυτή τη διπλή υπόσταση του καρυωτακικού έργου επιστρέφει στην ατομική μελαγχολία και το μπωντλαιρικό spleen που δεν σημαίνει απλώς μια ψυχική διάθεση αλλά ένα υπαρξιακό σύμπτωμα της νεωτερικότητας: η βαριά ατμόσφαιρα σύνθλιψης του υποκειμένου από την ανία, τον αδυσώπητο χρόνο και την αστική πραγματικότητα που αποξενώνει. Η μελαγχολία του Καρυωτάκη δεν είναι απλώς ένα ψυχολογικό συναίσθημα αλλά μια καλλιτεχνική κατηγορία με πολιτιστική και κοινωνική βάση σημειώνει εύστοχα η Ντουνιά (307).

Νέα επίσης προσέγγιση αποτελεί το σύντομο «Καβαφικό ιντερμέδιο» (313-318) μια σύνδεση Καβάφη-Καρυωτάκη.

Το τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου (327-356) επιστρέφει στο πολυσυζητημένο σημείωμα αυτοκτονίας που αρχικά, για καιρό, δημοσιευμένο μερικώς, είχε θεωρηθεί ως δείγμα εγγενούς μελαγχολίας και ποιητικής εσωστρέφειας και λειτούργησε ως συνιστώσα μυθοποίησης του Καρυωτάκη. Η πλήρης παρουσίασή του από τον Γ.Π. Σαββίδη το 1986 συνεπαγόταν και τις ερμηνευτικές εικασίες των γνωστών αινιγματικών φράσεων. Τέτοιες οι υποθέσεις Σαββίδη, βασισμένες σε «ευλογοφανή επιχειρήματα» (337). Παρά τον αποκλεισμό από τον Σαββίδη της ερμηνείας περί μαστροπείας ήδη από το 1989. Η Ντουνιά επιστρέφει στην εκδοχή της κατηγορίας μαστροπείας  (διατυπωμένη από την ίδια αρχικά το 2005). Οδηγείται σε αυτήν και από τη συχνότητα επισκέψεων του ποιητή σε πορνεία, που φυσικά επέφερε τη σύφιλη, αλλά και από την ψευδαισθητική σχέση με μια κοινή γυναίκα, η οποία υπήρξε ο μοχλός, η πιθανή αιτία μιας καταγγελίας/συκοφαντίας ενός ανώτερου δημοσίου υπαλλήλου για μαστροπεία. Μια λοιπόν συναστρία περιστατικών (η αρνητική κριτική Ρώτα, η διαμάχη μαζί του και η «προδοσία» από τον Σακελλαριάδη) και βιοτικών συνθηκών (ασθένεια) όπου σημαντικό ρόλο έπαιξε η δίωξη και δυσμενής μετάθεση λόγω συνδικαλιστικής δράσης μαζί με μια απέλπιδα ερωτική σχέση που μέσω μιας αλυσίδας συκοφαντιών τον οδήγησε σε διασυρμό, επέτειναν την ασφυξία της εποχής και τη μόνωση του ποιητή (348-351).

Γιατί άραγε είναι απαραίτητη η επιστροφή στο αυτοκτονικό σημείωμα και στις υποθέσεις που αποκαλύπτουν λεπτομέρειες της ιδιωτικής ζωής του ποιητή; Ποια η προστιθέμενη αξία τέτοιων στοιχείων στην ανάγνωση/ πρόσληψη του ποιητικού έργου του στο σήμερα; Τα ερωτήματα φαίνονται εύλογα αλλά εν προκειμένω καθώς συνδυάζονται και ερμηνεύουν τα γενικώς αρκετά αόριστα και κρυπτικά τελευταία πεζά του Καρυωτάκη ή και άλλα ποιήματα μεταβάλλονται σε ερμηνευτικό κλειδί. Επιπλέον, είναι απαραίτητη η εξέταση όλων αυτών των στοιχείων για τη ανασυγκρότηση του γενικότερου κλίματος το οποίο τροφοδότησε την αντίδραση στο Ελεγεία και σάτιρες, τον κληροδοτημένο και παγιωμένο μύθο του άρρωστου ψυχικά ποιητή και τον καρυωτακισμό που εντέλει δεν υπήρξε παρά κατασκευή ενός αρνητικού προτύπου που συμπύκνωνε την αντι-εικόνα του μίζερου παρελθόντος εμπρός στο φωτεινό μέλλον. Κυρίως η ερμηνεία της Ντουνιά περί καταγγελίας μαστροπείας αποδεικνύει την ανάλγητη κρατική και παρακρατική στάση ως αντίδραση στην συνδικαλιστική πολιτική δράση του Καρυωτάκη και στον αντι-ηγεμονικό πολιτικό ποιητικό λόγο του όπου το προσωπικό γίνεται πολιτικό. Συνεπώς, το σημείωμα αυτοκτονίας αναγιγνώσκεται όχι ως «κλειδαρότρυπα» στη ζωή ενός ποιητή αλλά ως πολιτικοκοινωνική διαμαρτυρία ταυτόχρονα και ως εξομολόγηση. Και τα δυο στοιχεία φωτίζουν την ανάγνωση των ποιημάτων.

Καθώς η Ντουνιά ανασυνθέτει συστηματικά το πλαίσιο παραγωγής της καρυωτακικής ποίησης προβάλλει τους όρους συσχέτισης αυτής της ποίησης με σύγχρονους νέες/ους ποιήτριες/τές. «το όραμα μιας κοινωνίας χωρίς αντιθέσεις και πολέμους, αποτελούμενο από ισότιμα και ελεύθερα μέλη» (61), «Το αίτημα της ειλικρίνειας, της κατάθεσης μιας ποίησης που γράφεται με αίμα  […] αναδεικνύει την αξία της μετουσίωσης του βιώματος σε καλλιτεχνική δημιουργία» (63). Διάψευση, οργή και μελαγχολία, σάτιρα και εναντίωση σε κατεστημένες αστικές αξίες αποτελούν κατευθυντήριες γραμμές συνομαδώσεων σύγχρονων νέων ποιητριών/ποιητών και τροφοδοτούν, τηρουμένων των αναλογιών τον σύγχρονο ποιητικό λόγο όπου ο Καρυωτάκης φαίνεται ο πιο επιδραστικός πρόγονος.

 

 

[1] στο Κ. Γ. Καρυωτάκης. Η αντοχή μιας αδέσποτης τέχνης εκδ. Καστανιώτης 2001

[2] https://www.oanagnostis.gr/151-%ce%b1%cf%80%ce%b1%ce%b9%cf%84%ce%b7%cf%84%ce%b9%ce%ba%ce%ac-non-fiction-%ce%b3%ce%b9%ce%b1-%cf%83%ce%ba%ce%bb%ce%b7%cf%81%ce%bf%cf%8d%cf%82-%ce%b1%ce%bd%ce%b1%ce%b3%ce%bd%cf%8e%cf%83/

[3] Βύρων Λεοντάρης, Θέσεις για τον Καρυωτάκη», στο Κείμενα για την ποίηση εκδ. Νεφέλη 2001, 20

[4] Ευριπίδης Γαραντούδης, «ο καρυωτακισμός πριν από τον Καρυωτάκη. Φιλολογικές και ιστορικές όψεις του φαινομένου» στο Ευριπίδης Γαραντούδης, Έλληνες ποιητές του μεταιχμίου (1880-1930). Ερμηνευτικές και γραμματολογικές (ανα)θεωρήσεις εκδ. Καστανιώτης 2011

[5] Βύρων Λεοντάρης, ό.π., 22

 

 

Χριστίνα Ντουνιά, Το όνειρο και το πάθος. Κ.Γ. Καρυωτάκης, Εστία 2025

Προηγούμενο άρθροO ποιητής Τίτος Πατρίκιος στην Έκθεση Βιβλίου στο Πεδίον του Άρεως
Επόμενο άρθροΆγνωστες σελίδες του «Καλού στρατιώτη Σβέικ» (γράφει ο Σπύρος Κακουριώτης)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ