του Δημήτρη Γουλή (*)
Τα τελευταία είκοσι περίπου χρόνια, το graphic novel έχει γνωρίσει μια εντυπωσιακή συγγραφική και εκδοτική άνθηση σε παγκόσμιο επίπεδο. Από περιθωριακή μορφή αφήγησης που συνδεόταν κυρίως με τα κόμικς και την ποπ κουλτούρα, εξελίχθηκε σε ένα από τα πιο δυναμικά και πολυδιάστατα είδη της σύγχρονης λογοτεχνίας. Έργα όπως το Persepolis της Marjane Satrapi, το Maus του Art Spiegelman ή οι αυτοβιογραφικές αφηγήσεις του Craig Thompson και της Alison Bechdel άνοιξαν τον δρόμο για μια νέα πρόσληψη του μέσου: όχι ως απλής εικονογραφημένης ιστορίας, αλλά ως σύνθετης αφηγηματικής μορφής που ενώνει εικόνα και λόγο σε ισότιμη, αχώριστη σχέση. Παράλληλα, το graphic novel άρχισε να απευθύνεται σε ένα ευρύ φάσμα αναγνωστών — παιδιά, εφήβους και ενήλικες — καταρρίπτοντας τα παραδοσιακά όρια ηλικιακής στόχευσης. Σήμερα, το συναντάμε σε βιβλιοθήκες, πανεπιστημιακές λίστες ανάγνωσης και λογοτεχνικά βραβεία, γεγονός που επιβεβαιώνει την καθιέρωσή του ως καινοφανούς, υβριδικού καλλιτεχνικού μέσου: μια μορφή που συνδυάζει τη λογοτεχνία με τον κινηματογράφο, τη ζωγραφική και τη σκηνοθεσία της εικόνας.
Μέσα σε αυτό το παγκόσμιο πλαίσιο άνθησης και πειραματισμού εντάσσεται και το graphic novel Ο Κ βρίσκει τον μπελά του (K Is in Trouble) του Καναδού δημιουργού Gary Clement, που κυκλοφόρησε πρόσφατα και στα ελληνικά από τις εκδόσεις Παπαδόπουλος. Πρόκειται για ένα έργο που, ενώ απευθύνεται φαινομενικά σε νεότερους αναγνώστες, προσφέρει μια πολυεπίπεδη εμπειρία ανάγνωσης.
Η ιστορία ξεδιπλώνεται σε πέντε σύντομα κεφάλαια, τοποθετημένα σε έναν αόριστο, πρώιμο εικοστό αιώνα. Σε κάθε επεισόδιο, ο μικρός Κ βρίσκεται αντιμέτωπος με μια νέα δοκιμασία: τιμωρείται επειδή άργησε στο σχολείο και κλείνεται μόνος σε ένα άδειο δωμάτιο, όπου γνωρίζει έναν μικρό σκαθάρι, αρρωσταίνει και ένα σμήνος από κοράκια εισβάλλει στο σπίτι του, χάνεται σε μια σχολική εκδρομή και αντί να βοηθηθεί, κατηγορείται ως ταραξίας, αγοράζει έναν πανούργο και φλύαρο κυπρίνο για λογαριασμό της μητέρας του και τέλος, μένει κλειδωμένος έξω από το δωμάτιό του, στο μπαλκόνι, εν μέσω χιονοθύελλας.
Οι καταστάσεις αυτές αντλούν υλικό από την καθημερινότητα της παιδικής ηλικίας, όμως μετατρέπονται σταδιακά σε εμπειρίες σχεδόν εφιαλτικές. Ο κόσμος των ενηλίκων είναι μια δυστοπία: αδιάφορος, αυταρχικός ή απλώς ανίκανος να κατανοήσει τις ανάγκες ενός παιδιού. Δεν υπάρχουν παρηγορητικές λύσεις ούτε happy end. Κυριαρχεί μια μόνιμη αίσθηση αδικίας και απειλής, που κάνει την παιδική εμπειρία να μοιάζει με μια διαρκή δοκιμασία επιβίωσης.
Ήδη από το όνομα του ήρωα και τον τίτλο, οι αναφορές στον Franz Kafka είναι εμφανείς. Όπως οι καφκικοί ήρωες, έτσι και ο Κ βρίσκεται παγιδευμένος σε έναν κόσμο ανεξήγητων κανόνων και αυθαίρετης εξουσίας. Άλλωστε, η φιγούρα του μικρού σκαθαριού στο πρώτο κεφάλαιο λειτουργεί ως έμμεση αναφορά στη Μεταμόρφωση, όχι ως απλή μίμηση, αλλά ως σύμβολο αποξένωσης και μοναξιάς.
Ο ίδιος ο Gary Clement έχει εξηγήσει σε συνέντευξή του στο ComicsBeat ότι το έργο αποτελεί μια «υβριδική σύνθεση» από στοιχεία της ζωής του Kafka, προσωπικές του παιδικές αναμνήσεις και αφηγηματικές επιρροές από το έργο του Τσέχου συγγραφέα. Όπως αναφέρει: «Αρχικά ήθελα να αφηγηθώ πραγματικά περιστατικά από την παιδική ηλικία του Kafka, αλλά τελικά τα ανακάτεψα με τις δικές μου εμπειρίες, για να αποδώσω αυτό το αίσθημα του να μην ανήκεις πουθενά — κάτι που χαρακτηρίζει τόσο την παιδική ηλικία όσο και τον κόσμο του Kafka». Σε άλλο σημείο προσθέτει: «Ο Κ δεν μπορεί να μείνει μακριά από τα μπελά. Κι όμως, παρόλο που όλα του συμβαίνουν, δεν αποθαρρύνεται. Συνεχίζει να προσπαθεί να προχωρήσει τη ζωή του». Αυτή η επίμονη προσπάθεια και το αισθητικό βάρος των αντιξοοτήτων είναι που δένουν στενά την εμπειρία του Κ με το λεγόμενο «καφκικό αίσθημα» — όχι ως επιτηδευμένη αναφορά, αλλά ως πραγματική θεματική αίσθηση αποξένωσης, σύγχυσης και ανομοιομορφίας. Γιατί η επιμονή του μικρού ήρωα μέσα σε έναν εχθρικό κόσμο θυμίζει έντονα το καφκικό υπαρξιακό βίωμα: έναν αγώνα χωρίς εγγυημένη λύτρωση, αλλά γεμάτο προσπάθεια και αντοχή. Ακόμα και συγκεκριμένα επεισόδια — όπως αυτό όπου ο Κ μένει κλειδωμένος έξω από το σπίτι του — προέρχονται, σύμφωνα με τον Clement, από πραγματικά βιώματα του Kafka, μετασχηματισμένα μέσα από την προσωπική του ματιά. Ο Clement δεν εξιδανικεύει την παιδική ηλικία. Αντίθετα, την παρουσιάζει ως μια περίοδο όπου το άτομο βιώνει την αδικία για πρώτη φορά σε όλο της το βάθος. Παράλληλα με τις καφκικές αναφορές, το έργο θυμίζει τη σκοτεινή πλευρά της παιδικής λογοτεχνίας του Roald Dahl, όπου οι ενήλικες είναι συχνά σκληροί ή γελοίοι και τα παιδιά καλούνται να επιβιώσουν σε έναν κόσμο που δεν τα προστατεύει.
Η εικονογράφηση ως φορέας ατμόσφαιρας
Καθοριστικό ρόλο στη δύναμη του βιβλίου παίζει η εικονογράφηση. Δουλεμένη κυρίως με πενάκι και μελάνι, σε συνδυασμό με την τεχνική γκουάς[1], δημιουργεί έντονες αντιθέσεις φωτός και σκιάς. Οι προοπτικές είναι συχνά «στραβές», τα κτίρια μοιάζουν να γέρνουν απειλητικά και οι ενήλικες απεικονίζονται δυσανάλογα μεγάλοι, ενώ ο μικρός Κ συρρικνώνεται μέσα στον χώρο. Η αισθητική αυτή παραπέμπει στην ευρωπαϊκή εικονογράφηση των αρχών του 20ού αιώνα και στον εξπρεσιονισμό, όπου ο ρεαλισμός υποχωρεί μπροστά στη συναισθηματική αλήθεια της εικόνας. Δεν μας ενδιαφέρει αν κάτι είναι «σωστό» οπτικά — μας ενδιαφέρει πώς νιώθει ο ήρωας μέσα σε αυτόν τον κόσμο. Η εμπειρία ανάγνωσης είναι, λοιπόν, διπλή: οπτική και λογοτεχνική. Το νόημα δεν βρίσκεται μόνο στις λέξεις ούτε μόνο στις εικόνες, αλλά στη μεταξύ τους σχέση. Αυτός ο τρόπος αφήγησης αντικατοπτρίζει ακριβώς την εξέλιξη του graphic novel ως είδους στον 21ο αιώνα.
Ένα ακόμη στοιχείο που εντάσσει το βιβλίο στον σύγχρονο τρόπο αφήγησης των graphic novels είναι η έντονη κινηματογραφικότητα των πλάνων. Οι σελίδες λειτουργούν σαν σκηνοθετημένα καρέ, εναλλαγές γωνιών λήψης, κοντινά και μακρινά πλάνα, σκηνές που «αναπνέουν» χωρίς λόγια. Άλλωστε, ο αναγνώστης μεταφέρεται από εικόνα σε εικόνα με έναν οπτικό ρυθμό που θυμίζει κινηματογραφικό μοντάζ. Η αφήγηση δεν βασίζεται μόνο στο κείμενο, αλλά στον τρόπο που το βλέμμα κινείται στον χώρο της σελίδας.
Η υβριδικότητα και ο σύγχρονος νοούμενος αναγνώστης
Το Ο Κ βρίσκει τον μπελά του αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της υβριδικότητας του σύγχρονου graphic novel. Δεν απευθύνεται σε έναν «απλό» παιδικό αναγνώστη, ούτε αποκλειστικά σε ενήλικες. Αντίθετα, προσκαλεί έναν αναγνώστη ικανό να διαβάζει ταυτόχρονα εικόνα και λόγο, έτσι ώστε να αντιλαμβάνεται υπαινιγμούς, ατμόσφαιρα και ρυθμό. Και αυτό δεν εξαρτάται από την ηλικία, αλλά από τη διάθεση και τη δυνατότητα να εκτίθεται σε ποικίλα αναγνώσματα, ώστε να γεμίζει το διακειμενικό, γνωστικό του «σακούλι», που «κουβαλά» κάθε φορά που βυθίζεται σε ένα λογοτεχνικό κείμενο.
Θα μπορούσαμε, επίσης, να υποθέσουμε ότι η δομή των πέντε αυτοτελών κεφαλαίων δημιουργεί μια αποσπασματική αφήγηση, χωρίς έντονη εξέλιξη του χαρακτήρα του Κ. Πράγματι, δεν υπάρχει μια ξεκάθαρη κορύφωση ή λύτρωση. Όμως ίσως αυτό να είναι και το βαθύτερο νόημα του έργου: όπως στον καφκικό κόσμο, έτσι και εδώ οι δοκιμασίες δεν οδηγούν απαραίτητα σε κάθαρση. Απλώς συνθέτουν την εμπειρία της ζωής μέσα σε έναν κόσμο αδιάφορο και απρόβλεπτο, χωρίς χιούμορ, ή μάλλον αφήνοντας ένα πικρό χαμόγελο που απομένει στον αναγνώστη, όταν τελειώσει και την πέμπτη ιστορία. Ο ίδιος ο Clement έχει τονίσει ότι τον ενδιαφέρει μια παιδική λογοτεχνία που δεν φοβάται το σκοτάδι και δεν προσφέρει πάντα εύκολες απαντήσεις — γιατί τα παιδιά, όπως λέει, κατανοούν την αδικία πολύ καλύτερα απ’ όσο συχνά νομίζουμε.
Εν κατακλείδι, το Ο Κ βρίσκει τον μπελά του είναι ένα graphic novel που ξεπερνά τα όρια της συμβατικής αφήγησης. Μέσα από καφκικές αναφορές, σκοτεινό χιούμορ, κινηματογραφική εικονογράφηση και διακειμενικούς υπαινιγμούς, δημιουργεί έναν κόσμο όπου η παιδική εμπειρία παρουσιάζεται με ειλικρίνεια, ένταση και συναισθηματικό βάθος. Ένα βιβλίο που διαβάζεται ως αλλόκοτη περιπέτεια, αλλά και ως αλληγορία για το μεγάλωμα σε έναν δυστοπικό κόσμο που δεν δείχνει κατανόηση για τα παιδιά. Και ακριβώς γι’ αυτό μένει στο μυαλό του αναγνώστη για πολύ μετά την τελευταία σελίδα, ως ένα ακόμη παράδειγμα της δυναμικής και πολυεπίπεδης αφηγηματικής τέχνης που το είδος του graphic novel μπορεί να προσφέρει.
[1] Η τεχνική γκουάς (gouache) είναι μια μέθοδος ζωγραφικής με αδιαφανή υδατοχρώματα, που αποτελούνται από χρωστική ουσία, νερό και συνδετικό μέσο (συνήθως αραβικό κόμμι). Διαφέρει από την ακουαρέλα γιατί είναι καλυπτική (αδιαφανής), προσφέροντας ματ, βελούδινο αποτέλεσμα, παχύρρευστη υφή και τη δυνατότητα ζωγραφικής με στρώσεις.
(*) Ο Δημήτρης Γουλής είναι επίκουρος καθηγητής στο Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης (Π.Τ.Δ.Ε.) του Αριστοτέλειου Πανεπιστήμιου
Gary Clement, Ο Κ βρίσκει τον μπελά του, Μτφρ. Πετρούλα Γαβριηλίδου, Εικ. Παπαδόπουλος, 2025.
![]()











![Τα μεταμφιεσμένα (βιβλία) εκτός Απόκρεω [της Μαρίζας Ντεκάστρο]](https://www.oanagnostis.gr/wp-content/uploads/2026/02/ccb052aebf9ab89eb4ba0dcadf63d752-218x150.jpg)














