Ο διαφορετικός Άλλος ως ο ίδιος ο εαυτός (της Ελευθερίας Δημητρομανωλάκη)

0
305

 

της Ελευθερίας Δημητρομανωλάκη (*) 

             

Η αγάπη μεγαλώνει στο σκοτάδι; Ήδη από τον τίτλο ο Σωτήρης Σαμπάνης παροτρύνει, ωθεί τον αναγνώστη ν’ αναρωτηθεί αν πράγματι η αγάπη μεγαλώνει στο σκοτάδι, και ταυτόχρονα τι σημαίνει αγάπη, τι σημαίνει σκοτάδι και πως αυτά μπορεί να συνδέονται μεταξύ τους.

Ο συγγραφέας, συνεπής στις κυρίαρχες και προεξέχουσες θεματικές του όπως αποτυπώνονται ιδίως στα μυθιστορήματα Σκανταλόπετρα(1) και Δίδυμες(2), συνδιαλέγεται με τις πολυεπίπεδες όψεις της ανθρώπινης υπόστασης. Αναπτύσσει σαρωτικά και στιγμές στιγμές συνταρακτικά τις συντεταγμένες του ανθρώπινου υπάρχειν, τόσο σε επίπεδο ψυχολογικό, όσο και σε επίπεδο εμφανώς υπαρξιακό: χώρος και χρόνος, μνήμη και συνείδηση, τραύμα και ευθύνη, θυσία και δικαίωση. Με τέτοια δίπτυχα διαπλέκεται και καθορίζεται η ζωή όλων μας. Κι αυτός είναι ο λόγος που το βιβλίο δημιουργεί στον αναγνώστη ισχυρούς ιστούς ταύτισης.

Ήδη από την αρχή και κατά την πορεία της ανάγνωσης δημιουργείται η εντύπωση πως η αφηγούμενη ιστορία μιλά για τον ίδιο τον αναγνώστη και τα προσωπικά διλήμματά του, ακόμη κι αν αυτός δεν έχει καμιά απολύτως σχέση με τους ισχυρούς χαρακτήρες της μυθοπλασίας. Μοιάζει πως ο  Σωτήρης Σαμπάνης έχει πιάσει εκείνο τον ιδιαίτερο παλμό που ενώνει τους χαρακτήρες του με τον κάθε αναγνώστη ξεχωριστά. Κι ετούτο συμβαίνει γιατί ο συγγραφέας αντιμετωπίζει τους διαφορετικούς Άλλους όχι ως ξένους Άλλους που τους οφείλεται σεβασμός και αποδοχή στα πλαίσια μιας πολιτικής ορθότητας, αλλά τους βλέπει ως πραγματικά κάτοπτρα του εαυτού, μάλλον ως δίδυμους ιστούς του ίδιου του εαυτού.

Τα πιο σημαντικά πρόσωπα του μυθιστορήματος, θα μπορούσαν να είναι και ο κάθε αναγνώστης ξεχωριστά ή οι άνθρωποι που αγαπά ως μια αντανάκλαση της συνείδησής του. Έτσι ο Σαμπάνης διαμορφώνει μια σπαρακτική ωδή στη διαφορετικότητα, που δεν είναι μόνο το διαφορετικό άλλο αλλά και ετούτο το ίδιο του εαυτού. Ο Άλλος ως εαυτός. Και ο εαυτός ως Άλλος.

Σ’ αυτόν το σχεδιασμό μοιάζει να βασίζεται η σύλληψη του μυθιστορήματος και αυτό αποτυπώνεται στους κομβικούς χαρακτήρες και στο πως διαπλέκονται οι κραταιές διαφορετικότητές τους.

  • Ο μεσήλικας και συνταξιούχος Μιχάλης Νέζης, το κεντρικό πρόσωπο της ιστορίας, είναι Έλληνας μετανάστης στην Αυστραλία, κάτοικος Μελβούρνης. Έχει ζήσει μια ζωή δουλεύοντας σε εργοστάσιο, χωρίς δική του οικογένεια, σε μια μάλλον προαποφασισμένη μοναχικότητα. Αναπάντεχα λαμβάνει ένα γράμμα που θ’ ανατρέψει πλήρως τη ζωή του και θα τον φέρει αντιμέτωπο με προσωπικά λάθη και εμμονές. Η επιστολή που έρχεται από παλιούς, σχεδόν ξεχασμένους καιρούς, τον βρίσκει σωματικά και ψυχικά αδύναμο, αλλά όχι δειλό, αφού είναι άνθρωπος ακριβοδίκαιος, με βαθιά ευαισθησία την οποία ξέρει να κρύβει καλά.
  • Η εισβολή του παρελθόντος στη ζωή του κεντρικού ήρωα ονομάζεται Μάικλ Πρατ, είναι ένας νέος εικοσιεφτά χρονών που «πάσχει από εγκεφαλική παράλυση σπαστικού τύπου με κινητικά προβλήματα» (3). Μια πανίσχυρη παρουσία μέσα στην αναπηρία και την πλήρη ανημπόρια της, ένας νέος άνθρωπος που συγκλονίζει με την ιδιαίτερη εμφάνιση και την ακόμη πιο ιδιαίτερη συμπεριφορά του. Ο Μάικλ σύμφωνα με την επιστολή είναι ο γιος του Μιχάλη και κάθε συνάντησή τους αποτελεί μια συνταρακτική ζεύξη μνήμης και συνείδησης, ευθύνης και αποδοχής αυτής. Πρωτίστως όμως οι συναντήσεις τους εγείρουν παράδοξα και σκληρά την αγάπη που γεννιέται στη δυσκολία, το μεγαλείο της αγάπης που μεγαλώνει στο σκοτάδι.
  • Η Ντορίν Πρατ, αν και νεκρή πλέον, φέρνει τα πάνω κάτω στις ζωές όλων. Πρόκειται για την αμφιφυλόφιλη πρώην σύντροφο του Μιχάλη, την παλιά τρίχρονη σχέση ενός μακρινού παρελθόντος – σχεδόν ξεχασμένου – αφού ανάγεται σε μια περίοδο εικοσιεπτά χρόνων πίσω. Η Ντορίν, Ελβετίδα κληρονόμος έζησε μια ζωή γεμάτη πάθος, ταξίδια, ισχυρή θέληση και απόλυτο ερωτικό δόσιμο στα αγαπημένα της πρόσωπα, αλλά υπέκυψε στον αλκοολισμό σωματικά και ψυχικά. Παρά τα προβλήματα, διακρίνεται από βαθιά εντιμότητα, αφοσίωση στο γιο της Μάικλ και ηθική ακεραιότητα μέχρι τέλους.
  • Ο Μπεν Φούλερ, γείτονας και καρδιακός φίλος του Μιχάλη Νέζη ήδη από την περίοδο που ο Μιχάλης είχε σχέση με τη Ντορίν, είναι ένας Αμερικάνος παιδοψυχίατρος, με εφαρμοσμένες και αποτελεσματικές επιστημονικές έρευνες πάνω στη θεραπεία μέσω της τέχνης. Χαρακτηρίζεται από ευρύτητα πνεύματος που δε διστάζει να επιδείξει στις συχνές εξάρσεις ενθουσιασμού του, και από μια ιδιαίτερη αδυναμία στις γυναίκες και το ποτό.
  • Το πιο μυστηριώδες πρόσωπο όλων, ο χαρακτήρας που κρατά το νήμα του σασπένς μέχρι τέλους γιατί ξέρει πολλά, είναι η Νάνσι Ουίλιαμς. Πρόκειται για την κραταιά υποδιευθύντρια του Ιδρύματος για παιδιά με αναπηρία, στο οποίο φιλοξενείται ο Μάικλ. Μια γυναίκα αυστηρή, τυπική και επίμονη, που κυριαρχεί μέσω μιας συμπεριφοράς αμφίσημης και αμφίθυμης, συχνά ακατανόητης ακριβώς λόγω της αμφισημίας. Ο ρόλος της θα διασαφηνιστεί στο τέλος, ως μια ακόμη διαφορετικότητα, που βασανισμένη από τη βάσανο του έρωτα και του πόνου της απώλειας, κάνει τα πάντα για να κρατήσει το παρελθόν ζωντανό.

Η εκπληκτική, πολυεπίπεδη σκιαγράφηση των χαρακτήρων στο μυθιστόρημα μαρτυρά τη δυνατή σχέση του μυθιστοριογράφου Σωτήρη Σαμπάνη και με το θεατρικό λόγο στα έργα του Ευγενείς αγωνίες (4), και  Το σώμα του χρόνου (5). Όλα τα πρόσωπα του μυθιστορήματος μπλέκονται σε μια δραματική κι ανθρώπινη ιστορία με έντονο σασπένς, που εγείρει πολλαπλά, κεφαλαιώδη ερωτηματικά, εκπλήσσοντας συνεχώς τον αναγνώστη.

Τελικά είναι ο νεαρός Μάικλ Πρατ ο γιος του Μιχάλη;

Σε μια διακειμενική θεώρηση, ο Μάικλ ως ύπαρξη θα μπορούσε να συσχετιστεί με τη Λώρα του Γυάλινου κόσμου του Τένεσι Ουίλιαμς (6), σε μια πολύ χειρότερη συνθήκη. Είναι καθηλωμένος σ’ ένα αναπηρικό καρότσι, χωρίς ικανότητα ομιλίας ή όποιου άλλου τύπου επικοινωνίας, με ιδιόμορφους τρόπους χαράς, όπως το να παίζει με τα περιτυλίγματα των δώρων που του φέρνει ο Μιχάλης, κι όχι με τα ίδια τα δώρα. Όπως η Λώρα στο Γυάλινο κόσμο συλλέγει τα γυάλινα ζωάκια της, αφού δεν μπορεί να συλλέξει ζωή.

Κι αν πράγματι ο Μάικλ είναι γιος του Μιχάλη, πόση ευθύνη άραγε φέρει ο ήρωας ως πατέρας, για το γεγονός ότι η Ντορίν τον εγκατέλειψε ξαφνικά, χωρίς εξηγήσεις, κόβοντας όλες τις γέφυρες επικοινωνίας. Και το πιο σημαντικό όλων των ερωτημάτων είναι αν θα βρει ανταπόκριση η έκκληση της νεκρής πια Ντορίν στον πατέρα ν’ αγαπήσει το γιο του. Του ζητά μόνο να τον αγαπήσει. Μονάχα αν το μπορεί. Για τα υπόλοιπα έχει προβλέψει η ίδια.

Οι απαντήσεις είναι αυτές που καθένας από μας τους αναγνώστες λαμβάνει σε αντίστοιχες περιπτώσεις. Γιατί σε όλους – σε άλλους αργότερα, σε άλλους νωρίτερα – έρχεται η στιγμή που το παρελθόν εισβάλλει στην τρέχουσα ζωή και απαιτεί απαντήσεις συνειδητότητας, άρα και απαντήσεις ταυτότητας για τα σωστά και τα λάθη, για τις αλήθειες και τα ψέματά μας.

Κι ετούτο είναι το ισχυρό, είναι το πανανθρώπινο και διαχρονικό θέμα του μυθιστορήματος: το ζήτημα της προσωπικής ευθύνης και της συνειδητότητας έναντι αυτής. Και ιδίως το ζήτημα της προσωπικής θυσίας στην οποία καλείται να προσχωρήσει όποιος αποδεχθεί την ευθύνη. Και αν μιλάμε για την αγάπη, που εμπλέκει τον άλλον άνθρωπο στη διαδρομή της, τότε από τη στιγμή που θ’ αναληφθεί η ευθύνη της αγάπης οφείλει να κρατηθεί ενεργή. Ιδίως εάν πρόκειται για τη γονεϊκή αγάπη.

Μέσα από τις διαφορετικές οπτικές των προσώπων, μέσα από τις πολυδιάστατες στιγμές του χρόνου, ο Σωτήρης Σαμπάνης ανοίγει το τεράστιο ζήτημα της ελευθερίας της βούλησης και της προσωπικής ανάληψης ευθύνης. Το δίλημμα του Μιχάλη Νέζη έγκειται στο αν θ’ αποδεχθεί την έκκληση ν’ αγαπήσει το γιό του, που μπορεί να μην είναι καν δικό του παιδί, ή αν θα παραμείνει στη μέχρι στιγμής φαινομενικά ήσυχη και μάλλον κουρασμένη ζωή του.

Εκείνο που δίνει στο μυθιστόρημα το πρόταγμα του φιλοσοφικού στοχασμού είναι ο τρόπος που ο συγγραφέας διαχειρίζεται τα μυθοπλαστικά υλικά του. Η συναρπαστικά δεμένη αφήγηση για τα πάθη και τα λάθη των προσώπων, από το παρόν στο παρελθόν, από τον ένα τόπο στον άλλο, από τον έναν έρωτα στον άλλο, δημιουργεί μια χωροχρονική συνύφανση που εξάρει τη μνήμη, που φέρνει το ξεχασμένο στο τώρα και δημιουργεί νέες πορείες για όλους. Με έναν ιδιαίτερο τρόπο αναδύεται στο μυθιστόρημα το φιλοσοφικό αίτημα του Σαρτρ, όπως αποτυπώνεται στο Είναι και το Μηδέν – μεταφρασμένο και σχολιασμένο από τον Κωστή Παπαγιώργης – σύμφωνα με το οποίο: «Η μόνη δυνατή μέθοδος για να μελετήσουμε τη χρονικότητα είναι να την προσεγγίσουμε σα μια ολότητα…» (7).

Τελικά, η ολότητα του μυθιστορήματος συντίθεται, διασπάται και ανασυντίθεται μέσα από μια περιπέτεια ζωής από μνήμη σε μνήμη, από εποχή σε εποχή, από σώμα σε σώμα, από ανεκπλήρωτο σε ανεκπλήρωτο και είναι στη βάση της ένα ταξίδι αυτογνωσίας και εξερεύνησης στα βαθύτερα ζητήματα της ανθρώπινης υπόστασης, τόσο των ηρώων όσο και του αναγνώστη.

Ο Σωτήρης Σαμπάνης ακολουθεί μια αφήγηση αντίστοιχη με τις δομές που αξιοποιεί ο Marcel Proust στο εμβληματικό έργο του «Αναζητώντας το χαμένο χρόνο» (8). Και στο η Αγάπη μεγαλώνει στο σκοτάδι επιτυγχάνεται πλήρως το δύσκολο εγχείρημα ανασύστασης του παρελθόντος και των ενθυμήσεων, έτσι όπως ο Σαμπάνης διαχειρίζεται τις πολλαπλές χρονικότητες στο βάθος της μνήμης (9), αλλά και τις πολλαπλές οπτικές γωνίες (10).

Μ’ αυτόν τον τρόπο διαμορφώνει ένα μυθοπλαστικό κύκλο από παθιασμένες ή αλόγιστες στιγμές της πραγματικότητας, ένα γαϊτανάκι από απόψεις,  από πικρές αλήθειες και οδυνηρά ψέματα που επιδιώκουν τη λήθη, σ’ ένα καταιγιστικό μυθιστόρημα γεμάτο ανατροπές που πότε κρατά τον αναγνώστη καθηλωμένο και πότε του δίνει γροθιά στο στομάχι.

Όμως τελικά, ο Σωτήρης Σαμπάνης επιφυλάσσει στον ήρωά του τη λύτρωση και τη δικαίωση, μ’ ένα μοναδικό τέλος, ταυτόχρονα συγκινητικό και πολυεπίπεδο, που αφήνει τον αναγνώστη λυτρωμένο και βαθιά συγκινημένο, όπως ακριβώς και τον ήρωά του.

Με την ολοκλήρωση ετούτης της προσέγγισης, ας υπογραμμιστεί η σημασία του μυθιστορήματος και ως προς τούτο: ενώ ο Σωτήρης Σαμπάνης παίρνει μια απλή ιστορία ερωτικής σαγήνης, απιστίας, προδοσίας και λήθης στην πορεία του χρόνου, εν τέλει στήνει ένα συγκινητικό μυθιστόρημα που σε κάθε στιγμή του αναμετριέται με την ύπαρξη του ανθρώπινου όντος, δίνοντας ελπίδα.

Κι αυτό γιατί ο Μιχάλης Νέζης του Η αγάπη μεγαλώνει στο σκοτάδι ως ένας άλλος, ένας μεγαλωμένος Τομ του Γυάλινου κόσμου, κουβαλώντας τραύματα και ενοχές επιστρέφει στο παρελθόν του γιατί σίγουρα έχει νιώσει στο αίμα του τη φράση του Τένεσι Ουίλιαμς που λέει:

«ανάμεσα σε δύο σημεία η πιο μεγάλη απόσταση είναι ο χρόνος» (11),

Κι ο Μιχάλης Νέζης του Σωτήρη Σαμπάνη καταφέρνει να διανύσει την απόσταση του χρόνου και να τη φέρει στο τώρα.

Στο τώρα που αποφασίζει ν’ αγαπήσει το γιό του.

Ακόμη κι αν δεν είναι το δικό του παιδί.

info: Σωτήρης Σαμπάνης,  Η αγάπη μεγαλώνει στο σκοτάδι, 2019, εκδ. Ελληνικά Γράμματα.

(*) Η  Ελευθερία Δημητρομανωλάκη είναι  συγγραφέας, Διδάκτωρ Επικοινωνίας Μέσων και Πολιτισμού

 

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ

 

(1) Σωτήρης Σαμπάνης, Σκανταλόπετρα, 2015, εκδ. Διόπτρα

(2) Σωτήρης Σαμπάνης, Οι δίδυμες, 2007, εκδ. Μπαρτζουλιάνος

(3) Σωτήρης Σαμπάνης, η φράση απευθείας από το μυθιστόρημα  Η αγάπη μεγαλώνει στο σκοτάδι, 2019, εκδ. Ελληνικά Γράμματα.

(4)  Σωτήρης Σαμπάνης, Ευγενείς αγωνίες, 2011, εκδ. Αιγόκερως

(5) Σωτήρης Σαμπάνης, Το σώμα του χρόνου, 2013, εκδ. Σοκόλη

(6) Tennessee Williams, Γυάλινος κόσμος, μτφρ. Ερρίκος Μπελιές, εκδ. Κέδρος, 2001.

(7) Jean Paul Sartre, Το Είναι και το Μηδέν, μτφρ. Κωστής Παπαγιώργης, εκδ. Παπαζήση, 2007, σελ. 178.

(8) Marcel Proust, Αναζητώντας το χαμένο χρόνο, Τόμοι I-VII, μτφρ. Παύλος Ζάννας,  επιμ. Παναγιώτης Πούλος, εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας.

(9) Για τον αφηγηματικό χρόνο: Gérard Genette, Σχήματα ΙΙΙ. Ο λόγος της αφήγησης: δοκίμιο μεθοδολογίας, μτφρ. Μπάμπης Λυκούδης, επιμ. Ερατοσθένης Καψωμένος, εκδ. Πατάκη, 2006: σελ. 93-229.

(10) Για την οπτική γωνία στην αφήγηση: Gérard Genette, Σχήματα ΙΙΙ. Ο λόγος της αφήγησης: δοκίμιο μεθοδολογίας, μτφρ. Μπάμπης Λυκούδης, επιμ. Ερατοσθένης Καψωμένος, εκδ. Πατάκη, 2006: σελ. 231-283.

(11) Tennessee Williams, Γυάλινος κόσμος, μτφρ. Ερρίκος Μπελιές, εκδ. Κέδρος, 2001.

 

 

 

 

 

 

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here