Ο αβόλευτος κόσμος του Σκαμπαρδώνη (του Γιάννη Ν. Μπασκόζου)

0
473

 

του Γιάννη Ν. Μπασκόζου

Οι συλλογές διηγημάτων του Γιώργου Σκαμπαρδώνη ποτέ δεν πέφτουν κάτω από έναν υψηλής ποιότητας πήχη. Η φαντασία και ο πεζογραφικός του οίστρος μοιάζει να μην τελειώνει ποτέ. Κάθε φορά εκπλήσσει τον αναγνώστη με την δημιουργική του πένα και στην τελευταία συλλογή διηγημάτων του Προσοχή: εποχιακή διέλευση βατράχων, δεν τον απογοητεύει καθώς και σε αυτή την συλλογή δίνει κείμενα αξιομνημόνευτα στο corpus της ελληνικής διηγηματογραφίας με ένα ντελίριο δημιουργίας λέξεων και εφεύρεσης της ανάποδης οπτικής των πραγμάτων.

Ο Σκαμπαρδώνης κινείται συνήθως σε έναν χώρο ρεαλισμού, διαρκώς υπονομευμένο είτε από την παραμυθιακή φαντασία είτε από την παραλογική (α)συνέπεια των χαρακτήρων του. Οι ιστορίες του είναι μικρές «βόμβες», ήσυχες, αφημένες σε μια γωνιά που όμως ο υποψιασμένος αναγνώστης αγωνιά για την έκρηξή τους. Η εμφάνιση του στην ελληνική πεζογραφία το 1989 με την συλλογή «Μάτι φώσφορο, κουμάντο γερό σήμανε την έναρξη μιας νέας πεζογραφικής γενιάς που πατούσε σταθερά ταυτόχρονα στην παράδοση και στο μοντέρνο. Ο Βαγγέλης Χατζηβασιλείου στο βιβλίο του Η κίνηση του εκκρεμούς , μια ιστορία της ελληνικής λογοτεχνικής μεταπολίτευσης,  έχει γράψει ότι «στα διηγήματα του Σκαμπαρδώνη αποπνέει εξαρχής μια παράξενη ομορφιά»  ενώ ο Δημοσθένης Κούρτοβικ σε συνέντευξή του συγκαταλέγει τα διηγήματα του στα 5 ή 6 βιβλία που θα μείνουν για τα επόμενα τριάντα χρόνια.

Ο ευφάνταστος τίτλος της νέας συλλογής του  Προσοχή: εποχιακή διέλευση βατράχων – μια πινακίδα που ο συγγραφέας την είδε σε κάποια από τις διαδρομές του στην βόρειο ενδοχώρα – δίνει αφορμή για πολλές συνδηλώσεις και αφήνει τον αναγνώστη στην δική του ερμηνεία. Σκέφτομαι για παράδειγμα μήπως οι ταπεινοί βάτραχοι είναι οι ηλικιωμένοι ήρωες των διηγημάτων της συλλογής, μνεία για την αξία αυτών των ανθρώπων που βρίσκονται στο περιθώριο.  Από την άλλη ίσως είναι μια αναφορά σε εκείνα τα ζώα και ειδικά τα πιο μικρά όπως  τα μυρμήγκια ή τα πιο άσχημα όπως τα βατράχια, τα οποία έχουν τη δική τους αυταξία.  Και στις προηγούμενες συλλογές του όπως στο Μεταξύ σφύρας και Αλιάκμονος(2009)  ή στο Περιπολών και περί πολλών τυρβάζω (2011), ο Γ.Σ. αναδεικνύει την αγάπη του στα ζώα (είτε αυτά είναι μια γάτα, ένας σκύλος, μια γαρίδα ή ένα βατράχι) ισότιμη με την ανθρώπινη αξία.  Αρκεί να διαβάσει κανείς το «Η ώρα της Μπέντια» για να καταλάβει ότι στο μυαλό του συγγραφέα ένα σκυλί που δυσκολεύεται να γεννήσει έχει ανάγκη την ανθρώπινη ενσυναίσθηση. Ή στο «δύο λουκούμια δυναμίτη» όπου δυο παιδιά κάνουν το παν για να σώσουν την τιμή του Ιωνά, ενός γέρικου γάιδαρου.

Η θεματολογία του και σε αυτό το βιβλίο είναι ποικίλη.  Η νοσταλγία κατακλύζει τον αφηγητή καθώς επιλέγει ήρωες με παιδικά ή παλιότερα απωθημένα. “Ζούσαμε στην Μπελ επόκ της φτώχειας”, θα γράψει. Στο «Jumbo», ο αφηγητής παρατηρεί έναν κλοσάρ να γεμίζει το καλάθι του με παιδικά παιχνίδια , τα οποία δεν μπορεί να αποκτήσει μιας και στο ταμείο τού ζητάνε χρήματα. Τα πληρώνει ο αφηγητής σκεπτόμενος ότι και η δική του παιδική ηλικία είχε αφήσει ανάλογα ανεκπλήρωτα ζητούμενα. Ο γέρος που ανακατασκευάζει μια παλιά μοτοσυκλέτα Triumph  μόνο και μόνο για να κάνει μια τελευταία βόλτα, ξεγελώντας προς στιγμή την ηλικία του. Μια ταλαιπωρημένη λάμπα από το Πέραν οδηγεί νοερά τον αφηγητή στα χρόνια του προπάππου του, σπονδή σε όσους τον δημιούργησαν. Θα ξεφύγει υπερρεαλιστικά με έναν δρυοκολάπτη που μανιασμένα χτυπάει με το ράμφος του την πισσαρισμένη κολόνα της ΔΕΗ, ίσως αναμένοντας ότι οι Αμαδρυάδες, νύμφες των δασών, που μεγαλώνουν μέσα στις δρυς, έχουν εγκαταλείψει τις βελανιδιές και κρύβονται πια στις κολόνες της ΔΕΗ. Ή το πραγματικά συγκλονιστικό διήγημα με τους Κοζάκους, που οπισθοχωρώντας κυνηγημένοι από τους μπολσεβίκους, υποχρεώνονται να μπουν στο πλοίο που θα τους σώσει αφήνοντας με λυγμούς πίσω τα άλογα τους. Και εκείνα συναισθανόμενα την στιγμή θα βουτήξουν από την προκυμαία στη θάλασσα ακολουθώντας το πλοίο.

Ο κόσμος του Σκαμπαρδώνη είναι πάντα πολύμορφος, αναπάντεχος, φιλοπαίγμων, ευφρόσυνος, διεισδυτικός στην λεπτομέρεια. Σε αυτή τη συλλογή διέπεται από την νοσταλγία και τη μελαγχολία του χαμένου ανθρώπινου χρόνου χωρίς να χάνει την ομορφιά του τώρα ενώ παράλληλα το συναίσθημα που διολισθαίνει μέσα από τους χαρακτήρες και πλημμυρίζει τις σελίδες, προξενεί στον αναγνώστη  την αίσθηση ότι κάθε διήγημα ανοίγεται έναν νέο αόρατο και άγνωστο κόσμο.  Συνεπίκουρος στο θαύμα είναι και η γλώσσα του Γ.Σ. , ένα παζλ από το βυζαντινό λεξιλόγιο, την χωριάτικη λαλιά, την γλώσσα του περιθωρίου, την θεσσαλονικιώτικη παράδοση και τις δικές του λεξιπροσθήκες. Θυμίζει εν πολλοίς την αγάπη για την καλλιέργεια της γλώσσας που είχε η γενιά του 30, ένας Μυριβήλης ή ένας Τερζάκης. Ένα γλωσσικό αίσθημα που χάνεται, μια ικανότητα που υποκύπτει στους καιρούς μας στο λεξικό των κοινωνικών δικτύων .

Αν ο κόσμος του Σκαμπαρδώνη είναι φανταστικός, παραμυθητικός, ανάποδος και αβόλευτος, τότε ίσως αυτός είναι και ο μόνος πραγματικός!

 

Γιώργος Σκαμπαρδώνης, Προσοχή: εποχιακή διέλευση βατράχων, Πατάκης

Βρες το εδώ

Προηγούμενο άρθροΆλμπερτ Νομπς, ούτε άνδρας ούτε γυναίκα (της Κωνσταντίνας Κορρυβάντη)
Επόμενο άρθροΛογοτεχνία των μεταπολιτεύσεων (του Αλέξη Πανσέληνου)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ