Κυριακή, 15 Φεβρουαρίου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ ΕΝΑ ΔΙΗΓΗΜΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΜΑΡΚΟ Ο αναρχικός γείτονας (του Γιάννη Μόσχου)

Ο αναρχικός γείτονας (του Γιάννη Μόσχου)

0
45
Spread the love

 

του Γιάννη Μόσχου

Το ταξί σταμάτησε απότομα. Κάτι μου είπε, του έδωσα ένα δεκάρικο, κατάλαβα ότι φτάνει και περισσεύει και βγήκα έξω τρέμοντας. Έβαλα την τσάντα στην πλάτη μου και προχώρησα.

H παλιά μου γειτονιά!

Πρέπει να ήμουν δέκα χρονών όταν έτρεξα τελευταία φορά σ’ αυτά τα σοκάκια, κάθε σπιθαμή και ανάμνηση.

Το σχολείο μου!

Η ανάσα μου γινόταν όλο και πιο έντονη η καρδιά μου χτυπούσε από μέσα λες και ήθελε να ανοίξει το στέρνο και να πεταχτεί έξω. Πλησίαζα στο σπίτι που μεγάλωσα. Άραγε θα στέκει; Να το, το ισόγειο, η αυλίτσα μου, το παραθυράκι απ’ όπου κατασκόπευα την γειτονιά. Ενστικτωδώς γύρισα από την άλλη.

Ο Μάρκος, εκεί έμενε ο Μάρκος…

 

Παράτησα μισοτελειωμένο το παζλ με τον σπάιντερμαν κι έτρεξα προς στο παράθυρο. Σκόνταψα στην καρέκλα του μπαμπά, έριξα το ποτήρι με το χθεσινό νερό που ήταν στο τραπέζι και σκαρφάλωσα στον καναπέ. Παραμέρισα τις γρίλιες και κόλλησα τη μύτη μου στο τζάμι, κι εκεί, ανάμεσα στους κάκτους, τους φίκους και τις μουσμουλιές του κήπου του, τον είδα˙ για την ακρίβεια είδα την αλογοουρά του να χώνεται στην αυλή. Μου ήρθαν στο μυαλό οι φωνές της πεθερούλας:

«Κόψ’ τη πια, κοτσίδα είναι αυτή; Έχει γίνει πιο λεπτή κι από ουρά ποντικού!»

Έφτασε η μέρα που ο Μάρκος θα το έκανε, τον άκουσα που το ψιθύριζε στον φίλο του τον Μίλτο, τον ντετέκτιβ, προχθές, που άραζαν στο παγκάκι ακριβώς έξω από το παραθυράκι μου. Ε, ρε γέλια που θα κάνουμε, έλεγε στον Μίλτο.

«Πώς θα το κάνεις ρε τρελέ;»

«Θα το συνδέσω με μπλουτούθ ρε, θα βάλω το ηχειάκι που μου έδωσες, να πιάσει τόπο».

Ο Φλούδας τριγυρνούσε στα πόδια του αφεντικού του βαριεστημένα.

«Και… πότε λες;»

«Μόλις την γλυκοπάρει ο ύπνος, αν και νομίζω πως οι φώκιες κοιμούνται βαθιά, δεν ξέρω καν αν το ακούσει!»

«Ρε Μάρκο, μη πάθει τίποτα η καρδιά της…»

«Ποια καρδιά ρε Μίλτο;»

«Ρε αν…»

Έριξε μια ματιά στον Φλούδα.

«Μπα, κακό σκυλί ψόφο δεν έχει. Έκανε εξετάσεις, τεστ κοπώσεως, είπε βγήκε αρνητικό, αν και είμαι σχεδόν σίγουρος ότι της έκαναν τεστ IQ».

Μου ξέφυγε ένα γέλιο˙ αυτός ο Μάρκος με τα αστεία του! Κάθε φορά που τον βλέπω μου έρχονται στο μυαλό τα χρόνια της Κρίσης. Τότε που στις ειδήσεις έβγαινε εκείνος ο ασπρομάλλης κύριος με τα γυαλιά και τα σουφρωμένα χείλια και δίπλα του η ξανθιά κυρία με τα φουσκωμένα χείλια και μας μιλούσαν για την κρίση και για κάτι σπρέντς που ανεβαίνουν και ανεβαίνουν. Και αυτό ήταν κακό. Ήταν σίγουρα κακό γιατί άκουσα και τον Μάρκο να το λέει. Έλεγε στην πεθερούλα ότι τα σπρέντς ανεβαίνουν πιο γρήγορα από τα κιλά της, κι επειδή η πεθερούλα όλο τρώει, μάλλον ανέβαιναν πολύ. Είχα ρωτήσει τον μπαμπά και μου είπε να μη ρωτάω, είμαι μικρός, δεν ξέρω. Και πώς θα μάθω αν δεν ρωτάω; Μάλλον ούτε αυτός ήξερε. Το μόνο που ήξερε τότε ήταν ότι δεν υπήρχε τίποτα στην εφημερίδα γιατί είχε να φορέσει τα ρούχα της δουλειάς πάνω από τρεις μήνες, και όλο διάβαζε την εφημερίδα και όλο έλεγε: Τίποτα. Τίποτα. Τίποτα. Τα ίδια έλεγε και ο κύριός μας, στη Β’ τάξη, όταν τον ρωτούσαμε για τα σπρεντς. Τίποτα, τίποτα, τίποτα. Μάλλον ούτε αυτός ήξερε. Το ίδιο «τίποτα» μου ξεφούρνισε ο μπαμπάς και για εκείνο το χαρτί. Το άρπαξε κρυφά να μη το δω, αλλά εγώ είδα ότι πάνω πάνω έγραφε με κεφαλαία γράμματα ΕΞΩΣΗ. Πρώτη φορά την διάβαζα αυτή τη λέξη. Τι είναι αυτό μπαμπά; Τίποτα. Πολλά τίποτα μαζεμένα. Πολλά τίποτα που έγιναν τα πάντα μόλις είδαμε το σπίτι άδειο από τα πράγματά μας και τις βαλίτσες παραφουσκωμένες στα χέρια μας.

«Που θα πάμε;»

Αυτή η ερώτηση μου έφερε πόνο στην κοιλιά, και μετά κάτι σαν εμετό! Όταν όμως βγήκαμε από την πόρτα και είδαμε τον Μάρκο χαμογελαστό να μας κάνει νόημα και να μας δείχνει την αποθηκούλα που είχε ετοιμάσει, σαν καταφύγιο, μου πέρασε κι ο πόνος και όλα!

Κάθε απόγευμα ο Μάρκος ερχόταν από την τράπεζα, μου έκανε νόημα να πάω και καθόμασταν στην αυλή του, μέσα στα φυτά που ήταν σαν ζούγκλα. Λες και δε μέναμε στην Αθήνα αλλά κάπου στον Αμαζόνιο, όπως έλεγε. Από εκείνες τις χώρες ήταν και οι ιστορίες που μου διάβαζε, εκείνον τον συγγραφέα, τον Μπόρχες, όλο κάτι ιστορίες μαγικές, σαν παραμύθια. Και ακούγαμε Ροκ! Τόσο ωραία ήταν που όταν ξαναβρήκε δουλειά ο μπαμπάς και ακυρώθηκε η έξωση, εγώ κατέβασα τα μούτρα ως το πάτωμα.

Είχα, τώρα, φτάσει στον φράχτη του σπιτιού, έξω από την ανοιχτή μπαλκονόπορτα του δωματίου της πεθερούλας που σε λίγο θα έπαιρνε τον απογευματινό της ύπνο.

«Πρόσεξε μην κοιμηθείς πολύ και δεν ξυπνήσεις!» της πέταξε ο Μάρκος.

«Γαμπρρρρούλη μου, μην ανησυχείς, δεν πρόκειται να πεθάνω!»

«Σχεδόν τα έχεις καταφέρει, ελάχιστοι πεθαίνουν σε τόσο μεγάλη ηλικία».

Χώθηκε μες στο δωμάτιο ενώ ο Μάρκος παραμόνευε πίσω από την μπαλκονόπορτα. Μόλις με πήρε χαμπάρι, με κοίταξε συνωμοτικά και αρχίσαμε και οι δύο να χαχανίζουμε αθόρυβα. Σε λίγο ακούστηκε ένα βρυχηθμός που μάλλον ήταν η πεθερούλα που ροχάλιζε. Ο Μάρκος έβγαλε το κινητό του, κάτι πάτησε και μια μπάσα φωνή σαν να έρχεται από το υπερπέραν άρχισε να βγαίνει από την κρεμασμένη εικόνα του Αγίου Δημητρίου του καβαλάρη.

«…τον Μάαααρκο και τα μάαααατια σου, να του φέρεσαι σωστααααά, που θα βρεις ξανά τέτοιο γαμπρόοοοο, ο Μάρκος είναι άνθρωπος του Θεούουουουου, θέλημα Θεού είναι να βρει την ευτυχίιιιαααααα, πρόσεχε τον Μάαααααρκοοοοο… κάνε του όλα τα χατήηηηριαα…»

Τα ουρλιαχτά της πεθερούλας τρόμαξαν τρία περιστέρια που έψαχναν άδικα να βρουν ψίχουλα στον δρόμο και έκαναν εμένα και τον Μάρκο να κρατάμε τις κοιλιές μας από τα γέλια.

 

Στο πρόσωπό μου σχηματίστηκε ένα μεγάλο χαμόγελο, όπως κάθε φορά που θυμόμουν τον Μάρκο όλα αυτά τα χρόνια που έλειπα από την γειτονιά. Γύρισα και κατευθύνθηκα προς το σπίτι του, ελπίζοντας να τον δω. Άνοιξα την πόρτα της αυλής, παραμέρισα τους φίκους και τις πορτοκαλιές, χώθηκα μες στη ζούγκλα του κι εκεί, στο τραπεζάκι, είδα έναν τύπο, με αλογοουρά πιο λεπτή κι από ουρά ποντικού, χωμένο στα βιβλία, να διαβάζει και να γράφει σε ένα σημειωματάριο ενώ ο Chip Taylor τραγουδούσε «to crawl or not to crawl, fuck all those perfect people». Γύρισε και με κοίταξε. Τα πρόσωπά μας φωτίστηκαν, κι εκεί, ανάμεσα στα δέντρα τα βιβλία και τις μουσικές, ξεκαρδιστήκαμε στα γέλια.

 

Προηγούμενο άρθρο“Η χαμένη μέρα της κυρίας Προυστ”, ένα σύγχρονο παραμύθι (της Σίσσυς Τσιφλίδου)
Επόμενο άρθροΑντιστρέφοντας την Καρδιά του σκότους (του Θανάση Μήνα)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ