Μίλτος Σαχτούρης: Η Μαρία σκεφτική (της Κωνσταντίνας Κορρυβάντη)

0
1146

 

της Κωνσταντίνας Κορρυβάντη

Ο Σαχτούρης ήθελε τα ποιήματά του να ξεκινούν με μία εικόνα. Με τον ίδιο τρόπο ανοίγω κι εγώ την εισήγησή μου σε αυτήν την επετειακού χαρακτήρα συνάντηση στην Ύδρα για τα 100 χρόνια από τη γέννησή του. Με τη σκεφτική Μαρία του ομώνυμου ποιήματος από τη συλλογή «Τα φάσματα ή η χαρά στον άλλον δρόμο» του 1958 σε συνομιλία με τη Μαρία της Μαρίας Λαϊνά από το συνθετικό ποιητικό βιβλίο «Δικό της», έργο του 1985. Άλλωστε, όπως ακούσαμε τον ίδιο τον ποιητή να λέει στην ταινία του Λευτέρη Ξανθόπουλου που προηγήθηκε, «μία αλυσίδα είναι η ποίηση».

Οδηγήθηκα σε αυτή τη συγκριτική επιλογή αρχικά αποδεχόμενη την επίδραση που άσκησε σε έναν βαθμό η ποίηση του Σαχτούρη στην ποιητική γενιά του ΄70 στην οποία ανήκει και η Μαρία Λαϊνά. Παρακινούμενη από τις συχνότατες αναφορές της ίδιας της ποιήτριας στον τύπο για τον Σαχτούρη και τη γνωριμία τους, επέτρεψα στον εαυτό μου να δοκιμάσει το αναγνωστικό του ένστικτο, παρουσιάζοντας μια συνέχεια των όψεων της ποιητικής του Σαχτούρη που πιστεύω εντοπίζονται στο συγκεκριμένο έργο της Λαϊνά.

Πριν περάσω στους επιμέρους λόγους που με έπεισαν να αντιπαραθέσω τις δύο αυτές ποιητικές εργασίες, είναι νομίζω απαραίτητο να θυμηθούμε πρώτα τη «Μαρία» του Σαχτούρη. Διαβάζω:

 

Ἡ Μαρία

Ἡ Μαρία σκεφτικὴ ἔβγαζε τὶς κάλτσες της
Ἀπὸ τὸ σῶμα της ἔβγαιναν
φωνὲς ἄλλων ἀνθρώπων
ἑνὸς στρατιώτη ποὺ μιλοῦσε σὰν ἕνα πουλὶ
ἑνὸς ἀρρώστου ποὺ εἶχε πεθάνει ἀπὸ πόνους προβάτων
καὶ τὸ κλάμα τῆς μικρῆς ἀνεψιᾶς τῆς Μαρίας
ποὺ αὐτὲς τὶς μέρες εἶχε γεννηθεῖ

 Ἡ Μαρία ἔκλαιγε ἔκλαιγε
τώρα ἡ Μαρία γελοῦσε
ἅπλωνε τὰ χέρια της τὸ βράδυ
ἔμενε μὲ τὰ πόδια ἀνοιχτὰ

Ὕστερα σκοτείνιαζαν τὰ μάτια της
μαῦρα μαῦρα θολὰ σκοτείνιαζαν

Τὸ ραδιόφωνο ἔπαιζε
Ἡ Μαρία ἔκλαιγε
Ἡ Μαρία ἔκλαιγε
τὸ ραδιόφωνο ἔπαιζε

Τότε ἡ Μαρία
σιγὰ-σιγὰ ἄνοιγε τὰ χέρια της
ἄρχιζε νὰ πετάει
γύρω-γύρω στὸ δωμάτιο

«Η Μαρία» ως είδωλο, φάντασμα ή φάσμα χρωματικό υπακούει στον τίτλο της συλλογής στην οποία εντάσσεται και συγκεντρώνει όλα τα γνωρίσματα του σαχτουρικού σύμπαντος. Ποίημα της σκηνικής διάρθρωσης, της ιδεοπλαστικής εικόνας, υπαινικτικό και αφαιρετικό συστήνει μία ακόμα Μαρία στη νεοελληνική ποίηση.

Λαμβάνοντας υπόψη τη μαθητεία του Σαχτούρη στον υπερρεαλισμό, αλλά και την παράκαμψή του, η αξιοποίηση αυτού του κύριου ονόματος απαντάται στην «Υψικάμινο» του Ανδρέα Εμπειρίκου (θυμίζω τον στίχο «η νέα λεγόταν Μαρία») και από τον Σαχτούρη περνά στους Τάκη Σινόπουλο, Βασίλη Στεριάδη, Γιώργο Μαρκόπουλο για να φτάσει τριάντα χρόνια αργότερα ως «μικρή ανεψιά» – κρατώντας το νήμα του σαχτουρικού στίχου –  στην Λαϊνά.

Στο ποιητικό βιβλίο «Δικό της», που μας απασχολεί εδώ συγκριτικά με διάθεση παράλληλης ανάγνωσης και όχι επιγονικής αγωνίας, η Λαϊνά αφηγείται την ιστορία κάποιας Μαρίας. Η ποιήτρια διατηρεί τις σαφείς αποστάσεις του παρατηρητή κι αυτόπτη μάρτυρα, κινούμενη στις σαχτουρικές συντενταγμένες του σκηνοθετημένου ιδιωτικού χώρου και της παραστατικής ατομικής περιπέτειας.

Στο πρώτο ποίημα με τον τίτλο «Τοιχογραφία» περιγράφεται ως αρχαιολογικό εύρημα  ένα σωζόμενο τμήμα μινωικής γυναίκας. Η εισαγωγή είναι εικαστική αλλά και δηλωτική του διαβρωτικού χρόνου, παρουσιάζοντας μία κερματισμένη αναπαράσταση ενός γυναικείου σώματος που στη συνέχεια η ποιήτρια ονομάζει Μαρία.

Η Μαρία της Λαϊνά λειτουργεί εξ’ αρχής σαχτουρικά. Εισέρχεται στο συνθετικό ποίημα ως είδωλο και φάσμα, με την έννοια του ομοιώματος, του οράματος και της φαινομενικής παρουσίας, δίχως να λείπει και η χαρακτηριστική στον Σαχτούρη απόδοση των χρωμάτων.

Για την οικονομία του χρόνου παραθέτω μόνο τους τελευταίους στίχους από την «Τοιχογραφία» και περνώ στα αποσπάσματα που πιστεύω πως ανιχνεύεται η πρόσμειξη των σαχτουρικών υλικών. Διαβάζω Λαϊνά:

Τοιχογραφία

 

[…]

 

Κόκκινα τρίγωνα ή τόξα

σ’ όλο το άσπρο του βολβού.

Σώζεται επίσης η κορδέλα των μαλλιών

και η στροφή του σώματος

που ασφαλώς προϋποθέτει

ανάλογες κινήσεις των χεριών.

 

Λείπει το έδαφος του έρωτα.

 

Κι η Λαϊνά συνεχίζει.

 

Η Μαρία μέσα στον καθρέφτη

ολόσωμη

στρώνει το φόρεμά της στο λαιμό.

Δεν έχει σημασία τώρα που ξαπλώνει το κορμί της

αν έγινε σημύδα ή χορτάρι

η Μαρία μέσα στον καθρέφτη

στρώνει το φόρεμά της στο λαιμό.

 

Τριμμένο με νερό και στάχτη παρελθόν

Η Μαρία γελάει 

Γυρίζει και ξαναπαίρνει τη θέση της.

Αυτά ήταν τα τρία πρώτα ποιήματα από τη συλλογή της Λαϊνά. Η δική της Μαρία  προσπαθεί να αντιληφθεί τον εαυτό της κατοπτρικά, εξ’ αντανακλάσεως. Βλέπει τη φιγούρα της και στρώνει το φόρεμά της στο λαιμό, την ώρα που η Μαρία του Σαχτούρη βγάζει τις κάλτσες της, απλώνει τα χέρια της χωρίς αντίληψη του εαυτού της, ως φασματοσκόπιο και αντηχείο για τα μηνύματα και τις φωνές των άλλων.

Στον στίχο «τριμμένο με νερό και στάχτη παρελθόν» η Λαϊνά μας χαρίζει περασμένα χρόνια καθαρά και γυαλισμένα, μόνο και μόνο για να γελάσει μάλλον σαρκαστικά στον επόμενό της στίχο «Η Μαρία γελάει», ο οποίος υπάρχει αυτούσιος στην Μαρία του Σαχτούρη. Το ποίημα κλείνει με τη Μαρία να γυρίζει και να ξαναπαίρνει τη θέση της.

Πού όμως; Στην ιστορία; Στην τοιχογραφία; Στον καθρέφτη; Ίσως και στο ομώνυμο ποίημα του Σαχτούρη. Καταγωγικό τόπο της μίκρο-ιστορίας της, με όρους τεχνοτροπίας, επίδρασης και κοινής ποιητικής θεώρησης για την εικαστικότητα, τον μινιμαλισμό και τον συμβολισμό της.

Οι δύο ποιητικές καταθέσεις, παρόλο που παλμογραφούνται αλλιώς, μοιράζονται την θερμοκρασία μίας ψυχρής σκηνοθεσίας. Στοιχείο που δεν μεταβάλλεται ούτε στις κρίσιμες στιγμές των ποιημάτων, όπως η κοινή και στους δύο ποιητές σκηνή του πετάγματος και το φευγιού της Μαρίας. Απόδραση σαφώς οδυνηρή με κόστος και υπό όρους.

Τότε ἡ Μαρία
σιγὰ-σιγὰ ἄνοιγε τὰ χέρια της
ἄρχιζε νὰ πετάει
γύρω-γύρω στὸ δωμάτιο

Έλεγε ο Σαχτούρης.

Παρέσυρε μαζί της

και τα πουλιά απ’ το χαλί

κι ύστερα βγήκε

χωρίς αγκώνες

χωρίς γόνατα

Λέει η Λαϊνά στη δική της έξοδο.

Ως αναγνώστρια αναρωτιέμαι για την τύχη της Μαρίας. Για την απόγνωση και την αγριότητα του πετάγματος στους τέσσερις τοίχους του σαχτουρικού τετράστιχου, για τα κατάγματα της πρόσκρουσης και για το φρικτό από την προσπάθεια σαρκίο που καταφέρνει και διαφεύγει στην Λαϊνά.

«Επικαλέστηκε το όνομα της / κι ανασηκώθηκε σε άλλη εποχή» γράφει η ποιήτρια επιλογικά, δίχως να διευκρινίζει αν η εποχή είναι μελλοντική ή παρελθούσα. Το μόνο βέβαιο είναι η δύναμη της επίκλησης του ονόματος Μαρία.

Ως προς την ταυτότητα και την υπόσταση αυτής της Μαρίας, διάβασα με ενδιαφέρον το βιβλίο «Η Κασσάνδρα και οι Λογοκριτές», όπου η νεοελληνίστρια πανεπιστημιακός Κάρεν Βαν Ντάικ αναλύει το «Δικό της» και κάνει λόγο για μία «καλειδοσκοπική προσέγγιση» της Λαϊνά που «αφενός τεμαχίζει και αφετέρου πολλαπλασιάζει τη Μαρία». Η Μαρία αυτή είναι πολλές Μαρίες, παρατηρεί. Όπως ακριβώς και η φασματοσκοπική Μαρία του Σαχτούρη, θα πρόσθετα.

Αναφορά στη σαχτουρική Μαρία γίνεται και από την Βαν Ντάικ, καθώς επιχειρεί μία συγκριτική αντιπαραβολή των δύο έργων, έχοντας αναγνωρίσει το υπέδαφος και την επιδραστικότητα του Σαχτούρη. Η προσέγγιση της Βαν Ντάικ, αν και εστιασμένη σε ζητήματα χώρου, διάταξης και οπτικής ποίησης, ενθάρρυνε την πρωταρχική μου εντύπωση και κρίση περί κοινού εδάφους στα δύο έργα.

Η σκεφτική Μαρία του Σαχτούρη είναι μία «αισθητή και στοχαστική παράσταση», για να μεταφέρω τα λόγια του ποιητή και δοκιμιογράφου Γιάννη Δάλλα από τη μελέτη του «Ο ποιητής Μίλτος Σαχτούρης». Υλική παράσταση και στοχασμό είδα και στην Λαϊνά.

Οι μεγάλες διαφορές των δύο έργων, ωστόσο, που υπάρχουν και θα πρέπει να αναφερθούν,  είναι η  έκτασή τους  (μονοσέλιδο ποίημα η Μαρία του Σαχτούρη – ολόκληρη ποιητική σύνθεση της Λαϊνά), αλλά  και το κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο της εποχής τους, εφόσον παρεμβάλλονται τριάντα χρόνια. Βεβαίως, δεν σταματούν εκεί. Υπάρχουν και οι επιρροές των δύο ποιητών που δεν συγκλίνουν, οι  αποδεδειγμένες από την κριτική και οι δηλωμένες από το ίδιους.

Συγκεκριμένα για τον Σαχτούρη, ως παράδειγμα ανασκευαστικής σπουδής, ο Δάλλας παραθέτει το ποίημα «Τελ-Αβίβ» του Νίκου Εγγονόπουλου, απ’ όπου θεωρεί πως αντλεί η σαχτουρική Μαρία. Στο ποίημα του Εγγονόπουλου υπάρχει η Ελεωνόρα που παίζει άρπα και αντί για μουσική βγαίνουν με την σειρά ένα πουλί, μια πλάκα πράσινο σαπούνι κι ένα σίδερο του σιδερώματος. Αυτά τα «κοινότατα» που ονομάζονται «Ars Amantis», όπως γράφει χαρακτηριστικά ο Εγγονόπουλος σ’ αυτό το διαφορετικού ύφους ποίημα.

Ως προς το «Δικό της», είναι γνωστό και ειπωμένο από τη δημιουργό πως η ποιητική αυτή συλλογή είναι εμπνευσμένη από το έργο του πρόσφατου Νομπελίστα Πέτερ Χάντκε, «Αριστερόχειρη γυναίκα» με την αδέξια, παράξενη και ηθελημένα αποσυρμένη από τη ζωή ηρωίδα του, Μαριάννε. Παρόλο που όπως γράφει η ποιήτρια  στο βιβλίο της,  η Μαρία «Δεν μπορεί να αποδοθεί σε κανέναν / κι αυτό το ξέρει άθελα της», είναι εμφανή στην ανάγνωσή μου τουλάχιστον τα σαχτουρικά στοιχεία που επανεμφανίζονται ανακατασκευασμένα.

Σαχτούρης και Λαϊνά έπλασαν Μαρίες του μετά-χώρου και του μετά-χρόνου. Είτε πρόκειται για τα μεταπολεμικά/μετεμφυλιακά επίκαιρα του Σαχτούρη, είτε για την μετά τον έρωτα Μαρία της Λαϊνά. Οι Μαρίες τους στέκουν αντικριστά σε ρημαγμένους εσωτερικούς κόσμους, απομονωμένες μα εκκωφαντικά αισθητές.

Άλλωστε, όπως σημείωνε η Νόρα Αναγνωστάκη το 1960 στο δοκίμιό της «Οι Δύσκολοι Καιροί μέσα από την ποίηση του Μίλτου Σαχτούρη», μεταστρέφοντας το κλίμα και την μέχρι τότε κριτική υποδοχή της ποίησής του, «η άκρα οδύνη μπορεί να έχει ένα άκρως αισθητικό προσωπείο».

Συχνά σκέφτομαι πως στην ποίηση θα υπάρχει πάντα πολύ περισσότερο παρελθόν πίσω μας παρά μέλλον μπροστά μας. Παρόλα αυτά, κλείνω γραμμικά, αλυσιδωτά με τη συρραφή των δύο πρώτων στίχων Σαχτούρη και Λαϊνά.

«Η Μαρία σκεφτική / σ’ όλες τις πράξεις γύρευε τον εαυτό της».

 

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here