Φλεγόμενη γραφή Μπράιγ (της Κατερίνας Ηλιοπούλου)

0
288

 

 

 

της Κατερίνας Ηλιοπούλου (*) 

 

Με ποια γλώσσα μπορούμε να κάνουμε ποίηση σήμερα; Πως μπορούμε να δημιουργήσουμε ζωντανό ριψοκίνδυνο λόγο συντονισμένο με το παρόν, το εσωτερικό υπαρξιακό παρόν αλλά και το ιστορικό και κοινωνικό; Πως αυτός ο λόγος δεν συντονίζεται απλώς αλλά συστήνει μια συνομιλία;  Το Drapetomania, το νέο βιβλίο της Γιάννας Μπούκοβα, απαντά σε αυτά τα ερωτήματα με τον δικό του καλλιτεχνικό τρόπο, έχοντας αφομοιώσει εντελώς ιδιοσυγκρασιακά τόσο τον αιχμηρό λυρισμό και την έντονη εικονοποιία, που αποτελούν την ποιητική καταγωγή της, όσο και τη σύγχρονη τάση της ποίησης- ντοκουμέντου. Το αποτέλεσμα είναι ένα βιβλίο μοναδικό στο είδος του, μια ποίηση της σκέψης η οποία παράγει σε μορφή πραγματωμένων ποιημάτων την γλώσσα που της χρειάζεται για να σκεφτεί.

 

Το βιβλίο αρθρώνεται σε τρία αυτόνομα κεφάλαια, των οποίων οι συνδέσεις φανερώνονται σταδιακά. Το πρώτο κεφάλαιο, «Αστικοί μύθοι ή Οι σημειώσεις της γυναίκας φάντασμα», περιέχει 12 αυτόνομα ποιήματα, που αποτελούν μια σειρά από προβλήματα λογικής για υπαρκτά ή φανταστικά θέματα, όπως ο γρίφος της δεύτερης πόρτας, το πρόβλημα ορισμού της εξοχής (Μα το μεγαλύτερο ερώτημα / παραμένει  / σχετικά με τα όρια της εξοχής. / Γιατί εκεί που τελειώνει η εξοχή,  / αρχίζει, λένε, άλλη εξοχή,  / και κει που αυτή τελειώνει, αρχίζει άλλη. / Τι να κάνω με τους φόβους που με ζώνουν;), τον Ντεκάρτ και το ζήτημα του πόνου, τις οποίες εξιχνιάζει ποιητικά και με συχνά παιγνιώδη τρόπο το alter ego της ποιήτριας, η γυναίκα φάντασμα, ως ντετέκτιβ-αφηγήτρια-αυτοβιογραφούμενη υπογείως και ειρωνικώς. Το πρώτο ποίημα «Οι σπιρτοκαλλιέργειες του Ντίσελντορφ» μιλά για το δυστοπικό αλλά παράξενα μαγευτικό τοπίο της σπιρτοκαλλιέργειας και τη θλίψη για τον χαμό της φλόγας και τελειώνει με την λέξη ανησυχία.

 

Η θέα είναι ιδιαίτερα εντυπωσιακή από αεροπλάνο

Ο ταξιδιώτης βρίσκεται μετέωρος ανάμεσα στη γη και το τίποτα

περιεργαζόμενος τ’ ατέλειωτα χωράφια

με το χρώμα της άγουρης φωτιάς

(το οποίο θα μπορούσε να ‘ναι κι οποιοδήποτε χρώμα)

έχοντας διαρκώς την αίσθηση μιας τόσο επίμονης

όσο και διδακτικής

ανησυχίας.

 

Αυτή είναι ίσως η κύρια αίσθηση που διαπερνά το βιβλίο. Η ανησυχία που εισάγει το πρώτο ποίημα πλέκει το δίχτυ της στα υπόλοιπα κείμενα του πρώτου μέρους και συνεχίζει με την αμείλικτη λογική του «Tractatus» στο δεύτερο  μέρος, το οποίο αποτελεί μια αριστουργηματική ποιητική σπουδή για το μίσος και τις μεταμορφώσεις του, μέσα από μια ζωολογική μελέτη των περιστεριών που είναι για την ποιήτρια ο φορέας του. Το «Tractatus» είναι ένα ποίημα για το μίσος που φτεροκοπά μέσα μας, μνημειώνεται σε αγάλματα κοπριάς, τρώει τη σάρκα του και τρέφεται από τα χέρια μας.  Με τη μορφή μιας φιλοσοφικοποιητικής πραγματείας αρθρώνεται σε παραγράφους μέσα από ένα ιλλιγγιώδες αλλά ενορχηστρωμένο detour με αναφορές στην ιστορία, τον ολοκληρωτισμό, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, την Πολιτεία του Πλάτωνα, τη βιομάζα της γαρίδας, τη Ρωσία και τα τάνκς, αλλά και το σώμα, την ηλικία, τον χρόνο και το άπειρο,  με ειρωνική διάθεση που φτάνει στο γκροτέσκο και μια πύκνωση του ποιητικού λόγου που φλέγεται ψυχρά.

 

/Νομίζω ότι είναι πια καιρός

να ξεκαθαρίσω τη θέση μου για τα περιστέρια./

 

Που όπως όλοι ξέρουμε είναι αρουραίοι με φτερά.

Τα μίσησα πριν από χρόνια όταν τα είδα να τρώνε σαλάμι

από τα χέρια ενός άστεγου στο πάρκο.

Έτσι μπροστά στα μάτια μου ένα σύμβολο

αποδείχτηκε κρεατοφάγο.

 

Το τρίτο μέρος, η σπονδυλωτή ενότητα σε 16 μέρη, «Drapetomania», (– η ψυχική νόσος στην οποία η λευκή ιατρική απέδιδε την τάση των μαύρων σκλάβων να δραπετεύουν από τις φυτείες, όπως μας εξηγεί) είναι ένα διανοητικό ταξίδι με σταθμούς σε λογοτεχνικές αναφορές, επιστημονικά δεδομένα και φιλοσοφικά παράδοξα. Εδώ αναδύεται η ποιήτρια ως συλλέκτρια δεδομένων. Μέσα από παραδρομές της λογικής και εξωφρενικές ειδήσεις αναζητά το νόημα ή τα νοήματα, όπως γράφει ήδη στην πρώτη σελίδα του κεφαλαίου, ως ποιητικό κρέντο: (Όπου και να πάω βρίσκω νοήματα / όπως όπου και να πάει ο Πουαρό συμβαίνουν φόνοι). Ο κόσμος μας που κατακλύζεται και δομείται πάνω σε ψηφίδες πληροφοριών συχνά ασύνδετων και ψευδών, οι οποίες διακλαδίζονται με άπειρους τρόπους και απρόσμενες συνδέσεις, διυλίζεται μέσα από το φίλτρο της ποιητικής σκέψης και αναδύεται αινιγματικός, γοητευτικός και αποτρόπαιος.

 

Το πλέγμα των γλωσσικών τρόπων που εναλλάσσονται στο βιβλίο δημιουργούν το μοναδικό του ιδίωμα. Η απογυμνωμένη παράθεση των γεγονότων που έχουν προσεκτικά επιλεγεί ώστε να αποτελούν από μόνα τους γλωσσικά και διανοητικά συμβάντα, συχνά με την διάσταση μιας ποιητικής αποκάλυψης, πλέκεται με τη φιλοσοφική ποιητική σκέψη που παίρνει τη μορφή γρίφου αλλά και μιας σειράς πυκνών αφορισμών.  Παρόλο που δανείζεται πλήθος όρων και ετερόκλητων ιστοριών, δεδομένων και ειδήσεων από διάφορες πηγές, δεν υπάρχει στο βιβλίο διακριτό found text, αφού καταφέρνει να πλάσει με όλες τις ‘γλώσσες’ που χρησιμοποιεί τη δική της. Είμαστε ταυτόχρονα το δίχτυ και η αράχνη, μοιάζει να λέει το ποιητικό έργο της Μπούκοβα, συνεχίζοντας να παράγει συνδέσμους. Μεταμορφώνει το αυτονόητο και το τετριμμένο, προστίθεται στο μυστήριο χωρίς να το λύνει, με τη γνώση πως είναι  μέρος του, εκθέτει την αμείλικτη λογική του τεντώνοντάς την προς τον παραλογισμό. Κάθε τέτοια κίνηση της ποιητικής μπαγκέτας της δεν οδηγεί στη λύτρωση ή τη λύση, αλλά στο κενό. Ό ουρανός – διαπίστωσε ο Κέπλερ, / δεν είναι σκέπασμα, είναι πολιορκία. / Το κρεμμύδι του από τέλεια πλατωνικά σχήματα / κατάρρευσε. / Αποδείχτηκε μαθηματικά / ότι κάθε τροχιά έχει δύο κέντρα  / και το ένα είναι το κενό. Ίσως το κενό να αποτελεί το κεντρικό πρόβλημα του βιβλίου, τη γεωμετρία του, που εστιάζει στο κενό είτε αυτό είναι λογικό είτε ηθικό, είναι μια ποίηση που οσμίζεται τα χάσματα της λογικής, της σκέψης, της ιστορίας, αλλά δεν ηττάται από αυτό. Αντίθετα το κατοικεί ως αέναο χώρο αναζήτησης του νοήματος, ενάντια στην δυσφορία που γεννά ο πολιτισμός και την απελπισία κατανόησης της πραγματικότητας.

Ταυτόχρονα είναι ένα βιβλίο βαθιά πολιτικό που επανέρχεται μεθοδικά, με την νηφαλιότητα του επιστήμονα και την επινοητική φαντασία του ποιητή, με ειρωνικό αλλά και άμεσο τρόπο στην ανθρώπινη σκληρότητα, τον ολοκληρωτισμό που μεταμφιέζεται σε ιδεαλιστικές προθέσεις, την υποκρισία. Ενώ ρέπει συχνά προς την φρίκη, σώζεται από το χιούμορ και το κάλλος της ποιητικής εκφοράς.

(Οι ιδεολογίες την πατάνε στο άλυτο της κουτάλας,

ο πεινασμένος καθρέφτης:

όσο σε τρέφει, σε σβήνει.)

 

Η γυναίκα- φάντασμα που ενορχηστρώνει το βιβλίο είναι ο αθέατα παρών μάρτυρας-ποιητής, αυτός που έχει καταστεί φάσμα στον κόσμο του άυλου ολοκληρωτισμού του εμπορεύματος, μεταμφιεσμένος σε καρτουνίστικο υπερήρωα, που επιδεικνύει την απίθανη δυνατότητα μεταμόρφωσης της ποιητικής δύναμης. Γιατί αυτή εδώ δεν είναι ποίηση της ήττας αλλά ποίηση ετοιμοπόλεμη, ποίηση του παροντικού γίγνεσθαι που διακηρύσσει: θα παίξουμε με τα όπλα σας!

Με μια αντίστροφη ‘αντιποιητική’ κίνηση η Γιάννα Μπούκοβα επιμένει να αφαιρεί την μέθη, απομυθοποιώντας, αναποδογυρίζοντας, ταρακουνώντας μια σειρά από θεωρητικά, πολιτικά, αισθητικά, κοινωνικά στερεότυπα και ιδεολογήματα του συρμού, δημιουργώντας ένα βιβλίο μεθυσμένο από την νηφαλιότητα ενός ντετέκτιβ-καλλιτέχνη που εστιάζει στην απομυθοποίηση για να αποκαλύψει τον μηχανισμό του παγκόσμιου τσίρκου που τρίζει, την τσιτωμένη κιλότα της ακροβάτισσας, το τρομακτικό πρόσωπο του κλόουν. Μέσα σε αυτό η ίδια είναι ταυτόχρονα ο μάγος και το κορίτσι του μάγου, αυτός που ενορχηστρώνει και εκτελεί και αυτός που παθαίνει, γιατί είναι σαφές πως όλα όσα ψύχραιμα μας παραθέτει τα έχει υποστεί πως αυτή η περιδιάβαση, η αναζήτηση και η μετουσίωση έχουν διασχίσει ένα ζωντανό σώμα, και τώρα διασχίζουν το δικό σου.

Ανάμεσα στον θύτη και το θύμα ανοίγει ένα ηθικό κενό.

Η συμμετρία καταρρέει.

Ο θύτης είναι απόφαση, το θύμα τυχαιότητα.

Ο θύτης είναι ανήθικος, το θύμα δεν είναι ηθικό.

Καμιά αντιστοιχία δεν παρηγορεί.

(Στην αντιστροφή των ρόλων

το κενό διπλασιάζεται.) 

Η σκέψη προσβάλλεται εκεί.

Είναι το ρήγμα που μπάζει νοητική εντροπία.

Το βρόμικο μυστικό των ανθρωπιστικών σπουδών.

 

Σε ένα από τα μότο του βιβλίου υπάρχει η φράση του Βραζιλιάνου σεφ Alex Atala: Δεν θέλω να είναι νόστιμο, θέλω να είναι καταπληκτικό! Έτσι και τα κείμενα του βιβλίου δεν είναι εύπεπτα, έχουν φτιαχτεί για να καταπλήξουν, στόχος τους είναι να ταράξουν πνευματικά και αισθητικά, ανανεώνοντας το αίτημα του Κάφκα που έγραφε το 1904 στον φίλο του Πόλακ: «Νομίζω πως πρέπει να διαβάζουμε μόνο εκείνα τα βιβλία που μας πληγώνουν και μας μαχαιρώνουν». Από που προέρχεται όμως η αναγνωστική απόλαυση, η έλξη που μας προκαλούν αυτά τα κείμενα; Νομίζω, και ας μου συγχωρεθεί η λέξη,  από το γεγονός πως λένε την αλήθεια, τις αλήθειες, τις βαθιές αλήθειες που είναι ντροπιαστικές και ανομολόγητες: Πως σκοτώνουμε πάντα το πιο αθώο και ανυπεράσπιστο πλάσμα, την ίδια την ζωή, το πλάσμα Μινγκ που ζούσε αιώνια, για να το καταγράψουμε στον κατάλογο της γνώσης μας, πως ανήκουμε στην παγκόσμια ένωση των εξευτελισμένων, διαρκώς εξευτελίζουμε και εξευτελιζόμαστε. Το βιβλίο μας τραβάει συνέχεια το μανίκι προς την κατεύθυνση της αλήθειας και αυτό είναι άβολο και αδιάκριτο, αλλά έχουμε ανάγκη από συγγραφείς που τολμούν να πουν το χειρότερο, το πιο επικίνδυνο, να ψηλαφίσουν τη φλεγόμενη γραφή Μπράιγ για λογαριασμό μας, να μιλήσουν για τα εγκλήματα  που θάβουμε ασταμάτητα προκειμένου να διατηρήσουμε τη ροή της ζωής. Η ποίηση της Γιάννας Μπούκοβα σταματά τη ροή, κόβει την ανάσα και σε αυτή την ανακοπή ανάβει το σπίρτο ανάμεσα στις δύο χούφτες μέσα στο σκοτάδι και προχωράει στην ανασκαφή των πτωμάτων που θάβουμε, που ξεχνάμε, που απωθούμε συλλογικά, προκειμένου να συνεχίσουμε αυτό που βαφτίζουμε κανονικό. Η αποκάλυψη αν και οδυνηρή συνταράσσει τη ζωή με ζωή, επειδή κατά βάθος θέλουμε να μας ανακαλύψουν. Μέσα στην έκθεση της σκηνής του εγκλήματος αναγκαζόμαστε να δούμε τον εαυτό μας, αλλά και την αδυσώπητη σκουριά της ιστορίας.

Μπορώ να πω και άλλες εξυπνάδες.

Να πλένω τα δόντια μου σε ιστορικό χρόνο.

Δεν είναι κανέλα, είναι σκουριά.

Το πρώτο ποίημα του βιβλίου τελειώνει με την λέξη ανησυχία και το τελευταίο με τη λέξη τρομακτικό. Αυτή η ποίηση δεν φοβάται να τρομάζει, και να μας τρομάζει, να εκθέτει την ανοησία και την σκληρότητα, τα λογικά αδιέξοδα, το παράλογο και το γελοίο του κόσμου μας, το απροσπέλαστο της πραγματικότητας. Και μόνο στο τέλος,  έχοντας φάει ένα ένα τα μαγικά μανιτάρια της ποίησής της χωρίς να πάρουμε καμιά απάντηση έχουμε παρασυρθεί μαζί της στην άλλη πλευρά. Εκεί που η απελπισία κατανόησης της πραγματικότητας οδηγεί σε νέα νοήματα και η αναγνώριση των μηχανισμών του μίσους γίνεται αναγνώριση της αγάπης, γιατί χρειάζεται πολλή αγάπη για να γράψει κάποιος αυτά τα ποιήματα, να μπορέσει να καταβάλλει την απίστευτη προσπάθεια που απαιτεί η ανύψωση, δηλαδή η θέαση από άλλο σημείο.

/Παρεμπιπτόντως να σημειώσω/

ότι κι εμείς έχουμε την οπτική των πουλιών.

Σε κείνα τα πρώτα ένα-δύο μέτρα

της πάλης με την βαρύτητα.

Τα δευτερόλεπτα

που το αεροπλάνο ουρλιάζει περισσότερο.

Δεν είναι εύκολο.

Η ποίηση μονίμως αποσιωπά αυτό το γεγονός.

 

info: Γιάννα Μπούκοβα, Drapetomania (Μικρή Άρκτος, 2018)

(*) H Κατερίνα Ηλιοπούλου είναι ποιήτρια και μετάφραστρια, μία εκ των εκδοτών του περιοδικού ΦΡΜΚ.  Τελευταίο βιβλίο της η ανθολόγηση ποιημάτων μαζί με την Ελένη Ηλιοπούλου του Γουολτ Γουίτμαν, Φύλλα Χλόης, Κέδρος

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here