του Στέφανου Δημητρίου
I
«Η ευθύνη για την ψυχή της πόλεως είναι μια πιο όμορφη και στοχαστική διατύπωση για την αναζήτηση μιας περισσότερο αυθεντικής δημοκρατίας. Αν η δημοκρατία, όπως το είχε καταλάβει ο Τοκβίλ, είναι συγχρόνως ένα πολιτικό καθεστώς και μια κοινωνική συνθήκη των ηθών, μια ‘μορφή ζωής’, η ψυχή της πόλεως θα ήταν μια συναρμογή αυτών των δύο επιπέδων: διαλεκτική διασύνδεση των πολιτικών θεσμών και του συστήματος των ηθών μιας κοινωνίας που ενώ διασκορπίζεται σε επιμέρους συμφέροντα και διασπάται σε μια ποικιλία παθών, είναι συγχρόνως σε θέση να αντιληφθεί και να επωμιστεί ορισμένους συλλογικούς σκοπούς» (σς. 15-16). Το βιβλίο του Νικόλα Σεβαστάκη είναι μία επιχειρηματολογικώς στιβαρή συνηγορία, με κριτικό, αναστοχαστικό περιεχόμενο, υπέρ της φιλελεύθερης δημοκρατίας ως του τόπου της πολιτικής μας συνύπαρξης. Ο συγγραφέας δείχνει ότι η φιλελεύθερη δημοκρατία απειλήθηκε τόσο από την υπερβολική και εξιδανικευτική, εν πολλοίς, ανάδειξη των θετικών στοιχείων της, η οποία οδήγησε στην πλάνη περί αδιαμφισβήτητης ηγεμονίας της, όσο και στην απαξίωσή της από μορφές δεξιού και αριστερού «ριζοσπαστισμού». Η φιλελεύθερη δημοκρατία λοιδορήθηκε ως υπαίτια για την υποβάθμιση μιας αδιευκρίνιστης πολιτισμικής αυθεντικότητας, η οποία επαινέθηκε τόσο εκ δεξιών όσο και εξ αριστερών, αλλά και ως υπαίτια για τη συγκάλυψη των αιτίων που οδηγούν στην υπερανάπτυξη των ανισοτήτων, δηλαδή τον καπιταλισμό. Ο Νικόλας Σεβαστάκης ορίζει με σαφήνεια τα αντικείμενα της κριτικής ανασυγκρότησης στην οποία εστιάζεται: είναι και η υπονόμευση της φιλελεύθερης δημοκρατίας από την Άκρα Δεξιά, αλλά και ο εξ αριστερών εκφερόμενος ριζοσπαστικός λόγος, ο οποίος την παρουσιάζει ως προκάλυμμα του κεφαλαίου και της ταξικής πολιτικής. Δεν μένει όμως μόνον εκεί. Η κριτική του είναι ουσιαστική, διότι δεν παραβλέπει τον μη πολιτικό, άρα και αρκετά δεξιό ως προς το περιεχόμενο, φιλελευθερισμό, ο οποίος εστιάζεται απλώς σε ατομικά δικαιώματα, χωρίς συλλογικές δεσμεύσεις σε οτιδήποτε υπερβαίνει τον αυτοπεριχαρακωμένο ατομικισμό. Η κριτική του συγγραφέα είναι παραλλήλως και μία πολύ συγκροτημένη υπεράσπιση της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Όμως, όπως χαρακτηριστικά τονίζει ο Νικόλας Σεβαστάκης, αυτή η υπεράσπιση προϋποθέτει την επεξεργασία όλων των συναφών ενστάσεων και αντιρρήσεων (σ. 57). Ως εκ τούτου, το κριτικό και υπερασπιστικό εγχείρημα του Σεβαστάκη έχει και μία σαφή ευρετική διάσταση, η οποία τον οδηγεί και στη διατύπωση εύλογων αποριών ως προς τα όρια του ίδιου του εγχειρήματος, το οποίο υπηρετεί με μεγάλη συνέπεια ως προς την ευσύντακτη οργάνωση της επιχειρηματολογίας του. Αυτή ευρετική διάσταση, που συνιστά διακριτό μεθοδολογικό πλεονέκτημα, επιτρέπει το να αναδεικνύεται και η πολιτική διάσταση της ανάλυσής του. Μια από τις εύλογες απορίες, για τις οποίες έγινε λόγος λίγο πριν, αφορά τη δυνατότητα προσδιορισμού των ορίων της δημοκρατικής τάξης, η οποία συνιστά και το οργανωτικό πλαίσιο όλων των λειτουργιών της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Αυτές οι λειτουργίες είναι που εναρμονίζουν τη φιλελεύθερη, αντιπροσωπευτική δημοκρατία με τις δικαιοκρατικές αρχές. Η εμπλοκή όμως του μηχανισμού αυτών των λειτουργιών είναι αυτή που συνδέεται με την απαξίωση της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, ακόμη και με την πολεμική εχθρότητα προς αυτήν. Κάπως έτσι, εάν δεν παρερμηνεύω τη συλλογιστική του Νικόλα Σεβαστάκη, οδηγούμαστε στην πολιτική του μίσους. Βεβαίως, όπως δείχνει και ο διαδικτυακός κόσμος, πρωτίστως, η πολιτική του μίσους είναι όπως τα αβολίδωτα πυρά, όταν δεν εκφέρεται μέσα από την αντίστοιχη, πότε εκκωφαντική και πότε ψιθυριστή, ρητορεία του μίσους. Η τελευταία της δίνει την πραγματική ισχύ πυρός, μεταφορικώς, αλλά και κυριολεκτικώς, όπως έχουμε δει. Η αντιμετώπιση, όμως, της απαξίωσης και της πολεμικής σε βάρος της φιλελεύθερης δημοκρατίας δεν είναι απλώς υπόθεση μιας προγραμματικής υπεράσπισής της. Με άλλα λόγια, δεν αρκεί απλώς και μόνο να κοιτάξουμε τους εχθρούς της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας και να οριοθετήσουμε τις σχέσεις με αυτούς σε ένα πεδίο θεμελιωδών αντιπαραθέσεων. Για να είναι ουσιώδης η υπεράσπιση της αντιπροσωπευτικής, φιλελεύθερης δημοκρατίας, θα πρέπει, κατά τον συγγραφέα, να δούμε ξανά όλα τα κρίσιμα, εριζόμενα θέματα τα οποία διαπερνούν οριζοντίως «τα παραδοσιακά φίλτρα της συζήτησης για τον καπιταλισμό και τον σοσιαλισμό» (σ. 63). Για να τα δούμε, όμως, όλα αυτά πιο καθαρά, ίσως να χρειαστούμε άλλα «γυαλιά»: «Πιστεύω, λοιπόν, ότι η κριτική συζήτηση για το τι πάει στραβά στη φιλελεύθερη δημοκρατία και φυσικά σε εκείνη ή την άλλη εθνική περίπτωση, χρειάζεται πολυεστιακούς φακούς, που θα βλέπουν συγχρόνως μακριά και πιο κοντά, θα εντοπίζουν τους δομικούς κινδύνους αλλά και τις περιστασιακές αιμορραγίες, θα διακρίνουν την προσωρινή, ίσως, οπισθοχώρηση από τη μονιμότερη αλλοίωση ή τη δραματική μετάλλαξη. Το χειρότερο είναι όταν όλες αυτές οι οπτικές γωνίες συγχέονται και μεταβάλλονται σε μια άμορφη μάζα συμπτωμάτων στο πλαίσιο των οποίων ανταγωνίζονται αντιδραστικές δυστοπίες και προοδευτικές ουτοπίες» (σ. 64). Αυτή η πολυεστιακή εξέταση του Νικόλα Σεβαστάκη εκτείνεται με διεισδυτική εμβάθυνση στο πεδίο των πλέον κρίσιμων διακινδυνεύσεων. Ο συγγραφέας έχει διαρκώς κατά νουν ότι δεν υπάρχει δυνατότητα υπεράσπισης της φιλελεύθερης δημοκρατίας χωρίς την ταυτόχρονη ουσιαστική υπεράσπιση των δικαιοκρατικών αρχών της. Η φιλελεύθερη, αντιπροσωπευτική δημοκρατία δεν νοείται χωρίς την κυριαρχία και την πρωτοκαθεδρία του νόμου, αλλά και την υπαγωγή της κρατικής εξουσίας στη δικαιοδοσία και το πεδίο της υπεροχής και της κυριαρχίας του νόμου, όπως δεν νοείται και χωρίς τη διάκριση των εξουσιών, τον έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων, αλλά και της ασφάλειας του Δικαίου. Αυτή, όμως, η επίγνωση, που είναι αποτέλεσμα δικαιοπολιτικής ωριμότητας για όλους μας, οδηγεί και στη συνειδητοποίηση του γεγονότος ότι η σχέση ανάμεσα στο κράτος δικαίου και την αντιπροσωπευτική δημοκρατία προϋποθέτει την ουσιαστική ισχύ και την ακώλυτη λειτουργία των εγγυήσεών του. Χωρίς αυτές, τα θεμελιώδη δικαιώματα μετατρέπονται σε διακυβεύματα. Κατά την προσωπική μου ερμηνευτική πρόσληψη της πλούσιας προβληματικής αυτού του δοκιμίου, που ελπίζω να μην την παρερμηνεύω, η ίδια η ιδέα της δικαιοσύνης (στις διαφορετικές – αντιπαρατιθέμενες, αλλά και συχνά αλληλοσυμπληρούμενες – εννοήσεις της) είναι σκοπός, ή, έστω, ζητούμενο, της ίδιας της κοινωνικής συγκρότησης και της θεσμικής οργάνωσής της. Σε αυτό το πεδίο, δηλαδή μέσα στην ίδια τη συγκροτημένη κοινωνία, αναπτύσσονται και όλες οι σχέσεις αλληλεπίδρασης μεταξύ των ανθρώπων.
II
Στο ίδιο πεδίο, όμως, διαμορφώνονται – και εν μέρει αποκρυσταλλώνονται – και διαφορετικές ιδεολογικές εκδοχές της πραγματικότητας. Δεν εννοώ, με τον όρο «ιδεολογικές», μόνο τις μεγάλες ιδεολογίες του 19ου και του 20ου αιώνα, που δεν είναι πια ακριβώς οι ίδιες, αλλά και δεν έχουν σβήσει από τον εννοιολογικό μας χάρτη, αλλά και τα υποσύνολα πεποιθήσεων, τα οποία αποτελούν συστατικά μέρη ενός ευρύτερου τρόπου σημασιολόγησης της πραγματικότητας και του σύγχρονου κόσμου. Ο Νικόλας Σεβαστάκης επισημαίνει τον κίνδυνο πολύ εύστοχα: «Διαβάζοντας κείμενα νεομηδενιστών καλλιτεχνών αλλά και στοχαστών που δεν είναι μηδενιστές μα θιασώτες κάποιου ριζοσπαστικού πάθους, δεν μαθαίνουμε κάτι περισσότερο απ’ όσα ήδη γνωρίζουμε. Τι; Για παράδειγμα, ότι υπάρχουν γύρω μας πολλά απαράδεκτα και εξοργιστικά φαινόμενα ∙ ότι μας κυκλώνουν και μας εγκαλούν τεράστια περιβαλλοντικά, ανθρωπιστικά και κοινωνικά προβλήματα κάποια εκ των οποίων απαιτούν πλέον μεγάλης κλίμακας πολιτικές αποφάσεις. Όταν όμως αυτός ο στοχασμός των κινδύνων μετατρέπεται σε προφητεία ολέθρου, παράγει απλώς απελπισία και έναν επικίνδυνο πολιτικό αναθεωρητισμό. Για την ακρίβεια, έχουμε εδώ και τρεις δεκαετίες μια προϊούσα αισθητικοποίηση των αισθημάτων απόγνωσης και των εικόνων πτώσης. Μαζί με τους πραγματικά ζωτικούς συναγερμούς, για παράδειγμα σε σχέση με την κλιματική αλλαγή, προστίθενται και μεγάλες δόσεις ριζοσπαστικού ναρκισσισμού που δεν ενδιαφέρονται για τη λειτουργική διάσταση των όσων εξαγγέλλει ο τόνος της ηθικής αγανάκτησης. Η απόγνωση ως προσωπικός κλήρος έχει σοβαρή θέση μέσα στη λογοτεχνία, στην τέχνη και στο μεγάλο υπαρξιακό ρεύμα του φιλοσοφικού στοχασμού. Πολιτικά, όμως, δεν προτείνει ούτε καν ίχνη μιας πιθανής διεξόδου» (σς. 85-86). Σε αυτό το πεδίο, λοιπόν, των κρίσιμων αμφισβητήσεων και διακινδυνεύσεων, η υπεράσπιση του αξιακού συστήματος της φιλελεύθερης, αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας δεν μπορεί να στηρίζεται στις «μεγάλες δόσεις ριζοσπαστικού ναρκισσισμού». Η πραγματικότητα της ευρωπαϊκής δημοκρατίας θα πρέπει να υπερασπιστεί όλα τα επιτεύγματά της, αλλά και να αναμετρηθεί με τις αντιφάσεις της. Ούτε το ένα, όμως, ούτε το άλλο μπορούν να γίνουν, εάν η φιλελεύθερη δημοκρατία δεν αντιμετωπίσει με επαρκή γνώση και ευθύνη, αλλά και με αποφασιστική, σθεναρή βούληση των ζήτημα των κοινωνικών ανισοτήτων, αλλά και της ασφάλειας. Και, μάλιστα, ως προς την τελευταία, μέσω των πολυσχιδών εκδηλώσεων της έλλειψής της, δηλαδή της συνακόλουθης ανασφάλειας και του φόβου, από τον οποίο κατατρύχονται οι ευρωπαϊκές κοινωνίες. Είναι ο φόβος, η διαχείριση του οποίου αποτελεί το κατεξοχήν πλεονέκτημα της Άκρας Δεξιάς εναντίον της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Θα έχει μεγάλο ενδιαφέρον το να διαβάσουμε – και έτσι να διαπιστώσουμε και την επικαιρότητα της προβληματικής – το βιβλίο του Νικόλα Σεβαστάκη υπό το πρίσμα και των πρόσφατων γεγονότων του καλοκαιριού: ολετήριες πυρκαγιές, σε όλη τη χώρα, έκρηξη στην 111 Πτέρυγα Μάχης, στη Νέα Αγχίαλο, αλλά και ένας συφερτός από Κροάτες ναζί-χούλιγκαν, που επέδραμαν σε βάρος πολιτών, στη Νέα Φιλαδέλφεια, δολοφονώντας νέο άνθρωπο. Εάν τώρα, αυτά τα ασυνήθιστα, κατά τα άλλα, γεγονότα, που τείνουν να αποτελέσουν μικρές διαφοροποιήσεις μιας νέας κανονικότητας, τα συνδέσουμε με την καθημερινή εγκληματικότητα και παραβατικότητα, την παντελή απουσία Τροχαίας από τους δρόμους, άρα και την παντελώς προκλητική ανευθυνότητα για τα φονικά τροχαία δυστυχήματα που συμβαίνουν, και όλα αυτά με την κλιματική και ενεργειακή κρίση, καθώς και με έναν πόλεμο-εισβολή σε μία εθνικά κυρίαρχη χώρα, δηλαδή τον πόλεμο που εξαπέλυσε η αυταρχική Ρωσία, εισβάλλοντας στην Ουκρανία, εναντίον της ιδέας και της ύπαρξης της φιλελεύθερης δημοκρατίας, από κοινού με το ότι η απαξίωση της φιλελεύθερης δημοκρατίας και του πολιτικού φιλελευθερισμού, επελαύνει και από την «τραμπική» Αμερική, μαζί με τον νεοολοκληρωτισμό – και την ακύρωση των θεμελιωδών αρχών του ευρωπαϊκού πολιτισμού – εκ μέρους των σκληρά δογματικών εκδοχών της ( απαιτητέας, όμως, στη μετριοπαθή εκδοχή της) πολιτικής ορθότητας, τότε ο τίτλος και ο υπότιτλος του βιβλίου του Νικόλα Σεβαστάκη ανανοηματοδοτούνται: είμαστε όντως σε ένα «Ταξίδι στο Άγνωστο» και όντως ζούμε την κρίση του πολιτισμού, δηλαδή του ευρωπαϊκού πολιτισμού, καθώς βεβαίως και των ελληνορωμαϊκών καταβολών και προϋποθέσεών του, αλλά και της χριστιανικής του παράδοσης, που τον ανέδειξαν και ως ευρωπαϊκό, συνταγματικό πολιτισμό. Ο τελευταίος είναι η ταυτότητα της φιλελεύθερης, αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Το κράτος δικαίου είναι το δημόσιο πρόσωπό της. Νομίζω ότι αυτή η επίγνωση οδηγεί τον συγγραφέα στο να θέσει το κατεξοχήν κρίσιμο ερώτημα: «Το ερώτημα είναι αν η φιλελεύθερη δημοκρατία μπορεί να βγει σώα από αυτές τις εσωτερικές παλινδρομήσεις. Αν μπορεί να αυτομετταρυθμιστεί χωρίς να καταρρεύσουν οι αρμοί ή η βασική της κανονιστική αρματωσιά. Ελάχιστα δυστυχώς επιτρέπουν να απαντήσουμε με ασφάλεια στο ερώτημα. Το ζήτημα παραμένει ανοιχτό και ευτυχώς που δεν έχει σφραγιστεί από κάποια υπέρτερη μοίρα» (σ. 149).
Η οπτική μου για αυτό το σημαντικό βιβλίο σαφώς και δεν είναι διαφανώς αμερόληπτη. Σκιάζεται από βαθύτερες, συνειδητές επιλογές, διότι είναι οπτική διαμεσολαβημένη από την ευρωπαϊκή θεώρηση της ιστορίας, των θεσμών, της πολιτικής κοινότητας και πρωτίστως της αξίας του ανθρώπου, που είναι η θεμελιώδης αρχή του δημοκρατικού και φιλελεύθερου συνταγματισμού, η οποία αποτυπώνεται βεβαίως και στο δικό μας Σύνταγμα. Η κρίση όμως της φιλελεύθερης, αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, που, πολύ σωστά, ο Νικόλας Σεβαστάκης την συνδέει με την κρίση του πολιτισμού, οφείλεται και στο ότι επανακάμπτουν όλοι οι φόβοι, όχι μόνο οι καινούργιοι, όπως αναφέρθηκε πριν, αλλά και οι λησμονημένοι, οι αρχαϊκοί, που επανήλθαν μέσω της πρόσφατης πανδημίας. Και εδώ μάλλον βρίσκεται μια νέα θεμελιώδης αντινομία: η αντιπροσωπευτική δημοκρατία οφείλει να αναφέρεται σε μία αντίστοιχη συνταγματική, θεσμική, δημοκρατική τάξη, η οποία, για να υπάρχει, χρειάζεται την απαιτούμενη δικαιοκρατική οργάνωση, αλλά και μια ιδέα της δικαιοσύνης, με πολιτικό και κοινωνικό περιεχόμενο, ώστε αυτή να οργανώσει και την αντίστοιχη πολιτική αντιμετώπισης των απειλητικώς αυξανόμενων κοινωνικών ανισοτήτων, οι οποίες αποδιαρθρώνουν αυτήν την τάξη. Αυτό εκμεταλλεύεται η Άκρα Δεξιά ως κατεξοχήν εχθρός της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Μπορούμε, όμως, προς ενίσχυση της φιλελεύθερης δημοκρατίας, σε αναφορά και προς την ιδέα της κοινωνικής δικαιοσύνης, ως ρυθμιστικής και οδηγητικής αρχής της ιδέας ενός ρεπουμπλικανικά δημοκρατικού και πολιτικά φιλελεύθερου σοσιαλισμού, να σκεφτούμε τη θεσμική ανανέωση αυτής της τάξης μέσα στη διαρκή ρευστότητα των πολύμορφων κρίσεων και των πολυκύμαντων αλλαγών, τις οποίες διαρκώς επιφέρουν αυτές οι κρίσεις; Και εάν ναι, τι είδους τάξη θα είναι αυτή, που διαρκώς αλλάζει, άρα και θα καθορίζεται μέσα από τη διηνεκή «αταξία» της; Το βιβλίο του Νικόλα Σεβαστάκη αξίζει, όχι μόνο για την πυκνή προβληματική και τις θέσεις που διατυπώνονται σε αυτό, αλλά και επειδή προκαλεί αναστοχαστικά ερωτήματα. Έτσι ξεβολεύει τον αναγνώστη, βγάζοντάς τον από την τάξη των καθησυχαστικών βεβαιοτήτων και τον οδηγεί στην τάξη μιας ουσιαστικής κριτικής αναζήτησης θέσεων και αξιακών στάσεων, δηλαδή των στάσεων και των αυτοπροσδιορισμών που συλλαμβάνουν την αξία των δικαιωμάτων σε αναφορά προς τη δέσμευση σε ίσες κοινές υποχρεώσεις. Και αυτή είναι κατεξοχήν δημοκρατική τάξη. Και επειδή αυτή η τάξη είναι αυτή που εγγυάται και την ίση ελευθερία όλων μέσα στην εναρμονισμένη σχέση δικαιώματος και υποχρέωσης, θα είναι και μία κατεξοχήν φιλελεύθερη τάξη. Και, για να είμαστε ισότιμοι πολίτες, θα πρέπει να μετέχουμε και στις δύο. Αλλιώς, διαλέγει κανείς τον δογματισμό που τον βολεύει.
(*) Ο Στέφανος Δημητρίου είναι Καθηγητής Πολιτικής Φιλοσοφίας στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου










![Τα μεταμφιεσμένα (βιβλία) εκτός Απόκρεω [της Μαρίζας Ντεκάστρο]](https://www.oanagnostis.gr/wp-content/uploads/2026/02/ccb052aebf9ab89eb4ba0dcadf63d752-218x150.jpg)










