Μαθήματα Αγάπης (διήγημα του Ριχάρδου Σωτηρίου)

0
122

 

Ριχάρδος Σωτηρίου (*)

Ναι ναι, σήμερα κλείνουμε δέκα χρόνια γάμου, με άκουσες που μίλαγα στο τηλέφωνο ε; Θες να μάθεις τα μυστικά ενός ανθεκτικού γάμου; Α, θες να σου πω και για τη γυναίκα μου; Ναι ήμουν σίγουρος, για να ξέρεις να ξεχωρίζεις την ήρα από το στάρι, καλά εντάξει, θα σου πω, όμως σε παρακαλώ να μείνει μεταξύ μας γιατί ο κόσμος κρύβει πολλή ζήλια, άκου με που σου λέω, ωραία, ελπίζω να έχω την απόλυτη προσοχή σου και να μην πάνε στο βρόντο.

Λοιπόν, το βασικό είναι ότι μπορεί να αντέξει τα πάντα, αν και δεν έχω δοκιμάσει τα πάντα, ακόμη, από επιλογή, καθώς εκ φύσεως είμαι υπομονετικός, μ’αρέσει η κλιμάκωση του να φορτώνεις στον κύλινδρο τις σφαίρες μία μία και όχι να ενδίδεις στη στιγμιαία έξαψη του πυροβολισμού, πριν όμως το όπλο εκπυρσοκροτήσει πρέπει πρώτα να στήσεις τον στόχο, αυτή την, παραγεμισμένη με τα ψυχικά σου άχυρα, πάνινη κούκλα -ειδικά στο στήθος το οποίο οφείλει να είναι γεμάτο μητρική στοργή-  και αφού την διαπεράσεις με ένα μυτερό παλούκι, από το σημείο που προορίζεται αποκλειστικά για παλούκια, και στέκει ακινητοποιημένη περιμένοντας στο τυφλό ραντεβού με τη μοίρα, παίρνεις το μακρύκανο και πυροβολείς εξ επαφής, το μέταλλο να πάει βαθιά και να λιώσει τους γαλακτοφόρους. Ξέρω τι σου λέω, έχε λίγη υπομονή και θα γίνει πιο ξεκάθαρο.

Ο πρώτος που ενδιαφέρθηκε για το παραγέμισμά της ήταν ο μπαμπάς, με τον οποίο, όπως μου εκμυστηρεύθηκε η ίδια, όταν μου εναπόθετε την σωτηρία της στα χέρια μου χωρίς να το γνωρίζει, κάποια βράδια έβγαιναν για test drive με ριγμένα τα καθίσματα και σβηστά τα φώτα, πατέρας ήταν και ανησυχούσε, όφειλε να ελέγξει αν το κορίτσι είναι υγιές ή είναι τίποτα ελαττωματικό και μελλοντικά δεν θα μπορούσε να εκπληρώσει τα συζυγικά του καθήκοντα, ένα παιδί οφείλει να μαθαίνει από μικρό για τους κινδύνους που φουσκώνουν στις σκιές, πρόσεξε με όμως, αν δεν τους μάθει από την οικογένεια τότε οι σκοτεινοί κίνδυνοι, όχι μόνο, θα χρειαστεί να ξεφουσκώνουν μονάχοι τους αλλά το κορίτσι θα είναι και απροετοίμαστο για τον έξω κόσμο, και δεν είναι κανείς να εμπιστεύεται ξένους στις μέρες μας, ειδικά όταν τα φώτα σβήνουν, γι αυτό και εγώ -αγαπητέ αναγνώστη- της υποσχέθηκα να αφήνω πάντα τα φώτα αναμμένα.

Όπου και να βρίσκεται, ό,τι και να κάνει, είτε μαγειρεύει, είτε χτενίζει τα πυκνοφυτεμένα σταρένια μαλλιά της (με τρόπο που καλύπτει τα  μπαλώματα δέρματος απ’ όπου κάποιος ξερίζωσε μικρά ματσάκια την ώρα της εκπαίδευσης), έχει μάθει να διαβάζει τις σκέψεις και τις διαθέσεις μου ανά πάσα ώρα και στιγμή, ακόμη κι αν δεν έχει όρεξη για διάβασμα είναι απαραίτητο να ρίχνει μια γερή ματιά στις προτάσεις μου, πάντα πιάνει το νοήμα, σηκώνει υπάκουα την φούστα και αποκαλύπτει το σάρκινο τηγάνι της το οποίο σιγοβράζει λιπαρό λάδι, ανυπομονεί να τσιγαρίσει το ψάρι μου που σπαρταράει μέχρι να μυρίσει τηγανήλα, το μενού πάντα έχει λούτσο, όταν το γεύμα σερβιριστεί σε πιάτο βαθύ, και φυσικά αφού χορτάσω, μπορεί ελεύθερα να επιστρέψει στις δουλειές της άλλα κάθε φορά οφείλω να της υπενθυμίζω ότι κάποια στιγμή τα τηγανητά θα κοπούν, κάνουν χοληστερίνη και εμείς (και εσύ και εγώ) οφείλουμε να προσέχουμε την υγεία μας.

Δεν ήταν πάντα έτσι διεκπεραιωτικά τα πράγματα, όταν την πρωτοπήρα είχα την έκσταση του όψιμου καταναλωτή που φεύγει με το ακριβό του απόκτημα από την οικιακή αντιπροσωπεία όμως, όσο γυαλιστερό και να είναι το τετράτροχο, μετά από εκατό βόλτες χάνει την αίγλη του, ο οδηγός βαριέται, όπως βαριέται κάποιος μια μπαλαρίνα σε ξύλινο κουτί μετά τις πρώτες στροφές, ειδικά όταν αυτή δεν στροφάρει και χρειάζεται μονίμως κάποιος να την κουρδίζει, και μαζί της κουρδίζεται κι αυτός. Χρειάστηκαν ώρες περιπαθούς κουρδίσματος, εκπαιδευτικά διήμερα – σαββατοκύριακα που δεν είχα δουλειά αλλά ήμουν διαθέσιμος να της αφιερώσω ποιοτικό χρόνο για τη διαπαιδαγώγηση της- και δοκιμασίες που μετέτρεψαν τα όρια της σε ελαστικό ύφασμα που μπορεί να τεντώσει όσο χρειάζεται για να αγκαλιάσει το καταπονημένο, απο την κοπιώδη προσπάθεια, σώμα μου το οποίο πάντα την επιβραβεύει για την επιμέλεια της με δύο-τρία πηχτά φτερνίσματα. Μην είμαστε και πλεονέκτες! Τώρα πια με μια κίνηση του χεριού μου ανοίγει τα πόδια και κλείνει τα μάτια  με τα οποία κάτι πρέπει να κάνω, δεν χρειάζεται και τα δύο, οπότε το ένα μπορώ και της το βουλώνω, που και πού, μην φανταστείς, μόνο όταν η περίσταση το απαιτεί ή έχει περάσει πολύς καιρός από την τελευταία φορά, αλλά το άλλο, το άλλο πρέπει να μάθει να  μένει ανοιχτό, να κοιτάει βαθιά μέσα στο δικό μου, κάτι που θα υπονοούσε ότι μ’ αγαπάει, πράγμα που φυσικά δεν συμβαίνει και άρα καλούμαι εγώ να διορθώσω αυτή την ανυπακοή του σώματος της που ψευδορκεί ασυστόλως μπροστά στον δικαστή και τον δήμιο του. Τα χέρια, τα πόδια, ο λαιμός, οι οπές της, όλα έχουν τιθασευτεί, όμως τα βλέφαρα ακόμη αντιστέκονται δεικτικά στον έρωτά μου, γεγονός που δεν με βασανίζει κιόλας, γιατί όλα αυτά τα εντατικά με έχουν εξουθενώσει και έχω ανάγκη να ξαποστάσω και λίγο.

Όμως αγαπητέ αναγνώστη ελπίζω να μην νομίζεις ότι ενδιαφέρομαι αποκλειστικά για σαρκικές απολαύσεις, οι οποίες είναι και θλιβερά παιδαριώδεις αφού στο κάτω κάτω είναι πεπερασμένες, αλλά, ακόμη περισσότερο, από τον λευκό καμβά της σάρκας της, τον οποίο λατρεύω να βάφω με δαχτυλομπογιές σε όλες τις αποχρώσεις του μωβ, με ενδιαφέρει ο συναισθηματικός της κόσμος. Γι αυτό τον λόγο έχω αναλάβει τον προγραμματισμό της χρησιμοποιώντας την αρχέγονη γλώσσα προγραμματισμού του «μηδέν» και του «ένα». Το «μηδέν» είναι το ψυχολογικό και το «ένα» αντιστοιχεί στο σωματικό για το οποίο έχεις πάρει μια γεύση ως τώρα, οπότε φαντάζομαι ότι αδημονείς για το «μηδέν», που είναι και πιο περίτεχνο, καθώς, όχι μόνο βασίζεται στα «ένα» αλλά, απαιτεί και την μεταξύ τους εναλλαγή, αλλιώς ο κώδικας καταρρέει σαν την αδύναμη κράση μια εύθραυστης γυναίκας. Θα γίνω πιο συγκεκριμένος, χάριν γλαφυρότητας και συγγραφικού εντυπωσιασμού που ξέρω ότι ερεθίζει την φαντασία σου, με κατανοητά παραδείγματα πάντα. Λοιπόν, όταν τής έχω κλείσει το ένα ή το άλλο μάτι (εδώ έχουμε «ένα») και δεν μπορεί να δει καθαρά πόσο την αγαπώ τότε περνάω στα «μηδέν» που στοχεύουν στη αναμονή, δώσε έμφαση, για παράδειγμα, αρχικά πάμε μια εκδρομή που έχουμε πάρει νοστιμότατο φαγητό (ακόμη και για εκείνη) και φροντίζω να περάσουμε φίνα (εδώ έχουμε το πρώτο «μηδέν»), την επόμενη φόρα όμως που πάμε εκδρομή, και εκείνη περιμένει ότι θα ευχαριστηθεί καθαρό αέρα και θα μπακακιάσει (εδώ έχουμε την προσδοκία, την αναμονή, το «μηδέν»), φροντίζω να είναι σε κάποιο απομονωμένο δάσος όπου, πριν στρώσει το καρό τραπεζομάντηλο, της λέω να στρωθεί πρώτα εκείνη και να πιάσει δουλειά, να γδυθεί, και, αφού της υπενθυμίσω με τα χέρια μου ότι έχω παρατήσει την δουλειά μου για να την βγάλω έξω, και ποικίλες άλλες θυσίες μου (εδώ έχουμε «ένα»), την δένω σε ένα απόμερο δέντρο με κλειστά μάτια. Με αυτόν τον τρόπο, κάθε ήχος, ένα αδιευκρίνιστο τρίξιμο, ένα ασαφές θρόισμα, δημιουργεί την ένταση ενός επικείμενου κίνδυνου ή χτυπήματος που ποτέ δεν έρχεται  ή και που μπορεί να έρθει, είτε εσκεμμένα καθώς η ελαφρά άσκηση βοηθάει τη χώνεψη, είτε ακόμη και κατά λάθος, όπως για παράδειγμα επειδή η τυρόπιτα δεν είχε αρκετό κασέρι ενώ ξέρει πως αγαπάω το κασέρι (και στις δύο περιπτώσεις δημιουργείται άλλο ένα «μηδέν»). Οι συχνές επαναλήψεις που ποικίλουν σε περιεχόμενο είναι το μυστικό του σωστού προγραμματισμού, δημιουργούν μια συνεχή εναλλαγή απειλής και ιλαρής προσδοκίας που πολύ αρέσει, αν όχι σε όλες τις γυναίκες, τουλάχιστον στις περισσότερες, και σίγουρα στην γυναίκα μου.

Βέβαια δεν πρέπει να σου κρύψω ότι οι κοινές ζωές δεν χτίζονται μόνο με άτεγκτη πυγμή αλλά και με διαλλακτική επικοινωνία: εγώ λέω αυτή ακούει, αυτή λέει εγώ ανοίγω τηλεόραση, εγώ λέω αυτή κάνει, αυτή λέει εγώ μένω σιωπηλός μέχρι να μου φέρει αυτό που ζήτησα και αφού σπάσω την σιωπή μου με την γροθιά μου στην κοιλιά της, που έτσι κι αλλιώς είναι άχρηστη, της δένω τα χέρια, και με το άλλο κομμάτι σχοινιού, φτιάχνω μια διπλή θηλιά που όταν την κρεμάω στον γάντζο του τοίχου την τραβάει στον λαιμό τόσο όσο χρειάζεται για να αναπνέει, φυσικά μόνο αν στέκεται στις μύτες των ποδιών της, τότε μπορούμε να συζητήσουμε και οι δύο με ηρεμία για την κακή της συμπεριφορά της, της δίνω όσο χρόνο χρειάζεται μέχρι να συγκροτηθεί και να καταλάβει ότι παραλογίζεται, δεν είμαι και αναίσθητος, είναι σημαντικό στα ζευγάρια ο καθένας να αναγνωρίζει τα λάθη του στον δικό του χρόνο.

Μερικές φορές κάνουμε και άλλες συζητήσεις όπως για ελαττώματά μας που πρέπει να δουλέψουμε αν θέλουμε να πετύχει αυτός ο γάμος, αλλά επειδή εγώ είμαι φύσει συγκαταβατικός με τους ανθρώπους, με πονάει όταν την πληγώνω με το ρόπαλο της ειλικρίνειας, το οποίο αφήνει και αντιαισθητικές μελανιές -αυτό σημείωσε το, αγαπητέ αναγνώστη- , γι αυτό και εγώ φέρνω κάποιες άλλες γυναίκες, που είναι πιο ειλικρινείς και πιο φιλελεύθερες, με τις οποίες καθόμαστε όλοι μαζί να συζητήσουμε και, ανάμεσα σε αγκομαχητά και αναστεναγμούς, απαριθμούμε, μετά πόνου καρδίας και με φοβερή συστολή βέβαια, όλες τις δυσμορφίες της, σωματικές και χαρακτηριολογικές (πραγματικές και μη) καθώς πάντα υπάρχει κάπου στο μυαλό της ένα κομμάτι αδούλευτης γης που μπορούν να φυτευτούν σπόροι αμφιβολίας. Μετά την βεβιασμένη μου ειλικρίνειά, επιτελούς μένει σιωπηλή, και, με δάκρυα (σίγουρα χαράς), καταλήγει στα σωστά συμπεράσματα: έχει αυτό που της αξίζει και για το οποίο προετοιμάζονταν όλη της τη ζωή! Το παρατήρησες και εσύ έτσι; Ο σωστός προγραμματισμός πάντα οδηγεί σε λειτουργικά αποτελέσματα, μην ξεχνάς, «μηδέν» και «ένα»!

Όμως ο έγγαμος βίος δεν είναι πάντα τόσο συναισθηματικά πλούσιος, είναι γνωστή η πλήξη των ζευγαριών, το λένε και οι έρευνες, ειδικά όταν τα ζευγάρια διάγουν μια πολυετή ζωή που είναι σπίτι -δουλειά, δουλειά – σπίτι και με ενδιάμεσες στάσεις μόνο για νερό, και δεν είναι τυχαία η επιλογή του υγρού στοιχείου. Πολλές φορές για να κάνω τα πράγματα πιο πιπεράτα μεταξύ μας (μεταξύ εμού και εκείνης, όχι με εσένα) γίνομαι ένα σκανταλιάρικο παιδί και σκαρφίζομαι του κόσμου τα πειράγματα όπως για παράδειγμα, τότε που είχε περάσει μια μακρά περίοδος κατά την οποία ήταν υπάκουη και η πλήξη είχε βαρέσει κόκκινο, και εγώ είχα βαρεθεί να βαράω γενικά, οργάνωσα κάτι πολύ διασκεδαστικό, για μένα τουλάχιστον: μια μέρα, ξύπνησα νωρίς και πήγα στον νεροχύτη, τον γέμισα με αποφάγια, στούμπωσα τις τρυπούλες του σιφονιού σφιχτά-σφιχτά με μπαγιάτικο κοτόπουλο και τσόφλια από αυγά, άδειασα ικανοποιητική ποσότητα κέτσαπ, και ύστερα τοποθέτησα στη μέση της λάντζας, ανάμεσα σε άλλα ποτήρια και πιάτα, ένα  χοντρό ποτήρι μπύρας που είχα σπάσει στη μέση και το χείλος είχε αντικατασταθεί από μια καλοακονισμένη οροσειρά αιχμηρών κορυφών, ενώ, για να κορυφωθεί το σασπένς, άφησα την βρύση να τρέξει αρκετή ώρα ώστε  να δημιουργήσω έναν φαγώσιμο λαδερό βούρκο οπού μέσα του λιμνάζεται, σε ετοιμότητα, η αιχμηρή χαράδρα. Κατόπιν είχε τηλεόραση και χουζούρι στα ζεστά, για εμένα  καθώς  πρέπει κανείς να χαλαρώνει στα ρεπό, και για εκείνη, καθάρισμα και μαγείρεμα, αυτό είχε το πρόγραμμα, τουλάχιστον μέχρι το ουρλιαχτό της το οποίο μου τρύπησε τα αυτιά και κάλυψε την κελαριστή φωνή της ξανθιάς που παρουσίαζε ένα προπέρσινο μοντέλο αυτοκινήτου χαϊδεύοντας το καπό με τα κρινοδάχτυλά της, ήταν εμφανές ότι, αυτά τα αρθρωτά άνθη δεν είχαν πιάσει ποτέ ξεσκονόπανο, εν αντιθέσει με κάτι άλλα χοντροδάχτυλα που κρεμόντουσαν σαν σκυλοδαγκωμένο λουκάνικο. Ως σωστός σύζυγος έτρεξα στην κουζίνα απ’ όπου έρχονταν ο τσιριχτός ήχος, να δω τι συμβαίνει, να συντρέξω τον άνθρωπό μου, και εκεί τη βλέπω να σφίγγει το χέρι της για να περιορίσει το αίμα από το κρέας του αντίχειρα, ο οποίος μισοκρέμονταν από έναν παρταλιασμένο τένοντα. Παρόλο που το θέαμα ήταν κατά γενική ομολογία (δηλαδή δίκη μου) αποκρουστικό, εγώ στη θέα της σκηνής γέμισα με τόση χαρά που θα μπορούσα να χοροπηδήξω πάνω στον καναπέ, αν και η εκδήλωση χαράς είναι απαγορευμένη στο σπιτικό μου, τώρα που το σκέφτομαι όφειλα να κάνω μια εξαίρεση για χάρη μου, είναι καλό να ξεδίνει ο άνθρωπος που και που, αλλιώς γεμίζει απωθημένα. Μπορεί να σου φαίνεται υπερβολική η αντίδραση μου και ότι ένα γελάκι ήταν αρκετό δεδομένης της περίστασης, όμως μάθε τούτο αγαπητέ αναγνώστη: είναι να μη δει κάτι στην τηλεόραση αυτή η γυναίκα, αμέσως να τρέξει να το κάνει, καμία προσωπικότητα, και γι αυτό τον λόγο υπήρχε και η πρακτική πλευρά του πράγματος, της φάρσας ντε, ήξερα ότι έτσι δεν θα μπορεί να φωλιάζει τον αντίχειρα στην παλάμη και να κουνάει τα υπόλοιπα δάχτυλα πάνω κάτω σαν την κωφάλαλη όταν πηγαίνουμε στο φαρμακείο να πάρουμε Panmigram, το γιατρικό για τις αφόρητες ημικρανίες μου (τις οποίες μου προκαλεί η ίδια) και αναπλαστικές (απαραίτητες για το δικό της κρανίο), όπως είχε δοκιμάσει τότε, στην καραντίνα, και στο παρατσακ απέσπασα την φαρμακοποιό με ερωτήσεις για ποσοστά φθοριού στις οδοντόκρεμες. Το ήξερα ότι θα το πιάσεις, ναι, η λάντζα ήταν ένα λαμπρό παράδειγμα σωστής εφαρμογής «μηδέν» και «ένα» και, δευτερευόντως, ψυχαγωγίας, το πλύσιμο των πιάτων, είναι βεβαίως μια βαρετή αγγαρεία αλλά τώρα, δεν θα είναι ποτέ το ίδιο.

Αγαπητέ αναγνώστη, μη κοιτάς έτσι, να σου θυμίσω ότι εσύ με ρώτησες, παρακινημένος από την γαργαλιστική περιέργεια σου, οπότε έχεις την απόλυτη ευθύνη για ό,τι διάβασες, αν δεν σου άρεσε σκασίλα μου μεγάλη, αν πάλι σου άρεσε, δεν θα ήθελα σε καμία περίπτωση να με μιμηθείς, αυτό το επικρίνω, δείχνει μια θλιβερή έλλειψη φαντασίας, είσαι όμως ελεύθερος να εμπνευστείς και κατόπιν να αυτοσχεδιάσεις. Λοιπόν σε αφήνω στην περισυλλογή σου, έχω να κατεβάσω  τα χειμωνιάτικα και να ανεβάσω τα καλοκαιρινά. Αντίο και καλή τύχη… ΝΑΙ ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ, ΕΡΧΟΜΑΙ…

 

 

(*) Ο Ριχάρδος Σωτηρίου είναι MA Creative Writinig Metropolitan College (OBU)

 

 

Προηγούμενο άρθρο“Δημοκρατία” – έκθεση στην Εθνική Πινακοθήκη (11/7)
Επόμενο άρθροΗ πρώτη καταγραφή της φωνής της Dee Dee Bridgewater σε δίσκο και τα live album της (του Γιάννη Μουγγολιά)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ