της Έφης Κατσουρού
Ο Δημήτρης Μπαλτάς εμφανίστηκε στον χώρο της ποίησης το 2019 με την ποιητική συλλογή Η αρχή. Από τότε έχει εκδώσει άλλες πέντε συλλογές, με την τελευταία, με τίτλο Υπό καθεστώς ομηρίας, που παρουσιάζουμε σήμερα να αποτελεί ένα άλμα ενηλικίωσης για την γραφή του. Περισσότερο κατασταλαγμένος και ώριμος, τόσο συναισθηματικά όσο και γλωσσικά, στην συλλογή αυτή ο Μπαλτάς, μάς συστήνεται ουσιαστικά, απαλείφει κάθε περιττό συναισθηματισμό από τον στίχο του, ισορροπεί ιδανικά ανάμεσα στη γλώσσα και το συναίσθημά του, συγκαταλέγει την ειρωνεία στην συγγραφική του παλέτα και τολμά να συνομιλήσει με ευθύτητα χωρίς υπεκφυγές και περισπασμούς με τους συγγενείς ποιητές του.
Ξεκινώντας ήδη από τον τίτλο του βιβλίου, ο ποιητής δηλώνει την ομηρία του, μία συνθήκη τρισδιάστατη που βιώνεται καθολικά. Μέσα στο υπερνεωτερικό αστικό τοπίο νιώθει δέσμιος της κοινωνίας, της γλώσσας αλλά και του ίδιου του εαυτού, των επιθυμιών, των αισθημάτων, των αισθήσεων του. Η τελευταία συνθήκη αποτελεί και την πλέον επώδυνη ομηρία, μία υπαρξιακή περιδίνηση εντός εκτός και επί αυτών, των πόθων, παθών, των ηδονών και της χαμέρπειας που τον κρατούν δεσμώτη της ασυμβίβαστης μοναξιάς του.
Γράφει χαρακτηριστικά:
τις νύχτες που γυρεύουμε τρόπους/ να βολέψουμε το πάθος μας/ ξεπουλάμε όσο – όσο / κι αξιοπρέπεια κι εγωισμό/ για μια σάρκα ναρκωτική / για λίγες ρανίδες ηδονής. // Έπειτα φουντώνει η μοναξιά και μάς καίει.
Και αλλού:
Κάτω απ’ τη μπλούζα ανθίζει το στήθος σου. / τα μάτια σου ξαναμμένα φωτοβολούν όσο τα δάχτυλά σου/ σεργιανίζουν στο κορμί και το πρόσωπό μου. // Δεν μπορώ να παγώσω τη στιγμή. / Δεν μπορώ να καθυστερήσω το ξημέρωμα. / Δεν μπορώ να εμποδίσω το μοιραίο. / Ντύνομαι βιαστικά και φεύγω. / Αμίλητος απαρηγόρητος. // Σε κάθε αθώα αμυχή βρίσκει τρόπο να τρυπώσει / η μοναξιά. [«Αμυχή»]
Ο έρωτας του Μπαλτά, και ο τρόπος που τον βιώνει, θυμίζει τους έρωτες του Ντίνου Χριστιανόπολου, τα βολέματα καταστροφής μιας ανίσχυρης σάρκας που δέεται και καταρρέει στην αφή της άλλης σάρκας σφαδάζοντας στη μοναξιά της. Οι λέξεις του είναι ιδανικά διαλεγμένες ώστε στον ήχο τους να εγείρουν το διακείμενο, να θυμίζουν τους ανυπεράσπιστους πόθους του προγόνου ποιητή και κάπου να απαλείφουν την μοναξιά και να θραύουν τη μονολιθικότητά της:
Κι εγώ βγάζω και σου παραδίνω τη ψυχή μου / κι ας ξέρω ότι το τίμημα θα ‘ναι βαρύ, / κι ας ξέρω ότι θα αλλαξοπιστήσεις.// Πληρώνω τον οβολό της προσδοκίας / και εισέρχομαι στ’άδυτα της ελλιποβαρούς ευτυχίας. [«Αυτογνωσία»]
Ενώ μιλώντας για το σκυλί του ομολογεί: Ποτέ δεν με κοιτάζει επιτιμητικά, ποτέ δε με κουρελιάζει ούτε γυρεύει να του εξηγήσω τ’ ανεξήγητα. Μόνο μου παραστέκεται αγόγγυστα. Κι εγώ που δεν έχω μάθει σε τόση στοργή, τρέμω μη χάσω αυτή την τελευταία μονάκριβη παρηγοριά. [«Το σκυλί μου»]
Είναι σαφές ότι η ποίηση του Μπαλτά, είναι ένα ερωτικό κρεσέντο, που στη βάση του, όμως, αποτελεί μία βαθιά υπαρξιακή αναζήτηση. Στα σημεία συναντά την κοινωνία, την κρούση και τη θραύση της, την δομή και την αποδόμηση των δεσμών της. Θεμελιωμένοι στην ποίηση της Β’ Μεταπολεμικής Γενιάς, πέρα από την πρώτου βαθμού συγγένεια με τον Χριστιανόπουλο, που εντόπίστηκε ήδη, οι στίχοι του συνομιλούν και με άλλους εκπροσώπους της γενιάς αυτής, τον Τάσο Λειβαδίτη και τον Μίλτο Σαχτούρη, την Κική Δημουλά και τη Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ. [«Ο δάσκαλος», «Ο ασυμπτωματικός»]
Στο παγκάκι που όλα τα δέχεται / όλα τα σβήνει, όλα τα νταντεύει, / χαράκτηκαν ο έρωτας κι η αγάπη, / το δίκιο κι ο αγώνας -/ το αίμα το κοινό, γράφει σε μία σαφή απεύθυνση στον Λειβαδίτη. Και έρχομαι να συμπληρώσω: σε αυτό το παγκάκι που μοιάζει να είναι ο χώρος της ποίησής του έχουνε ξαποστάσει όλοι, οι ελάχιστοι ήρωες της καθημερινότητάς του, οι μοιραίοι, οι ωραίοι, οι εραστές, οι πόρνες, οι ρημαγμένες γυναίκες, οι φωτισμένοι δάσκαλοι και οι συμβιβασμένοι ασυμπτωματικοί, οι ποιητές που δεν «πουλούν» όμοια με τους ειρηνοποιούς, οι κοινότοποι διαβάτες που ίσως ποτέ δεν προσέχθηκαν από κάποιον άλλον. Ο Μπαλτάς γίνεται η φωνή και το χρώμα τους, το χάδι που δεν αξιώθηκαν – το χάδι που ο ίδιος δεν αξιώθηκε κι η μάνα στην οποία πάντα επιστρέφει σαν φιγούρα αρχέγονη και αρχετυπική που πάντα στέργει. Η ποίηση αποτελεί την απέλπιδα προσπάθεια για εκείνον, να περιθάλψει τα τραύματά του, να αναβάλει την ματαίωση του δικού του κατακερματισμένου όνειρου, να αποχαιρετήσει από την αρχή, όπως το έπραξαν κι οι πρόγονοί του στη δική τους συγχρονία, τις μεγάλες ιδέες και τους ρομαντισμούς, αυτούς που δε χωρούν σε μια ελάχιστη κοινωνία, θωρώντας κατάματα την παραμορφωμένη και θραυσματική τους εικόνα. Κι αν εσείς απαντάτε με γκλοπ και μολότοφ, εγώ απαντώ με τούτο το ποίημα, φωνάζει στο ποίημα «έγκλημα» για να κλείσει αργότερα την αφήγησή του με μιαν καθαρτική ανάσα:
Η ποίηση μαντάρει τους καημούς.//Αλλά τι να σου κάνουν και οι στίχοι, / όταν η μοναξιά έχει ξηλώσει / τα πιο αγνά, τα πιο τρυφερά σου όνειρα;
Δημήτρης Μπαλτάς, Υπό καθεστώς ομηρίας, Μετρονόμος, 2025
![]()











![Τα μεταμφιεσμένα (βιβλία) εκτός Απόκρεω [της Μαρίζας Ντεκάστρο]](https://www.oanagnostis.gr/wp-content/uploads/2026/02/ccb052aebf9ab89eb4ba0dcadf63d752-218x150.jpg)














