Η τρίτη ηλικία στο έργο του Παπαδιαμάντη (της Γραμμένης Πουρνή)

0
419

 

Γραμμένη-Ελένη Πουρνή (*)

 

 

Οι ηλικιωμένοι, μαζί με τις γυναίκες και τα παιδιά, αποτελούν τους κύριους πρωταγωνιστές στο έργο του Παπαδιαμάντη. Οι μορφές των ηλικιωμένων είναι άνθρωποι που έχουν πια περάσει στο περιθώριο και συνήθως απομονωμένοι  λόγω της μεγάλης ηλικίας τους και της ανημποριάς που τη συνοδεύει. Βασανισμένοι γέροντες που εκτός από τη φτώχια η ζωή τους έφερε και άλλες συμφορές, δεσποτικοί πατριάρχες και μητέρες, αυστηρές φιγούρες που η ζωή αφαίρεσε κάθε ίχνος ανθρωπιάς, είναι τα πρωταγωνιστικά πρόσωπα βρίσκουμε τόσο στα σκιαθίτικα και αθηναϊκά διηγήματα όσο και στα μυθιστορήματά του. Η επιλογή των πρωταγωνιστικών αυτών προσώπων οφείλεται και στη στενή σχέση του συγγραφέα με την ορθόδοξη χριστιανική πίστη και την ορθόδοξη Εκκλησία (Μπαστιάς, 1962: 103-126).

Κατά τη διάρκεια δεύτερου μισού του 19ου αιώνα, το νεοϊδρυθέν ελληνικό κράτος  προσπαθεί να βρει το βηματισμό του σε πολιτικό, οικονομικό και κοινωνικό επίπεδο. Κυριαρχούν τα παραδοσιακά ήθη, όπως στην προεπαναστατική περίοδο. Κεφαλή της οικογένειας παραμένει ο άνδρας και υπό την εξουσία του βρίσκονται οι νεότεροι άνδρες της οικογένειας, οι γυναίκες, τα παιδιά ακόμη και οι γηραιότεροι άνδρες όταν είναι εντελώς ανήμποροι ή άρρωστοι.  Η γυναίκα είναι υποταγμένη στις ανάγκες της οικογένειας (Δαράκη, 1995: 11). Ασχολείται με το νοικοκυριό και την ανατροφή των παιδιών ενώ στα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα οι δραστηριότητές της επεκτείνονται  στα χωράφια και την φροντίδα των ζώων. Σπάνια αποφασίζει για τον εαυτό της ή εκφράζει τις επιθυμίες της (Μερακλής, 2011: 64-66).

Οι κοινωνίες είναι κυρίως αγροτοκτηνοτροφικές ενώ στα νησιά όπως η Σκιάθος αναπτύσσονται επίσης αλιευτικές και ναυτικές δραστηριότητες (Κουρκουμπά-Δελακουβία, 2017: 219-229). Η πλειονότητα του ελληνικού πληθυσμού είναι στα όρια της φτώχιας και επιβιώνει με δυσκολία. Οι δυνατότητες για κοινωνική και οικονομική άνοδο είναι λιγοστές, το ίδιο και οι ευκαιρίες για εκπαίδευση. Οι άνθρωποι, ειδικά στις επαρχίες, είναι θρησκόληπτοι και επιρρεπείς σε προλήψεις και δεισιδαιμονίες. Ωστόσο, ο Παπαδιαμάντης δέχεται τους ανθρώπους αυτούς όπως είναι, δεν θέλει να τους αλλάξει ούτε πιστεύει πως είναι απαραίτητο κάτι τέτοιο (Λουκάτος, 1941).

Οι ηλικιωμένες γυναίκες πρωταγωνιστούν συχνότερα στο έργο του Παπαδιαμάντη σε σχέση με τους άνδρες. Αυτό ίσως να οφείλεται στη μεγάλη ευαισθησία που δείχνει ο συγγραφέας απέναντι στις κοινωνικά αδύναμες ομάδες όπως οι γυναίκες και τα παιδιά.  Πολύ συχνά στο έργο του διαμαρτύρεται για τη δεινή θέση των γυναικών στην ελληνική κοινωνία των  τελών του 19ου αιώνα. Η γυναίκα την εποχή εκείνη συχνά αντιμετωπίζεται ως προϊόν αγοραπωλησίας μέσω του θεσμού της προίκας, είναι υποχρεωμένη υπακούει συνεχώς στους άνδρες της οικογένειας και μέχρι τα γεράματα δεν λείπουν οι υποχρεώσεις και οι δουλειές, χλευάζεται αν δεν μπορεί να κάνει παιδιά (Η Φόνισσα, Η θητεία της πενθεράς, Έρως-Ήρως, Άκληρη, κ. ά.). Πολλές φορές αναγκάζεται να μεγαλώσει και τα εγγόνια της. Λόγω της απουσίας των ανδρών  από το σπίτι ή του θανάτου του άνδρα-αρχηγού της οικογένειας συχνά οι ηλικιωμένες γυναίκες καθίστανται η κεφαλή της οικογένειας, κάτι που ώθησε πολλούς να χαρακτηρίσουν την παραδοσιακή κοινωνία της Σκιάθου ως μητριαρχική (Γκασούκα, 1996).

Εξίσου σκληρή, βέβαια, είναι και η ζωή των ηλικιωμένων ανδρών. Αναγκάζονται να δουλεύουν σκληρά μέχρι τα βαθιά γεράματα και να υποστηρίζουν τα παιδιά τους-ιδιαίτερα τις κόρες τους σε περίπτωση χηρείας, κάτι που ήταν πολύ πιθανό λόγω των σκληρών συνθηκών ζωής και εργασίας  και της έλλειψης βασικών μέσων υγειονομικής περίθαλψης. Δεν υπήρχαν μεγάλα περιθώρια να εκδηλώσουν τα συναισθήματά τους ενώ οι πολύ σκληρές αυτές συνθήκες επιβίωσης τούς έκαναν αρκετά συχνά να χάνουν την καλοσύνη και την ανθρωπιά τους.

Οι ηλικιωμένοι, γυναίκες και άντρες, όταν τους εγκαταλείψουν οι δυνάμεις τους και καθίστανται πια ανίκανοι για εργασία συχνά συνήθως στο περιθώριο της οικογενειακής και κοινωνικής ζωής. Προέρχονται από τις κατώτερες και φτωχότερες κοινωνικές τάξεις. Για τον συγγραφέα το γεγονός πως οι άνθρωποι έτυχε να γεννηθούν φτωχοί δεν σημαίνει κάτι ούτε θεωρεί πως είναι κατώτεροι από τους πλούσιους (Μπαστιάς, 1962: 103-104). Η πενία υπήρξε άλλωστε το προσωπικό ιδανικό του συγγραφέα (Λορεντζάτος, 1994).

Θα εξετάσουμε δύο διηγήματα του συγγραφέα που αναφέρονται στις γυναίκες της τρίτης ηλικίας και δύο στους άνδρες.

Τ΄ αγνάντεμα (1899), όπως πολλά διηγήματα του Παπαδιαμάντη, ξεκινά είτε με την επίσκεψη σε ένα ξωκλήσι είτε με έναν περίπατο μετά το πέρας της λειτουργίας. Στο συγκεκριμένο διήγημα μετά από μία λυρική περιγραφή του φυσικού τοπίου παρακολουθούμε μια ομάδα γυναικών να ανάψει τα καντήλια της Παναγιάς Κατευοδώτρας για το καλό κατευόδιο των ναυτικών που απέπλεαν μαζικά από το νησί ανεβαίνουν σε έναν κοντινό λόφο για να αγναντέψουν τα καράβια μέχρι να χαθούν στον ορίζοντα. Ο συγγραφέας εμφανίζει τις γυναίκες να εύχονται καλό ταξίδι στους δικούς τους με την τεχνική του εσωτερικού μονόλογου. Επικεφαλής των γυναικών φαίνεται να είναι η γριά Συρραχίνα ή θεια-Φλωρού, παλιά καπετάνισσα.  Η Συρραχίνα αναλαμβάνει να επισημάνει στις υπόλοιπες το βράχο της Φλανδρώς και να τους διηγηθεί τον αρχαίο μύθο της Φιλανδρώς, μιας νεαρής κοπέλας που αγαπούσε τόσο τον ναυτικό άνδρα της ώστε όταν αργούσε να γυρίσει από το ταξίδι του τον περίμενε με τέτοια αδημονία που οι θεοί την λυπήθηκαν και την έκαναν βράχο. Στους νεότερους χριστιανικούς χρόνους η γριά Χατζηγιάνναινα  έχτισε το ξωκλήσι για να έχουν τα παιδιά της καλό κατευόδιο. Έπειτα οι γυναίκες πήγαν να μαζέψουν άγρια χόρτα και με την δύση του ηλίου γύρισαν σιγά-σιγά στην πόλη.

Ο συγγραφέας επιλέγει να παρουσιάσει τη γυναικεία ομήγυρη μέσα στο ειδυλλιακό φυσικό περιβάλλον του νησιού, σε μια ειρηνική σκηνή, μακριά από τις δυσκολίες και τα βάσανα της καθημερινότητας. Οι γυναίκες μπορεί να είναι λυπημένες για την αναχώρηση των οικείων τους ωστόσο δεν παύουν να θαυμάζουν και να απολαμβάνουν την ομορφιά και τη γαλήνη του τοπίου. Οι ειδυλλιακές περιγραφές της φύσης από τον Παπαδιαμάντη έχουν επισημανθεί από πολλούς μελετητές του έργου. Μοιάζει σαν να ήθελε να γράψει ένα ειδύλλιο όπου πρωταγωνιστεί κυρίως ή φύση ή να περιγράφει τον προσωπικό του απολεσθέντα Παράδεισο, τη Σκιάθο των παιδικών του χρόνων (Χρυσόγελου-Κατσή, 2002).

Ο ηγετικός ρόλος της γρια-Συρραχίνας ανταποκρίνεται στις επισημάνσεις των μελετητών για τον ηγετικό ρόλο των γυναικών στην κλειστή, παραδοσιακή κοινωνία της Σκιάθου λόγω της μακράς απουσίας των ανδρών ναυτικών. Οι γυναίκες είναι εκείνες που διευθύνουν την οικογένεια όταν λείπουν και όπως συμβαίνει στην περίπτωση της γρια-Συρραχίνας δεν αποκλείεται να είναι φορείς ιδιοφυούς σοφίας σε αντίθεση με το λαϊκό στερεότυπο που προβάλλει τους άνδρες ως φορείς σοφίας. Όμως το κριτήριο της ωριμότητας και της μεγάλης ηλικίας φαίνεται να παραμένει.

Η αφήγηση της Συρραχίνας δεν είναι απλά μια ευρηματική προσθήκη του συγγραφέα για να ενώσει με ένα συμβολικό τρόπο το παρελθόν και το παρόν και να καταδείξει την αιώνια φύση των ανθρώπινων παθών. Η αφήγηση του αρχαίου μύθου εντάσσεται στη μακραίωνη παράδοση των λαϊκών αφηγήσεων όπου οι λαϊκοί κυρίως άνθρωποι αναζητούσαν παρηγοριά και ανακούφιση από τα βάσανα και τις έγνοιες της καθημερινότητας μέσα από την καθαρτική και καταπραϋντική λειτουργία του αφηγηματικού λόγου. Ο ρόλος του αφηγητή/παραμυθά εξασκούνταν πολύ συχνά και από γυναίκες μεγάλης ηλικίας οι οποίες θεωρούνταν ιδιαίτερα ικανές. Συνήθως αφηγούνταν παραμύθια στο στενό οικογενειακό και φιλικό περιβάλλον ενώ στις ιστορίες τους πρωταγωνιστούν κυρίως γυναικεία πρόσωπα (Dégh, 1989/Papamichael-Koutroubas, 1984/ Βρέλλη, 2017). Η Συρραχίνα εδώ διηγείται σε πιο διευρυμένο αλλά γυναικείο κοινό αλλά στην ιστορία πρωταγωνιστεί γυναικείο πρόσωπο, η Φλανδρώ.

Η αποσώστρα(1905) μάς μεταφέρει στο χαμένο για μας σήμερα κλίμα της γειτονιάς με το κουτσομπολιό, τις άμεσες ανθρώπινες σχέσεις και το προσωπικό δράμα των ανθρώπων της. Η θεια-Μορισώ το Γιαλινάκι, μια ηλικιωμένη γυναίκα σε μια σκιαθίτικη γειτονιά σχολιάζει με ευθύ και οξύ τρόπο τα τεκταινόμενα της γειτονιάς. Η ίδια έμεινε χήρα πολύ νέα με τρία παιδιά. Οι δύο γιοι της εξαφανίστηκαν και η κόρη της πέθανε νέα λίγο μετά τη γέννα. Στράφηκε για παρηγοριά στην εκκλησία και τις φιλανθρωπίες αλλά γρήγορα άρχισε να μαλώνει με τους ιερείς και τον κόσμο γιατί σκανδαλιζόταν. Έπειτα ανέλαβε την ανατροφή ενός ορφανού από πατέρα κοριτσιού αλλά μετά από τρεις μέρες το έδιωξε γιατί έμπαινε στον πειρασμό και το φώναζε μπάσταρδο. Ένα αγόρι ορφανό και από τους δύο γονείς, μακρινό συγγενή της, το οποίο επίσης ανάθρεψε, το έσκασε γρήγορα μπαρκάροντας στα καράβια. Ένα τρίτο κορίτσι που υιοθέτησε στα δεκαπέντε αρραβωνιάστηκε κρυφά έναν νεαρό που δεν ενέκρινε η θεια-Μορισώ και εκείνη για να μην τον παντρευτεί έγραψε το σπίτι της σε ένα ξάδερφό της ενώ παράλληλα έβαλε εργάτες να βγάλουν τη σκεπή. Όταν το μετάνιωσε ο ξάδερφος δεν της έδινε πίσω το σπίτι. Έτσι της έμεινε μόνη παρηγοριά το κουτσομπολιό.

Η θεια-Μορισώ αποτελεί μία κλασική πρωταγωνιστική φιγούρα του παπαδιαμαντικού έργου. Ο Βαλέτας (1955: 612) θεωρεί πως ο Παπαδιαμάντης στο διήγημα αυτό σκιαγραφεί έναν συγκεκριμένο τύπο ηρωίδας. Χήρα από νεαρή ηλικία, βασανισμένη, άτυχη, προσπαθεί να επιβιώσει σε έναν κόσμο που ο ανδρικός λόγος μετράει πάνω από όλα. Αυτή ακριβώς η ανάγκη την ωθεί να υιοθετήσει μια σκληρή και άκαμπτη στάση γιατί ξέρει πολύ καλά πως δεν μπορεί να βασιστεί σε κάποιον άλλο πέρα από τον εαυτό της. Ωστόσο εξακολουθεί να παραμένει βαθιά ευαίσθητος και συναισθηματικός, όπως βλέπουμε σε πολλά περιστατικά που αναφέρονται στο διήγημα. Ενδιαφέρεται βαθιά για τους συνανθρώπους της αλλά τα προσωπικά της πάθη και η κακοτυχία δεν την αφήνουν να το δείξει με τον κατάλληλο τρόπο.

Η ηρωίδα φαίνεται να στρέφεται ιδιαίτερα προς το θεσμό της αναδοχής ή υιοθεσίας ορφανών παιδιών ως έναν τρόπο εξιλέωσης των αμαρτιών της και παρηγοριάς για τα παιδιά που η ίδια έχασε. Σε αρκετά διηγήματά του ο συγγραφέας παρουσιάζει με θετικό τρόπο τα «ψυχοπαίδια» όπως στους Φιλόστοργους, τα Τραγούδια του Θεού, το Χατζόπουλο κτλ. Αν και η πολύπαθη ηρωίδα δεν καταφέρνει τελικά να επιβληθεί και να δείξει την αγάπη και το ενδιαφέρον της στα παιδιά αυτά όπως πρέπει, προσπαθεί να τους προσφέρει ό,τι μπορεί.

Το κουτσομπολιό ως ελάττωμα κυρίως των γυναικών αλλά κάποτε και των ανδρών παρουσιάζεται αρκετά συχνά στο έργο του Παπαδιαμάντη. Συνήθως προέρχεται είτε από τις δυστυχίες της ζωής και λειτουργεί σαν άμυνα και σαν διασκέδαση είτε από ζήλια και κακεντρέχεια (Δημητρίου, 2002). Η θεια-Μορισώ αρχίζει να κουτσομπολεύει όταν τα χρόνια έχουν περάσει, οι άνθρωποι την έχουν απογοητεύσει και δεν περιμένει κάτι άλλο από τη ζωή της.

Ένα από τα πιο γνωστά διηγήματα του συγγραφέα όπου η πρωταγωνιστική μορφή είναι ηλικιωμένου άνδρα είναι η Υπηρέτρα (1888). Η 18χρονη Ουρανία περιμένει παραμονές Χριστουγέννων να γυρίσει από τη θάλασσα ο γέρος πατέρας της, ο οποίος  εργάζεται ως πορθμέας στο νησί. Τη βάρκα του την ονομάζει «Υπηρέτρα».  Μετά από μια σύντομη αναφορά στους γείτονες και συγγενείς της με τους οποίους δεν διατηρούν καλές σχέσεις, ο συγγραφέας αφηγείται την ιστορία του μπαρμπα-Διόμα. Ο Διόμας στα νιάτα του υπήρξε ευκατάστατος και περιώνυμος καπετάνιος αλλά σπατάλησε ο ίδιος τόσο μόνος του όσο και με φίλους του. Δύο φορές που πήγε να βγάλει σύνταξη στην Αθήνα έμπλεξε με τη γραφειοκρατία. Αποφάσισε τότε να δουλέψει ως πορθμέας, αν και είχε γεράσει πια. Την ημέρα εκείνη η βάρκα του ναυάγησε. Τον έσωσε ένα κοντινό πλοίο και γύρισε ζωντανός στην κόρη του.

Ο μπαρμπα-Διόμας είναι ένα τυπικό δείγμα παπαδιαμαντικού ήρωα συντετριμμένου από τις κακουχίες της ζωής, τις κακές του επιλογές και τις συνακόλουθες ατυχίες. Πρόκειται για ένα πρόσωπο που φαίνεται να έχει κατανοήσει και αποδεχτεί όχι μόνο τη μοίρα του αλλά και τις δικές του καλές επιλογές εσωτερικεύοντας τις πλήρως. Είναι αναγκασμένος να εργάζεται στα γεράματα του για να επιζήσει αλλά δεν παραπονιέται. Ανταποκρίνεται σχεδόν απόλυτα στο ανδρικό πρότυπο του εθιμικού δικαίου των παραδοσιακών κοινωνιών που ορίζει τον άνδρα ως αρχηγό και προστάτη της οικογένειας εφόσον η κόρη του έχει αναλάβει τα οικιακά καθήκοντα περιμένοντάς τον καρτερικά να γυρίσει.

Τα τελευταία του γέρου (1925) ανήκει στον κύκλο των αθηναϊκών διηγημάτων του συγγραφέα. Στα αθηναϊκά του διηγήματα ο Παπαδιαμάντης φαίνεται να καταγράφει απευθείας τις εμπειρίες του από τη ζωή του στην Αθήνα ενώ στα σκιαθίτικα να τις αναπλάθει μυθοπλαστικά (Χαριτίδου, 2012). Η μορφή του υπέργηρου, ασθενούς γέροντα κυριαρχεί σε όλο το διήγημα. Ο γέροντας (δεν αναφέρεται το όνομά του) παντρεύτηκε μία γυναίκα είκοσι χρόνια νεότερή του. Απέκτησε μία κόρη, η οποία χήρεψε στα σαράντα της και δύο εγγόνια. Ο εγγονός εξελίχθηκε σε ένα είδος μόρτη. Ο γέρος είναι κοντά στα 90, άρρωστος μεταξύ ζωής και θανάτου.  Ζουν από τα δωμάτια που νοικιάζουν. Ο εγγονός παντρεύτηκε χάρη στη φήμη ότι είχε περιουσία. Απαιτεί συχνά χρήματα και να μεταφέρουν τον άρρωστο παππού του στο νοσοκομείο για να βρει την ησυχία του από τα παραληρήματά του. Ένα μέρος του σπιτιού η γριά το έχει παραχωρήσει στην εγγονή της μετά το γάμο της. Η γριά είχε υιοθετήσει ένα οχτάχρονο ορφανό κορίτσι για να την βοηθάει και να της κάνει παρέα. Όλοι τη φωνάζουν μπάσταρδη. Ο εγγονός θυμάται τη γιαγιά του μόνο όταν χρειάζεται λεφτά. Η γριά μια μέρα κάλεσε δύο ιερείς να τελέσουν ευχέλαιο για τον ασθενή. Την επόμενη μέρα ο γέροντας πέθανε και η γριά είχε στο πλευρό της μόνο το μικρό ορφανό κορίτσι.

Οι διαλυτικές και αλλοτριωτικές τάσεις του χρήματος και των σύγχρονων οικογενειακών σχέσεων κυριαρχούν στο παραπάνω διήγημα. Ο γέροντας του διηγήματος φαίνεται να στερήθηκε τα χρήματα. Δεν δίνονται πολλές λεπτομέρειες για τη σχέση του με τη γυναίκα και την κόρη του. Οπότε μπορούμε να υποθέσουμε πως θα κυμαινόταν στα πλαίσια της μέσης οικογένειας της εποχής. Ο εγγονός του τους επισκέπτεται μόνο για να  του δώσουν χρήματα. Στην ίδια γραμμή φαίνεται να κινείται και η σύζυγός του, η οποία εμφανίζεται τόσο φιλοχρήματη ώστε ως διαχειρίστρια του νοικοκυριού να μην δίνει χρήματα ούτε στον άντρα της αναγκάζοντάς τον να ζητιανεύει. Συνεπώς ο γέρος βρίσκεται μάλλον στο περιθώριο της οικογένειας (Χαριτίδου, 2012). Γι’ αυτό μάλλον αναζητά το χρήμα ακόμη και στα επιθανάτια παραληρήματά του. Στο διήγημα αυτό φαίνεται πως η παρουσίαση του ηλικιωμένου ήρωα να στηρίζεται στο δίπολο αρσενικό-θηλυκό (Γκασούκα & Γκιόκα, 2012) (σε σχέση με την πολύ νεότερη γυναίκα του) για να προωθηθεί η ακριβώς αντίθετη εικόνα.

Η θέση των ηλικιωμένων, γυναικών και ανδρών, στα διηγήματα που παρουσιάσαμε είναι κάθε φορά διαφορετική και ιδιόμορφη. Στο διήγημα Τ’ αγνάντεμα η ηλικιωμένη γριά Συρραχίνα ή θεια-Φλωρού μέσα σε ένα ειδυλλιακό περιβάλλον γαλήνης και ηρεμίας λειτουργεί ως ηγετική μορφή στην ομάδα των γυναικών με τη σοφία της και τη βαθιά γνώση των ανθρώπινων παθών. Η ηρωίδα της Αποσώστρας θεια-Μορισώ εξαναγκάζεται από τις συνθήκες να πάρει τη ζωή στα χέρια της και να αγωνιστεί για την επιβίωση της οικογένειάς της. Η τύχη δεν είναι με το μέρος της και προσπαθεί συνεχώς να ισορροπήσει ανάμεσα στην ανθρώπινη πλευρά της και τις αντιξοότητες που αντιμετωπίζει. Ο μπαρμπα-Διόμας στην Υπηρέτρα είναι ένας σιωπηλός, μεταμελημένος άνθρωπος που με καρτερικότητα και υπομονή συνεχίζει να εργάζεται ως τα γεράματα έχοντας κερδίσει την αγάπη και το σεβασμό της νεαρής κόρης του. Ο ηλικιωμένος ανήμπορος άνδρας στο διήγημα Τα τελευταία του γέρου υπήρξε μια ζωή εγκλωβισμένος στη φιλαργυρία της γυναίκας του. Όλοι γύρω συνεχίζουν τη ζωή τους και μόνο η γυναίκα του εξακολουθεί να ενδιαφέρεται γι’ αυτόν-άγνωστο αν το κάνει γιατί είναι το καθήκον της ή στα πλαίσια του άγραφου εθιμικού δικαίου. Αρκετοί μελετητές του Παπαδιαμάντη επισημαίνουν πως ο συγγραφέας δεν περιορίζεται μόνο στην αναπαράσταση της κοινωνίας της εποχής του. Αντίθετα πρόκειται για πρόσωπα και για έναν κόσμου που ξεπηδούν από την παράδοση, αποτελούν την πραγματική εικόνα της εποχής του, προέρχονται από τη βαθιά πνευματικότητα που χαρακτηρίζει το συγγραφέα αλλά λειτουργούν παράλληλα σε δύο επίπεδα: το πραγματικό και εκείνο της ασάφειας και της αοριστίας ενός κόσμου ποιητικού (Μπαστιάς, 1962: 127-128/Λουκάτος, 1941/Λορεντζάτος, 1994/Πολίτου-Μαρμαρινού, 1987).

Πολύς λόγος έχει γίνει από τις ερευνήτριες του Παπαδιαμάντη τα τελευταία χρόνια για το αν αντιμετωπίζει τις ηρωίδες στα έργα του ως πρώιμος φεμινιστής ή αισθάνεται συμπάθεια και οίκτο γι’ αυτές μέσα από την οπτική ενός ίσως περισσότερο ευαίσθητου άνδρα (Γκασούκα, 1996/Αθανασόπουλος, 2012) . Στα νεότερα χρόνια με την αναγνώριση της ισότητας των δύο φύλων, οι ειδικοί έχουν καταλήξει πως δεν υπάρχει ανδρική και γυναικεία λογοτεχνία αλλά μόνο καλή λογοτεχνία ανεξαρτήτως φύλου. Γιατί, λοιπόν, ο Παπαδιαμάντης να μην είναι ένας καλός συγγραφέας με διορατικό βλέμμα που μπορεί να διεισδύσει εξίσου αποτελεσματικά τόσο στην ανδρική όσο και στη γυναικεία ψυχολογία; Για το ίδιο θέμα κάποιοι μιλούν για μεταστροφή του συγγραφέα στον τρόπο παρουσίασης των γυναικών όταν εγκαταλείπει τη μεγάλη φόρμα και το ιστορικό μυθιστόρημα και στρέφεται στο διήγημα και τη λεγόμενη ηθογραφία. Από τις ευαίσθητες και εύθραυστες γυναίκες των μυθιστορημάτων περνά στις σκληρές, βασανισμένες και απλοϊκές γυναίκες της Σκιάθου και των φτωχογειτονιών της Αθήνας (Γκασούκα, 1996/Αθανασόπουλος, 2012).

Ο Παπαδιαμάντης στα πρώτα του έργα ακολουθεί το ήδη παρηκμασμένο στην Ευρώπη ρεύμα του ρομαντισμού. Οι ρομαντικοί λάτρευαν την εικόνα της ασθενικής, αβοήθητης, ανήμπορης νεαρής γυναίκας που χρειαζόταν και προσέβλεπε στην ανδρική βοήθεια και προστασία. Όταν στρέφεται στα διηγήματα με περιεχόμενο περισσότερο ρεαλιστικό είναι επόμενο να καταγράφει την παρούσα πραγματικότητα και να καταφεύγει λιγότερο στις πηγές της φαντασίας του, όπως πρόσταζε το κίνημα του ρομαντισμού (Αθανασόπουλος, 1996). Εξάλλου δείγματα του γυναικείου δυναμισμού βρίσκουμε ήδη στο μεταβατικό του έργο Η γυφτοπούλα (1884) μέσα από την κατά διαστήματα δυναμική συμπεριφορά της νεαρής τσιγγάνας Αϊμά. Το ίδιο ισχύει και για τις γηραιές γυναίκες των διηγημάτων που εξετάσαμε, οι οποίες επιπρόσθετα λόγω της συχνής απουσίας ή του θανάτου των ανδρών αναγκάζονται να γίνουν οι αρχηγοί της οικογένειας.

Η αποτύπωση των ανδρικών χαρακτήρων από τον Παπαδιαμάντη δεν περιορίζεται μόνο σε «ανδρείκελα» ούτε αντικαθίστανται παντελώς από την παρουσία του παντεπόπτη άνδρα αφηγητή, του μοναδικού ίσως αξιόλογου χαρακτήρα του σε ολόκληρο το έργο του, όπως αναφέρει χαρακτηριστικά ο Αθανασόπουλος (1992): «Ο μόνος πραγματικός χαρακτήρας μέσα στο έργου του είναι αφανής: είναι ο αφηγητής, ένας αφηγητής που συνήθως δεν συμμετέχει στη δράση (…) ακούει την αυτοβιογραφική φωνή του ίδιου του συγγραφέα (…). Η δράση αυτού του φασματικού ανδρικού χαρακτήρα συνίσταται-περιορίζεται στην παρατήρηση-στο κοίταγμα, την αναπόληση, στη φαντασίωση-γυναικείων χαρακτήρων που διαδέχονται ο ένας τον άλλο μέσα στο έργο του».  . Η παρουσία των ανδρικών χαρακτήρων-και δη των ηλικιωμένων-μπορεί να υπολείπεται αριθμητικά αλλά αποτυπώνεται και σκιαγραφείται με τους ίδιους ακριβώς όρους όπως οι πολυπληθέστεροι γυναικείοι. Η αξιοπρέπεια και η καρτερικότητα του μπαρμπα-Διόμα κυριαρχεί στην Υπηρέτρα ενώ γύρω από το νεκροκρέβατο του ετοιμοθάνατου γέρου εκτυλίσσεται η οικογενειακή φαρσοκωμωδία στα Τελευταία του γέρου. Άλλωστε η καταγραφή της ζωής των φτωχών και αδύναμων λαϊκών τάξεων είναι η θεματική επιλογή του συγγραφέα εστιάζοντας στις ακόμη πιο περιθωριοποιημένες πληθυσμιακές ομάδες των γυναικών και των παιδιών.

Οι μορφές των ηλικιωμένων γυναικών και ανδρών αποτελούν οργανικό μέρος στο σύνολο του έργου του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη. Οι ηλικιωμένοι ήρωες τυραννισμένοι, βασανισμένοι και συχνά καθημαγμένοι από τη σκληρή καθημερινότητα της εποχής άλλοτε βρίσκονται ακόμη στον αγώνα για τη βιοπάλη άλλοτε μεταδίδουν τη σοφία τους στους νεότερους, χολώνονται ή γίνονται αντικείμενο διαμάχης λόγω της ανημποριάς τους. Ο συγγραφές καταγράφει με ειλικρίνεια και καθαρότητα την περιπέτεια του βίου τους σκύβοντας με συμπόνια πάνω από το δράμα τους.

(*) Η Γραμμένη-Ελένη Πουρνή είναι φιλόλογος-αρχαιολόγος, MSc Ανάγνωση, Φιλαναγνωσία και Εκπαιδευτικό Υλικό, e-mail: mpournh@yahoo.gr

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Αθανασόπουλος, Β. (1996). Παπαδιαμάντης-ήρως. Ένας κοσμοκαλόγερος υπό το πρίσμα της φεμινιστικής κριτικής. Στο Πρακτικά Α΄ Διεθνούς Συνεδρίου για τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη (σσ. 319-366). Αθήνα: Δόμος.

Αθανασόπουλος, Β. (2002). Το γένος της αφηγηματικής φωνής στη Φόνισσα. Στο Πρακτικά Β΄ Διεθνούς Συνεδρίου για τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη (σσ. 53-62). Αθήνα: Δόμος.

Βαλέτας, Γ. (1955). Παπαδιαμάντης. Η ζωή-το έργο-η εποχή του. Αθήνα: Δημητράκος.

Βρέλλη, Δ. (2017). Η αφηγηματική τέχνη της Μαρίνας Παπαδογιωργάκη, μιας λαϊκής αφηγήτριας από την Αγία Μαρίνα Ηρακλείου. (Μεταπτυχιακή εργασία). Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο: Αθήνα.

Γκασούκα, Μ. (1996). Η κοινωνική θέση των γυναικών στο έργο του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη. (Αδημοσίευτη Διδακτορική Διατριβή). Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο: Αθήνα.

Γκασούκα, Μ. (2002). Πλευρές της έμφυλης ιστορίας στο έργο του Παπαδιαμάντη.  Στο Πρακτικά Β΄ Διεθνούς Συνεδρίου για τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη (σσ. 87-100). Αθήνα: Δόμος.

Γκασούκα, Μ. & Γκιόκα, Τ. (2012).  Ανδρικές ταυτότητες σε γυναικείους κόσμους στο παπαδιαμαντικό έργο. Στο Πρακτικά Γ΄ Διεθνούς Συνεδρίου για τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη (σσ. 81-92). Αθήνα: Δόμος.

Δαράκη, Π. (1995). Το όραμα της ισοτιμίας της γυναίκας. Αθήνα: Καστανιώτης.

Dégh, L. (1989). Folktales and society: story-telling in a Hungarian Peasant Community. Bloomington and Indianapolis: Indiana University Press.

Δημητρίου, Ε. (2002). Χαρακτηρισμός και κοινωνική συμπεριφορά των γυναικών στο έργο του Παπαδιαμάντη. Στο Πρακτικά Β΄ Διεθνούς Συνεδρίου για τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη (σσ. 121-134). Αθήνα: Δόμος.

Κουρκουμπά-Δελακουβία, Κ. (2017). Η Σκιάθος. Από την προϊστορία στον 21ο αιώνα. Σκιάθος: Ιδιωτική έκδοση.

Λορεντζάτος, Ζ. (1994). Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης-Πενήντα χρόνια από το θάνατό του. Στο Μελέτες (σσ. 237-258). Αθήνα: Δόμος.

Λουκάτος, Δ. (1941). Το λαογραφικό στοιχείο στο έργο του Παπαδιαμάντη. Νέα Εστία, τ. 30, σσ. 60-63.

Μερακλής, Μ. Γ. (2011). Ελληνική λαογραφία. Κοινωνική συγκρότηση, ήθη και έθιμα, λαϊκή τέχνη. 3η έκδοση. Αθήνα: Ινστιτούτο του βιβλίου-Α. Καρδαμίτσα.

Μπαστιάς, Κ. (1962). Ο Παπαδιαμάντης. Αθήνα: Εκδοτική Αθηνών.

Papamichael-Koutroubas, A. J. (1984). Paramythas and Paramythou: Male and Female Storytellers. Στο  Reimund Kvideland and Torumm Selberg (επιμ.), Papers (8th Congress of the ISFNR), 4 Vols. International Society for Folk Narrative Research, Bergen.

Πολίτου-Μαρμαρινού, Ε. (1987). Η ποιητικότητα του παπαδιαμαντικού έργου. Διαβάζω, τ. 165, σσ. 49-58.

Χαριτίδου, Γ. Η. (2012). Γυναικείες μορφές στα αθηναϊκά διηγήματα του Αλεξάνδρου Παπαδιαμάντη. Στο Πρακτικά Γ΄ Διεθνούς Συνεδρίου για τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη (σσ. 519-528). Αθήνα: Δόμος.

Χρυσογέλου-Κατσή, Α. (2002). Μαγευτικά τοπία στη θέση μιας μίζερης πραγματικότητας (Μορφές του ειδυλλιακού στον Παπαδιαμάντη). Στο Πρακτικά Β΄ Διεθνούς Συνεδρίου για τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη (σσ. 627-637). Αθήνα: Δόμος.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here