γράφει η Λένια Ζαφειροπούλου (*)
Είπαμε με τον Δημήτρη Παπανικολάου να μιλήσω εδώ απόψε για το θέμα μας, την θαυμάσια επιμονή από την σκοπιά της ποιήτριας. Ωστόσο σκέφτομαι, την επιμονή την έμαθα πρώτα ως μουσικός. Θα έλεγα την διδάχτηκα μαζί με την μουσική γλώσσα, όπως νομίζω τη διδασκόμαστε όλοι όσοι αρχίζουμε ένα όργανο από μικρά παιδιά, ιδίως ένα αχάριστο όργανο όπως το βιολί που ήταν η δική μου πρώτη επαφή με την κλασική μουσική.
Διδάχτηκα λοιπόν την επιμονή κόντρα στα γελοία φάλτσα του αρχαρίου, κόντρα στην ασχήμια του ήχου, κόντρα στην αφόρητη πλήξη που σου προξενούσαν τα δακτυλικά ασκησιολόγια. Έμαθα και την επί μονή και την υπό μονή, όπως σοφά έχει κατασκευάσει αυτές τις δυο συγγενείς έννοιες η ελληνική γλώσσα. Δηλαδή, και το να επιμένω, να παραμένω πάνω από το αντικείμενο, αλλά και το να υπομένω, να παραμένω κάτω από αυτό. Άρα λέω, αφού με την επι-μονή και την υπο-μονή βρίσκομαι και πάνω και κάτω από το αντικείμενο, στην πραγματικότητα βρίσκομαι μέσα του. Και αυτό είναι που ζητά η τέχνη, να βρίσκομαι αδιάκοπα μέσα της, και ακόμα και τις ώρες που δεν την κατεργάζομαι να σκέφτομαι με τον τρόπο της, να οραματίζομαι , να προσδοκώ και να φιλοδοξώ με τον τρόπο της.
Ας κοιτάξω όμως από λίγο πιο κοντά αυτήν την φαινομενικά κοινότοπη διατύπωση, ότι η τέχνη απαιτεί επιμονή. Πρώτον γιατί κατά κανόνα, η πρώτη μου σκέψη, η πρώτη μου ιδέα την ώρα που γράφω ποίηση ή ερμηνεύω μια παρτιτούρα, φέρει τα στίγματα και το άχθος της συνήθειας, της καθημερινότητας, της στεροτυπικότητας και αν θέλετε της τεμπελιάς που έχει σχεδόν πάντα το πρώτο προϊόν του νου και του αισθήματος. Η σκέψη και το αίσθημά μου όλη μέρα κινείται μέσα σε κοινούς τόπους. Σε τόπους κοινούς σε όλους, κατάλληλους για την απρόσκοπτη και ισότιμη επικοινωνία, σε κοινο-τοπίες. Η τέχνη όμως δεν παρακολουθεί, θα έλεγα μάλιστα καλείται να μην παρακολουθεί τον ρυθμό, τη θερμοκρασία και την αλληλουχία νοημάτων της πραγματικότητας. Άρα διά της επιμονής αναγκάζω την πρώτη μου σκέψη, να πηδήσει πέρα από τα σύνορα της ανακύκλωσης του εαυτού μου μέσα στον πραγματικό κόσμο. Και αν επιμείνω ώρες και μέρες στη μουσική μου μελέτη, ή μήνες και χρόνια σ’ ένα βιβλίο, μπορεί να συμβεί και κάτι άλλο. Ο ίδιος ο εαυτός μου ξεθωριάζει μαζί με τα υποτιθέμενα ανελαστικά του όρια. Ακριβώς επειδή επιμένοντας αναπτύσσω ταχύτητα μέσα σ’ αυτή την διαδικασία παραγωγής του καλλιτεχνικού έργου. Επιτρέπω τα λογικά άλματα, ανεβάζω μια αισθηματική θερμοκρασία που στην καθημερινότητα θα θεωρούνταν απρεπής ή φορτική. Ψάχνω μέσα στις αποσκευές της γνώσης ή ακόμα και της κρυπτομνησίας μου. Σκάβω στο υπέδαφός μου για τους συλλογικούς συνειρμούς ή και τις διαισθητικές ιδέες που δεν ξέρω από πού έρχονται. Και αυτό το ξεθώριασμα του εαυτού μου που κάθε πρωί ξυπνά μαζί μου, πεπερασμένος, περίκλειστος στην εποχή του και προβλέψιμος, αυτό το ξεθώριασμα ή η απόδραση ήταν για μένα πάντα το ζητούμενο στην τέχνη.
Με ποιον όμως τρόπο επιμένεις στην ποίηση, μια τέχνη που δεν διδάσκεται από μικρή ηλικία όπως η μουσική ή, αν θέλετε, γενικά δεν διδάσκεται με πλήρη και κανονιστικό τρόπο; Εγώ διδάχθηκα από τα ίδια τα βιβλία μου. Και ενώ στην αρχή συχνά πετούσα εύκολα ένα αποτυχημένο γραπτό και άρχιζα από το μηδέν ένα άλλο, συγχαίροντας τον εαυτό μου για την αυστηρότητά του, με τον καιρό έμαθα να επιμένω στα χωλά κείμενα όπως θα επέμενα στην μουσική μου μελέτη. Και είδα ότι ένα κείμενο θεραπεύεται με τον ίδιο τρόπο όπως ένα μουσικό κομμάτι. Με επιμονή. Και παρόλο που η ποίηση μοιάζει τέχνη άυλη, μπορείς με την επιμονή να ασκηθείς, να προπονηθείς πάνω στο κείμενό σου, όπως προπονείσαι στη μελέτη μιας άριας. Γιατί, όπως κανένα μέρος του εαυτού μας δεν είναι όντως καθαρά άυλο, έτσι και η τέχνη συγγενεύει πάντα με τον υλικό, ιδίως τον φυσικό κόσμο και λειτουργεί με τους κανόνες του. Είδα λοιπόν με τον καιρό ότι μπορώ να θεραπεύσω ένα κείμενο με τους κανόνες του ρυθμού, της πυκνότητας και των κορυφώσεων που ισχύουν στη μουσική. Ή με τους κανόνες της αφαίρεσης και του μη συμπληρωμένου νοήματος που ισχύουν στα εικαστικά. Και πάλι όμως, η τέχνη παραμένει πράγμα πολύ φευγαλέο. Το πολύ anything goes μπορεί να την καταντήσει ασήμαντη, η πολλή τεχνική στείρα και γραφική. Αλλά κι εδώ επιμονή μου χρειάζεται. Γιατί πρέπει να ισορροπήσω ανάμεσα στην αυθαιρεσία και τον φορμαλισμό. Πρέπει άλλες στιγμές να τακτοποιώ και να καθαρίζω και άλλες να ξεφαντώνω και να τα σπαω. Και στο τέλος να παρουσιάσω ένα σπίτι που θα έχει και τάξη και θρύψαλα. Και φωτεινά δωμάτια και κλειστές στοιχειωμένες κάμαρες. Και να είναι κατάλληλο και για ύπνο και για πάρτυ. Όλα αυτά είναι βέβαια τα ιδανικά ζητούμενα. Μια που η τέχνη ασφαλώς δεν είναι μάθημα γυμνασίου. Και δεν κατακτάται μόνο με σύνεση και φρόνηση. Από πάνω της πλανάται δυστυχώς ή ευτυχώς πάντα ως φάντασμα το Τυχαίο. Αυτό που ο 19ος αιώνας ονόμασε ατυχώς Έμπνευση. Μόνο που κι εδώ επιμονή χρειάζεται. Γιατί όταν περνά από πάνω σου το Τυχαίο,δεν περνά ως ευμενής Μούσα, αλλά με τον γρήγορο, αδιάφορο ρυθμό της φύσης. Και τότε εσύ καλείσαι σαν ελεύθερος σκοπευτής, να κρατάς πάντα επίμονα έτοιμο το τουφέκι σου για να προλάβεις να ρίξεις το Τυχαίο από ψηλά. Αυτές είναι οι λιγοστές φορές στη ζωή σου, που η σούπα της τέχνης μπορεί να βράσει διά μιας, σαν μαγικός ζωμός.
(*) Ιούνιος 2025 για την σειρά ομιλιών με θέμα Η θαυμάσια επιμονή, οργάνωση Δημήτρης Παπανικολάου, Φεστιβάλ Αθηνών.



























