Η κάλτσα μου είναι η μικρή με τα αστεράκια, δεξιά  (πρωτοχρονιάτικο διήγημα της Λίλας Κονομάρα)

0
185

 

Λίλα Κονομάρα

Αγαπημένε μου Άγιε Βασίλη,

Πρώτα απ’ όλα θέλω να μου πεις κάτι πολύ σημαντικό. Ποιος είσαι στ’ αλήθεια, έχω μπερδευτεί. Προχτές που κατεβήκαμε με τη μαμά στα μαγαζιά είδα πάρα πολλούς Αγιοβασίληδες στην πλατεία και το Σαββατοκύριακο που πήγαμε στον παππού ήταν  άλλος ένας στην τηλεόραση, σ’ εκείνη την εκπομπή που οι άνθρωποι είναι πάντα πολύ κεφάτοι μάλλον επειδή δεν πάνε πια σχολείο και σου δείχνουν πώς να φτιάχνεις φαγητά και γλυκά κι άλλα τέτοια.

Η μαμά λέει ότι αυτοί οι Αγιοβασίληδες είναι βοηθοί σου γιατί έχεις πολλή δουλειά και δεν τα προλαβαίνεις όλα μόνος σου. Ο αδελφός μου ο Αντώνης που κάνει πάντα τον έξυπνο επειδή με περνάει δυο χρόνια κι έχει μια φοβερή συλλογή από φτερά πουλιών που σπάνια μ’ αφήνει να τα πιάνω, λέει ότι αυτοί είναι ψεύτικοι Αγιοβασίληδες όπως εγώ που ντύθηκα Spiderman τις Απόκριες κι εκείνος Dead Pool. Τότε όμως γιατί κι εγώ να μην μπορώ να φορέσω τη στολή μου και να βγω στην πλατεία; Ρώτησα προχτές τον μπαμπά, κι εκείνος μού είπε να κόψω τις βλακείες και τότε εγώ πήγα να πω κάτι για το καρναβάλι, αλλά κόλλησα επειδή είναι δύσκολη λέξη και ο μπαμπάς θύμωσε κι άλλο και η μαμά μου έκανε νόημα να κλείσω το στόμα μου γιατί δεν πρέπει να συγχύζω τον μπαμπά. Μάλλον ο Αντώνης λέει βλακείες γιατί ούτε είδα άλλο μασκαρά στην πλατεία ούτε τις Απόκριες υπήρχε κανένας ντυμένος Άγιος Βασίλης στο πάρτι της Μαρίνας. Εκείνη είχε ντυθεί Άριελ και επειδή οι γοργόνες λέει δεν φοράνε γυαλιά, δεν έβαζε τα δικά της κι όλο  σκόνταφτε ώσπου χτύπησε τη μύτη της στον μπουφέ,  έβαλε τα κλάματα και ένας ξάδερφος της άρχισε να την κοροϊδεύει, οπότε του ‘ριξα κι εγώ μια σούπερ μπουνιά και του είπα ότι θα του ξεριζώσω την καρδιά χάρη στις υπερδυνάμεις μου, τότε άρχισε κι εκείνος να κλαίει και να φωνάζει, του έπεσε και μια μεγάλη κίτρινη μύξα στη στολή του, ήταν ντυμένος Θωρ, ο Νικήτας Ant-Man κι ο Πέτρος ρομπότ,  Άγιος Βασίλης πάντως δεν υπήρχε.

Όταν είχαμε πάει να δούμε τον παππού, τον ρώτησα ποιος λέει αλήθεια και ποιος ψέματα και τότε εκείνος κούνησε το κεφάλι και κάτι μουρμούρισε για το πνεύμα των Χριστουγέννων αλλά δεν το πολυκατάλαβα γιατί είχε ήδη μισοκοιμηθεί στην καρέκλα. Τελευταία όλο κοιμάται, δεν έχει πλάκα όπως παλιά που μας έλεγε ιστορίες με δράκους κι έκρυβε στις τσέπες του καραμέλες και σοκολάτες. Τώρα στην τσέπη του δεν έχει τίποτα, κοίταξα καλά, μόνο κάτι βρώμικα χαρτομάντιλα, άσε που όλο με λέει Γρηγόρη, ποιος είναι αυτός ο Γρηγόρης δεν ξέρω, το μυαλό του είναι σαν την αναποδογυρισμένη χιονόμπαλα της Μαρίνας, όλο χιονίζει εκεί μέσα και δεν καταλαβαίνεις τι γίνεται ή μπορεί ξέρεις και να μην είναι ο πραγματικός παππούς μου αυτός αλλά ένας άλλος, το σκέφτηκα τότε που είδα εκείνα τα ψεύτικα δόντια στον πάτο του ποτηριού στο κομοδίνο του, όμως όταν πήγα να πιάσω το πόδι του να δω αν είναι ψεύτικο κι αυτό σαν του κάπταιν Χουκ, η μαμά με σταμάτησε κι έτσι δεν μπορώ να σου πω με σιγουριά.

Ο Πέτρος πάντως, ο κολλητός μου, μου είπε ότι όλοι αυτοί οι Αγιοβασίληδες στην πλατεία και στην τηλεόραση είναι άβαταρ, όπως σ’ εκείνο το παιχνίδι που του αγόρασε ο μπαμπάς του και τον αφήνει να παίζει κάθε Κυριακή. Ξαφνικά το δάσος γεμίζει άβαταρ,  μιλάμε ολόκληρο στρατό κι έτσι ο εχθρός δεν ξέρει ποιος είναι ο αληθινός ήρωας. Είναι λέει η σούπερ κάλυψη γιατί τον πραγματικό Άγιο Βασίλη δεν κάνει να τον δουν τα παιδιά, το ίδιο λέει κι η μαμά και κάθε Χριστούγεννα δεν μ’ αφήνει να μείνω ξύπνιος να σε περιμένω. Εσύ όμως έχεις μαγικές δυνάμεις και τα βλέπεις όλα, όπως ο Θεός. Ξέρεις αν ήμουν καλό παιδί ή αν έκανα αταξίες, καβαλάς το έλκηθρό σου και σβινννν, γυρίζεις όλη τη γη σαν σβούρα και μοιράζεις τα δώρα χωρίς να μπερδέψεις καθόλου τα κουτιά όπως μπερδεύομαι εγώ με το εφτά εφτά ή το οχτώ εννιά και η δασκάλα κάνει δύο μεγάλους κύκλους  στο τετράδιο κι ύστερα πρέπει να το κρύψω να μην το δει ο μπαμπάς και θυμώσει. Τα λάθη στην αριθμητική μετράνε για αταξία; Χάνεις πολλούς πόντους ή όχι;

Πρέπει να σου πω πάντως ότι έχω μπερδευτεί πολύ με όλα αυτά και αν είναι έτσι και τα ξέρεις όλα σαν τον Θεό, τότε θα ξέρεις και τι θέλω να σου ζητήσω οπότε γιατί λέει η δασκάλα ότι πρέπει να γράψω το γράμμα; Όταν ρώτησα τη μαμά, δεν μου απάντησε, μόνο κούνησε χαμογελώντας το κεφάλι όπως κάνει πάντα. Μπορεί ούτε κι αυτή να ξέρει γιατί την έχω δει να μπερδεύεται πολλές φορές και να κάνει τα λάθος πράγματα ή να λέει τις λάθος λέξεις που κάνουν τον μπαμπά να θυμώνει και τότε εκείνη μας φωνάζει στον Αντώνη και σε μένα να φύγουμε μακριά. Κουτρουβαλάμε τις σκάλες ως το υπόγειο και κρυβόμαστε πίσω από εκείνο το μεγάλο καζάνι που το χειμώνα κάνει έναν περίεργο θόρυβο και σκεπάζει τις φωνές  γι’ αυτό κι εγώ κολλάω πάνω το αυτί μου και κλείνω τα μάτια. Ο Αντώνης κουνάει τα χείλη του, ξέρω ότι μετράει, μου το ‘χει πει. Άμα φτάσεις ως το 1000, λέει, όλα θα έχουν περάσει. Ο Αντώνης είναι καλός στην αριθμητική και δεν μπερδεύεται σαν κι εμένα ούτε και κλείνει τα μάτια. Τα κρατάει ορθάνοιχτα μέσα στο σκοτάδι και μια φορά που πέρασε μια κατσαρίδα, άρχισε να την πατάει με το παπούτσι του ξανά και ξανά και δεν σταμάτησε μέχρι να την λιώσει τελείως. Όταν γυρνάμε σπίτι το σώμα της μαμάς είναι γεμάτο μαύρα και κόκκινα  λουλούδια. Λέει ότι είναι ανεμώνες. Φυτρώνουν μαγικά κι ύστερα από λίγες μέρες χάνονται.

Τελικά νομίζω ότι μάλλον ο Πέτρος έχει δίκιο γι’ αυτό θέλω να σου ζητήσω να μου φέρεις το βιβλίο με τα μαγικά σου ξόρκια. Έχω δει ένα τέτοιο σ’ εκείνο το επιτραπέζιο που μαθαίνεις πώς να εξαφανίζεις ένα κέρμα και άλλα φανταστικά κόλπα. Στο δικό σου, σίγουρα θα γράφει για το κόλπο με τα άβαταρ, θέλω να μάθω πώς το κάνεις, να το κάνω κι εγώ. Να γεμίσω το σπίτι μαμάδες, Αντώνηδες και Χρήστους κι ύστερα τη γειτονιά και την πλατεία και ολόκληρη τη γη για να μην μπορεί κανείς να μας βρει, ξέρεις, σαν εκείνους τους ανθρώπους που εξαφανίζονται και η τηλεόραση δείχνει τη φωτογραφία τους, αλλά ποτέ δεν μαθαίνουμε ότι τους βρήκανε. Τα άβατάρ μας θα είναι ολόιδια με μας. Της μαμάς, θα κουνάνε χαμογελώντας το κεφάλι σαν την κούκλα στη βιτρίνα του μαγαζιού με τα παιχνίδια και στο σώμα τους θα φυτρώνουν μαγικές ανεμώνες, του Αντώνη, θα κρατάνε ένα κουτί γεμάτο πολύχρωμα φτερά και τα δικά μου θα μπερδεύουν το εφτά εφτά και το οκτώ εννιά και θα κολλάνε στις τεράστιες, δύσκολες λέξεις όπως κι εγώ.

Χρήστος

 

Προηγούμενο άρθροΗ μέθοδος (πρωτοχρονιάτικο διήγημα της Βίκης Κοσμοπούλου)
Επόμενο άρθροΕκδοτικός Καζαμίας 2023 (των Νικόλα Σάπο και Αλεξάνδρας Σαμοθράκη)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ