Γουσταύος Σάμιος (*)
Ιδεώδες που προβλήθηκε στη μεσαιωνική ευρωπαϊκή λογοτεχνία, ο αυλικός έρωτας (e: courtly love, f: amour courtois, οξιτανικά: fin’amor), θα αποτελέσει μιαν εξιδανικευμένη μορφή αγάπης, που εξυμνήθηκε από τους τροβαδούρους και τους συγγραφείς ιπποτικών μυθιστοριών κυρίως, από τον 12ο έως τον 15ο αιώνα (Boase, 1977).
Προσδιορίζοντας τον αυλικό έρωτα, ο John Moore, όπως αναφέρει η Weaver (2019), θα πει πως είναι «μια ειδική μορφή αγάπης στην οποία ο αυλικός εραστής εξιδανικεύει την αγαπημένη του και μιλάει για αυτήν στην εξυψωμένη γλώσσα που προορίζεται για μια θεότητα», προσδοκώντας την αμοιβαιότητα των αισθημάτων της, ενώ, ως προς την εκπλήρωσή του, πρωτεύοντα ρόλο για αυτήν δεν έχει η ερωτική συνεύρεση αλλά η επιθυμία, η επίμονη προσπάθεια και η προσμονή (Jaeger, 1999).
Πώς, αλήθεια, θα αισθανόταν η γυναίκα την επιθυμία του αυλικού εραστή; Πώς ένιωθε ως υποκείμενο της αυλικής αγάπης; Γιατί, θα είναι σίγουρα μοναδικό τέτοια να ανθίζουν στην ψυχή της συναισθήματα, σε μιαν εποχή φίμωσης της ελευθερίας της. Πολλώ μάλλον που και η απόδοση, ακόμα, θεϊκών ιδιοτήτων στη γυναίκα, η ανδρική αυτή τάση να την τοποθετούν σε ένα αόρατο βάθρο, δημιουργούσε αδύνατα πρότυπα γυναικείας συμπεριφοράς ενώ διάχυτη, στην εποχή του μεσαίωνα, ήταν η πεποίθηση πως, και οι ρομαντικές, ακόμα, αρετές της γυναίκας, ήταν παραχωρήσεις των ανδρών από τη συνολική δύναμή τους (Weaver, 2019).
Όταν η κριτικός Jane Burns αναγνώριζε στιγμές αντίστασης στην πατριαρχία σε ορισμένα παραδείγματα αυλικής αγάπης στη λογοτεχνία, άνοιγε την πόρτα στο σύνολο του είδους να διαβαστεί μέσα από τη φεμινιστική οπτική (ό.π.). Εμβληματικά παραδείγματα αποτελούν δύο σημαντικά διαχρονικά έργα της μεσαιωνικής γαλλικής λογοτεχνίας: το μυθιστόρημα Cligés του Chrétien de Troyes και οι έμμετρες ερωτικές ιστορίες (lais) της Marie de France. Κοινή συνισταμένη των δύο αυτών λογοτεχνικών έργων, που γράφτηκαν τον 12ο αιώνα, είναι η αποδόμηση των στερεότυπων της εποχής και η ανάδειξη του ενεργού ρόλου των γυναικών στον μεσαιωνικό ιπποτικό κόσμο μέσα από δυναμικά γυναικεία υποκείμενα που αμφισβητούν έμπρακτα τους έμφυλους περιορισμούς.
Ενώ η ενσωμάτωση του ρομαντισμού στη μεσαιωνική γαλλική αυλή βασίστηκε στον ανδρικό ιπποτικό κώδικα τιμής, μέσα από τα συγκεκριμένα έργα του Chrétien de Troyes και της Marie de France, η αυλική αγάπη μετακύλησε διακριτικά τη δύναμη προς τις γυναίκες για την απελευθέρωση τους από τις παραδοσιακές προσδοκίες της ερωτικής σχέσης και του γάμου. Άλλωστε, δεν ήταν αρκετό για τους άνδρες να βρουν, απλά, τη γυναίκα που θα τους σημαδέψει ερωτικά, καθώς ένα από τα πλέον ζωτικά συστατικά της αυλικής αγάπης είναι η αμοιβαιότητα, γεγονός που ισχυροποιεί τη θέση της γυναίκας μέσα στη σχέση, χάρις στη δύναμη της συγκατάθεσής της και τη συνακόλουθη ενσωμάτωσή της στις ευγενείς προσδοκίες του ιπποτισμού (Smith & Stewart, 2002), καθιστώντας την υποκείμενο ενεργό, αποφασισμένο να καθορίσει την προσωπική της ζωή.
Chrétien de Troyes και Marie de France. Σύντομη παρουσίαση

Ο Chrétien de Troyes ήταν Γάλλος συγγραφέας, ποιητής, μυθιστοριογράφος και τροβαδούρος. Πιστεύεται ότι γεννήθηκε γύρω στο 1135, πιθανότατα στην περιοχή της Τρουά, που ήταν σημαντικό πνευματικό και εμπορικό κέντρο της εποχής, και ότι πέθανε περί το 1183. Θεωρείται ο θεμελιωτής της αρθουριανής λογοτεχνίας και είναι από τους πρώτους δημιουργούς ιπποτικών μυθιστορημάτων. Τα σημαντικότερα έργα του είναι: Cligès, Érec et Énide, Lancelot, Yvain και Perceval. Τα μυθιστορήματά του αντανακλούν τα πολιτικά και πολιτισμικά ιδεώδη της εποχής ενώ προβάλλουν ένα αριστοκρατικό ιδεώδες που συνδυάζει την ιπποτική περιπέτεια, τον αυλικό έρωτα και τις θρησκευτικές επιδιώξεις που συμβολίζει το πνεύμα των Σταυροφοριών.
Η Marie de France ήταν Γαλλίδα ποιήτρια και μεταφράστρια. Γεννήθηκε στη Βρετάνη το 1160 και πέθανε περί το 1215, ζώντας ένα μεγάλο μέρος της ζωής της στην Αγγλία. Θεωρείται η πρώτη γνωστή γυναίκα συγγραφέας της γαλλικής λογοτεχνίας ενώ ως προς το ψευδώνυμό της, πιθανώς, αυτό προέρχεται από έναν στίχο σε ένα από τα έργα της: «Marie ai num, si sui de France», που σημαίνει «Με λένε Μαρία και είμαι από τη Γαλλία». Η Marie de France έγραψε τα έργα της στην αγγλονορμανδική γλώσσα, η οποία ήταν η γλώσσα του βασιλικού περιβάλλοντος και των ανώτερων κοινωνικών στρωμάτων. Το έργο της αποτελείται από μια συλλογή μύθων, εμπνευσμένη από τους μύθους του Αισώπου, από ένα θρησκευτικό βιβλίο με τίτλο «Το Καθαρτήριο του Αγίου Πατρικίου» στο οποίο περιγράφει ένα μεταθανάτιο ταξίδι και από τις δώδεκα έμμετρες ιστορίες σε στίχους (lais) πηγή έμπνευσης των οποίων είναι λαϊκές ιστορίες της Βρετάνης, οι οποίες επηρέασαν καθοριστικά τη μεταγενέστερη εξέλιξη της ρομαντικής και ηρωικής λογοτεχνίας.
Η θέση του γυναικείου υποκειμένου στο Cligés
Επίκεντρο της πλοκής στο μυθιστόρημα Cligés είναι η ρομαντική αγάπη ανάμεσα στον Cligés, έναν νεαρό ιππότη και τη Fénice, μία πριγκίπισσα φυλακισμένη σε έναν καταναγκαστικό γάμο, με τους δύο ήρωες να καλούνται να αντιμετωπίσουν επίπονες δοκιμασίες προκειμένου να καταφέρουν να ζήσουν μαζί.
Αντιπαρερχόμενη με σθένος και ευφυία τις ασφυκτικές δομές της πατριαρχικής μεσαιωνικής κοινωνίας, η Fénice αναδεικνύει το γυναικείο χαρακτήρα που δεν συμβιβάζεται, αντιστέκεται, ξεδιπλώνει τις ικανότητές της, διεκδικεί και, τελικά, θριαμβεύει.
Η Fénice, έχοντας μεγάλο θυμό που βρίσκεται σε ανεπιθύμητο γάμο (σ. 161), είναι αποφασισμένη να αντιμετωπίσει τις κοινωνικές προκλήσεις και δοκιμασίες για να επιβάλλει η ίδια τους όρους της σε έναν κόσμο που φυλακίζει τη γυναίκα που αντιστέκεται για παραδειγματισμό (σ. 205). Το Cligès προσφέρει μια χειραφετημένη εκδοχή της γυναικείας επιθυμίας[1] σε σύγκριση με άλλες μεσαιωνικές αφηγήσεις (Klapisch-Zuber, 1987), με την ηρωίδα να γίνεται σύμβολο μιας πρώιμης φεμινιστικής διεκδίκησης του δικαιώματος στην ερωτική επιλογή (Kinoshita, 2006): «η καρδιά μου είναι έτοιμη να ακολουθήσει τον αγαπημένο της (…) και, πια, δεν θα χρειάζεται να είναι ψεύτικη και υποκριτική» (σ. 178).
Όμως, το γυναικείο υποκείμενο, όπως αυτό αναπαρίσταται στο έργο, δεν έχει τη μόνη θέση της ερωτικής συντρόφου στον αυλικό έρωτα. Όπως αναφέρει ο Perkins (2005), «η Fénice ενσαρκώνει τις αξίες του ήθους, της αφοσίωσης και της πίστης», φέροντας το ρόλο της πνευματικής καθοδήγησης του αγαπημένου της, καθώς, μάλιστα, τον θεωρεί ως τον νόμιμο αυτοκράτορα. Ο ρόλος της ηρωίδας ενισχύει την προσωπική της αξία (Lacy, 2001) αποκαλύπτοντας, παράλληλα, τη δύναμη και την εξουσία των γυναικών στο μεσαιωνικό κόσμο (Kinoshita & McCraken, 2012).
Ποιά ισχυρότερη απόδειξη της δύναμης και της εξουσίας της Fénice από τα σχέδια που μηχανεύτηκε, σαν άλλος Οδυσσέας, για να διεκδικήσει τη ζωή που ονειρεύτηκε δίπλα στον Cligés; Και μάλιστα, προσπαθώντας να μην δώσει δικαίωμα να τη μεμφθούν για ατίμωση. Η Fénice θα κρατήσει το σώμα της αμόλυντο για να το διαθέσει στον εκλεκτό της καρδιάς της (σ. 163) ενώ θα υποδείξει στον αγαπημένο της τις λεπτομέρειες της προσποιητής ασθένειάς της, του θανάτου και της ταφής της (σ. 189). Η επιθυμία της να απαλλαγεί από τον αφόρητο βίο της με τον Alis, τόσο πολύ την κυριεύει, που και ένα «μέρος βρώμικο και σκοτεινό θα της φαίνεται φωτεινότερο από το παλάτι όπου ζει, αν είναι εκεί μαζί με τον αγαπημένο της» (ό.π.).
Το έργο, αν και διέπεται από πνεύμα προοδευτικό, δεν οδηγεί σε μια πλήρη ανατροπή των παραδοσιακών έμφυλων ρόλων καθώς οι δύο αγαπημένοι θα παντρευτούν. Όμως, ο γάμος αυτός δεν είναι ένας κοινωνικός ή οικονομικός συμβιβασμός, ως είθισται την εποχή εκείνη,[2] αλλά η ευκταία κατάληξη της γυναικείας ερωτικής ελευθερίας (Bruckner, 1993) που προσδίδει σε αυτόν τον κοινωνικό θεσμό αίγλη, θεωρούμενος ως μια πνευματική ένωση που ολοκληρώνει και εξυψώνει την αγάπη δύο ερωτευμένων.
Στην ευτυχή κατάληξη του αυλικού έρωτα της Fénice με τον Cligès, πρόσωπο καθοριστικής συμβολής είναι η υπηρέτρια της πριγκίπισσας, η Thessala. Μην έχοντας καμία συστολή, και με κίνδυνο, ακόμα, της ζωής της, καθώς εύκολα θεωρούνταν μάγισσες όσες γυναίκες γνώριζαν περί φίλτρων και βοτάνων, η έμπιστη γκουβερνάντα θα βοηθήσει την Fénice να ματαιώσει τα μοχθηρά σχέδια του συζύγου της, παιανίζοντας και εκείνη από τις χαμηλότερες βαθμίδες της κοινωνικής ιεραρχίας τη γυναικεία αρετή, σε μιαν εποχή ποδηγέτησής της. Η Thessala θα ξεδιπλώσει υψηλές ψυχικές και πνευματικές αρετές, αποδεικνύοντας τη σαθρότητα της πατριαρχικής δομής και των έμφυλων διακρίσεων. Αξιοποιώντας τις γνώσεις της στα βότανα και στα μαγικά φίλτρα, θα βοηθήσει την πριγκίπισσα να διατηρήσει την αγνότητά της και να αποδράσει από τον καταναγκαστικό γάμο της. Με απαράμιλλο θάρρος και τη δύναμη της γνώσης, η Thessala, όχι μόνο δαμάζει τις απειλές της ανδροκρατούμενης κοινωνίας αλλά και εμψυχώνει την Fénice «να μην έχει αμφιβολία για την επιτυχία του σχεδίου και να μη φοβάται» (σ. 189).
Για την ανάδυση, μέσα από το έργο, του γυναικείου υποκειμένου ως ασυμβίβαστου και πολυμήχανου, καταλύτης ήταν στοιχεία υπερρεαλιστικά, όπως τα μαγικά φίλτρα και η νεκροφάνεια. Και αν, σύμφωνα με την Burns (1993), ο προσποιητός θάνατος αποτελεί μορφή εξαπάτησης που εμφανίζεται συχνά στη μεσαιωνική λογοτεχνία ως το μόνο όπλο των γυναικών απέναντι στην ανδρική κυριαρχία, είναι στη φαντασία, θα πει η Cixous (1976), που εδράζονται οι τρόποι με τους οποίους η γυναίκα θα μπορούσε να αποδομήσει τις έμφυλες ταυτότητες προς όφελος της αυτονομίας και του αυτοκαθορισμού της.
Ιδωμένη και υπό το πρίσμα του υπαρξισμού κατά Sartre[3], η φαντασία, όσο περισσότερο είναι ανεπτυγμένη τόσο πιο ελεύθερο κάνει τον άνθρωπο. Τα φαντασιακά στοιχεία που συναντάμε στο Cligès, και στα Lais όπως θα δούμε παρακάτω, πέραν της συμβολικής τους διάστασης, συλλειτουργούν ως μέσο διαμόρφωσης της πραγματικότητας ως αποτέλεσμα της ανθρώπινης δημιουργικότητας (Castoriadis, 1975). Στη δε λακανική θεωρία,[4] το φαντασιακό επίπεδο της ψυχικής εμπειρίας είναι μηχανισμός συγκρότησης της ατομικής ταυτότητας, γεγονός που σημαίνει ότι, στο πλαίσιο του αυλικού έρωτα, μέσα από τη φαντασία, η γυναίκα αντιστέκεται στις επιβεβλημένες ταυτότητες και συγκροτεί τη δική της, όπως την έχει οραματιστεί.
Η θέση του γυναικείου υποκειμένου σε επιλεγμένα Lais της Marie de France

Τα Lais της Marie de France εμπεριέχουν μια προοδευτική θεώρηση της γυναικείας ταυτότητας στο πλαίσιο του αυλικού έρωτα. Η συγγραφέας, αποτυπώνοντας μια εγγενώς διαχρονική γυναικεία γραφή πέρα από τον ύστατο επιφυλακτικό λόγο,[5] θα διατρέξει τη γυναικεία εμπειρία εντός των πατριαρχικών δομών της μεσαιωνικής εποχής, αποτυπώνοντας τόσο τη ζοφερή πραγματικότητα που βίωναν οι γυναίκες, συνήθως, εντός δυστυχισμένων γάμων, όσο και το θρίαμβο της αυτοδιάθεσής τους, δηλαδή της ικανότητάς τους να κατευθύνουν τις σκέψεις και τις πράξεις τους με βάση τη δική τους βούληση, ανεξάρτητα από τις κοινωνικές και πολιτισμικές νόρμες.
Κλασικό μοτίβο στα Lais είναι η απεικόνιση του γάμου ως γυναικεία φυλακή (Ferrante, 1975). Αντιπροσωπευτικό παράδειγμα είναι η παντρεμένη γυναίκα στο Laüstic, μία γυναίκα καταδικασμένη να ζει κλεισμένη σε έναν πύργο από τον ζηλόφθονο σύζυγό της, γεγονός που αντανακλά τις πραγματικές συνθήκες εγκλεισμού που αντιμετώπιζαν οι περισσότερες ευγενείς γυναίκες στον Μεσαίωνα (Burgess, 1987). Και αν μέσα από τον αυλικό έρωτα η δυστυχισμένη σύζυγος ένιωσε πρωτόγνωρο πόθο και θαυμασμό για τον ιππότη γείτονά της, σαν «μια χαρά δίπλα στην οποία ωχριούν όλα τα άλλα» (στ. 57-58), ωστόσο δεν απελευθέρωσε τη βαθύτερη επιθυμία της να ζήσει μαζί του, υποτασσόμενη στην αυστηρή κοινωνική ηθική που απαιτούσε την επίδειξη πίστης και αφοσίωσης στον σύζυγο (Kinoshita & McCraken, 2012): «Θα με θεωρήσει λιπόψυχη» (στ. 87-88), πίστευε ότι θα ήταν η γνώμη του εραστή της.
Η ψυχική αναπτέρωση που βίωσε η γυναίκα αυτή από τον αγνό έρωτα εξαντλήθηκε στην εσωτερική συναισθηματική αντίσταση, στην οποία εγκιβωτίζεται η φεμινιστική διάσταση της διακριτής γραφής της Marie de France (Freeman, 1984) όταν δίνει φωνή στο φόβο των ευάλωτων χαρακτήρων μέσα από την ποιητική της σιωπής.
Ο αυλικός έρωτας μετακυλίει το γυναικείο υποκείμενο σε θέση μάχης. Το γεγονός πως, οι μέρες της παντρεμένης γυναίκας ομορφαίνουν, πλημμυρισμένες ερωτικές μελωδίες, είναι μια ένδειξη αντίστασης στην κοινωνική καταπίεση (Blumenfeld-Kosinski, 1997). Το αηδόνι συλλαβίζει στην ψυχή της τα ρω του Έρωτα, και αυτά γίνονται σπόροι ελευθερίας. Μπορεί να μην την καρπώθηκε η ίδια, όμως, έδωσε μεγάλη μάχη: «αισθάνομαι οίκτο για όσους δεν εκτιμάνε το τραγούδι του αηδονιού» (στ. 59-60), απαντούσε γενναία στο σύζυγό της. Και, όποιος παλεύει το σκοτάδι μέσα του θα’ χει μεθαύριο μερτικό δικό του στον ήλιο, όπως διαβάζουμε στο Άξιον Εστί. Η γυναίκα αυτή, αν και αποδέχεται πως δεν θα νικήσει το Τέρας, θυσιάζοντας την ευτυχία της για τη διατήρηση της καθεστηκυίας τάξης των πραγμάτων (Kinoshita, 2006), μάχεται σθεναρά στην Αυλή του Έρωτα: «καταράστηκε όλους εκείνους που είχαν στήσει τις παγίδες» (στ. 82-83) και επινόησε έναν τρόπο να πει στον αγαπημένο της τί συνέβη (στ. 89-90).
Στο Guigemar, η ηρωίδα, αν και παγιδευμένη σε έναν δυστυχισμένο γάμο με έναν ζηλότυπο άρχοντα, θα ακολουθήσει το δύσβατο μονοπάτι της καρδιάς της. Ο μεγάλος έρωτας που θα νιώσει για τον Guigemar είναι αυτός που θα την προικίσει με ανεξάντλητα ψυχικά αποθέματα και θα ορίσει τον περίπλου του μαγικού πλοίου έως την επανένωσή τους. Όπως σημειώνει η Kinoshita (2006), ο έρωτας και μόνο αυτός μπορεί να λειτουργήσει ως μια μορφή αντίστασης ενάντια στον καταπιεστικό θεσμό του γάμου: «εάν πεθάνει εύχομαι να πεθάνω κι εγώ», θα πει, χαρακτηριστικά, η νεαρή γυναίκα για τον Guigemar (στ. 396).
Η δύναμη της αληθινής αγάπης, που θα καθοδηγήσει τις ενέργειες των πρωταγωνιστών, αναδεικνύεται και στο Eliduc όπου οι ρόλοι αντιστρέφονται και στην εξωσυζυγική ερωτική σχέση που αναπτύσσεται, στα δεσμά του γάμου βρίσκεται ο άντρας. Ειδικότερα, η Guilliadun ερωτεύεται τον Eliduc χωρίς να γνωρίζει ότι είναι παντρεμένος. Η άγνοιά της, όμως, αυτή, δίνει το έναυσμα για να αναδειχθούν δύο προσωπικότητες, της ιδίας και της Guildelüec, που θα αναβαπτίσουν τη θέση του γυναικείου υποκειμένου στον αυλικό έρωτα, απορρίπτοντας, παράλληλα, το γάμο που δεν έχει αμοιβαία συναισθηματικά ερείσματα.
Η σύζυγος του Eliduc αμφισβητώντας, στην ουσία, την ίδια την υπόσταση των κοινωνικών κανόνων, όταν για την τήρησή τους πρέπει να καταρρακώνεται η αξιοπρέπεια και να συνθλίβεται η ευτυχία, όταν πια συνειδητοποιεί την αγάπη που τρέφει για την Guilliadun, θα κρατήσει μια στάση ανώτερη, γενναία και μεγαλόψυχη. Αποσύρεται από τη ζωή του, θυσιάζοντας τα αισθήματά της στο βωμό της ευτυχίας του, επαναφέροντας με το μαγικό λουλούδι την αγαπημένη του στη ζωή: «η Guildelüec (…) διέταξε τον υπηρέτη της να μην επιτρέψει στη νυφίτσα με το λαμπερό κόκκινο λουλούδι να ξεφύγει (…) το έβαλε στο στόμα της κοπέλας και εκείνη άρχισε ξανά να αναπνέει» (στ. 806-807, 812-814) ενώ, απευθυνόμενη στην Guilliadun, λέει «είμαι χαρούμενη αφού θα είναι κι εκείνος χαρούμενος (…) θα είναι ελεύθερος να ζήσει μαζί σου» (στ. 847-848).
Ως προς την Guilliadun, με τη στάση της αντιπροσωπεύει την αθωότητα και το ήθος, καθώς, όταν μαθαίνει πως ο αγαπημένος της είναι παντρεμένος, θα λιποθυμήσει, γεγονός που αντικατοπτρίζει την ιδέα της αγνής αγάπης[6] ως απόλυτης και αυτοθυσιαστικής (Ferrante, 1997): «απογοητεύτηκα βαθιά όταν έμαθα πως ήταν παντρεμένος, δεν μου είχε πει λέξη», θα πει η Guilliadun (στ. 825-826 ). Ο δε μοναστικός βίος που επιλέγει μετά την ευτυχισμένη ζωή που έζησε με τον Eliduc, υποδηλώνει την αντίληψή της για την αγάπη που εξιδανικεύεται και οδηγεί σε πνευματική μεταμόρφωση (Kinoshita & McCracken, 2012).
Στο Lanval, κορυφώνεται η δράση της γυναίκας για να κατακτήσει τη θέση που δικαιωματικά της αξίζει. Μέσα από τον αυλικό έρωτα ανατρέπονται πλήρως τα έμφυλα στερεότυπα και το γυναικείο υποκείμενο αποθεώνεται. Ούσα μιαν ύπαρξη απαράμιλλης ομορφιάς, με πλούτο και υπερφυσικές ικανότητες, η νεαρή γυναίκα, μέσα από τον αυλική αγάπη, θα συντρίψει τους ρήτορες του ασθενούς φύλου και θα χαρίσει στον άντρα τη ζωή, καλώντας τον να μοιραστεί μαζί της μια εμπειρία κοσμογονική. Εμφορούμενη από τα ιδανικά της ανιδιοτέλειας και της δικαιοσύνης, θα γίνει για τον αγαπημένο της μιαν έμπιστη παραστάτης που θα τον προστατέψει όταν εκείνος αντιμετώπιζε την θανατική ποινή. Γυναίκα ανεξάρτητη, ισχυρή και υπερβατική, η αγαπημένη του Lanval φέρει μια πραγματική επανάσταση στο φαλλοκρατικό μεσαιωνικό κόσμο, διανοίγοντας μια ριζοσπαστική οπτική θέασης της γυναικείας δύναμης και επιθυμίας (Blumenfeld-Kosinski, 1997) αλλά και της γυναικείας ομορφιάς.
Μέσα από τη δράση της, η γυναικεία ομορφιά γίνεται σύμβολο υψηλών ανθρωπιστικών αξιών. Και ακόμα, γίνεται σύμβολο ελπίδας, απαραίτητη στην ψυχή των ανθρώπων της εποχής (Duby, 1978). Ελπίδας υπαρξιακής: «αν δεν έχει έρθει για μένα» λέει ο Lanval «τότε καλύτερα να υποστώ τις συνέπειες της δίκης» (στ. 430-434) και ελπίδας συλλογικής: «Οι φίλοι του Lanval διαλαλούσαν την άφιξη της πανέμορφης γυναίκας με την ελπίδα ότι θα τον σώσει» (στ. 426-427).
Σύνοψη
Οι Chrétien de Troyes και Marie de France ενατενίζουν τον κόσμο έξω από τις δομές και, μέσα από την εμπειρία του αυλικού έρωτα, θα προικίσουν τη γυναίκα με δικαιώματα και αρετές. Στην καρδιά της πατριαρχίας και να κυλάνε φλέβες αντιπατριαρχικές! Το επίτευγμα είναι μοναδικό, πρόδρομος φεμινισμού, αναλογιζόμενοι πως, στην μονολιθική μεσαιωνική κοινωνία, η αναπαράσταση της γυναίκας ως άβουλου όντος λειτουργούσε ως αυτοεκπληρούμενη προφητεία. Από αυτήν εκκινώντας, οι δύο συγγραφείς διατρέχουν τα στάδια του γυναικείου ψυχισμού έως το απόγειό του: την ανάδυση ενός γυναικείου υποκειμένου αντισυμβατικού, δυναμικού, αυτεξούσιου και βαθιά ερωτευμένου.
Σημειώσεις
[1] Η Fénice διέβη τον Ρουβίκωνα, όμως, η συντριπτική πλειοψηφία των γυναικών της φεουδαρχικής κοινωνίας, που ζούσαν διχασμένες μεταξύ του επιβαλλόμενου καθήκοντος και της επιθυμίας, παρέμεναν άτολμες να ορίσουν τη μοίρα τους από το φόβο των δυσμενών συνεπειών.
[2] Ο γάμος αποτελούσε μια κοινωνική κατασκευή που, όχι μόνο δεν ικανοποιούσε τις πραγματικές ανάγκες των γυναικών, αλλά τις φυλάκιζε. Οι γυναίκες, ιδιαίτερα, των ανώτερων κοινωνικών τάξεων, δεν είχαν λόγο στην επιλογή συζύγου και συχνά παντρεύονταν από νεαρή ηλικία, με σκοπό τη δημιουργία συμμαχιών και την εξυπηρέτηση οικονομικών, πολιτικών ή άλλων συμφερόντων της οικογενείας τους (Stoertz, 2001).
[3] Sartre, J-P. (1943). L’Être et le Néant. Paris: Gallimard.
Διαθέσιμο από: https://www.philotextes.info/spip/IMG/pdf/l_etre_et_le_neant_tel_gallimard.pdf
[4] Lacan, J. (1966). Écrits. Paris: Seuil.
[5] Η Marie de France κάνει πράξη, περί τους δεκατρείς αιώνες πριν, αυτό που οραματίζοταν η Hélène Cixous τον 20ο αιώνα, όταν έλεγε πως «οι γυναίκες πρέπει να εφεύρουν την απόρθητη γλώσσα που θα τορπιλίσει τους διαχωρισμούς, τους κανόνες και τους κώδικες και να βγουν πέρα από τον ύστατο επιφυλακτικό λόγο» (Barry, 2013).
[6] Η Μarie de France στηλιτεύοντας την ανηθικότητα, θα τιμωρήσει τον Equitan, στην ομώνυμη έμμετρη ερωτική ιστορία, και την ερωμένη του, με το θάνατο που απεργάστηκαν για τον σύζυγό της.
Βιβλιογραφία
Barry, P. (2013). Γνωριµία µε τη θεωρία: Μια εισαγωγή στη λογοτεχνική και πολιτισµική θεωρία (Α. Νάτσινα, μετ.). Αθήνα: Βιβλιόραµα.
Bloch, R.H. (2003). Medieval Misogyny and the Invention of Western Romantic Love. University of Chicago Press.
Blumenfeld-Kosinski, R. (1997). Reading myth: classical mythology and its interpretations in medieval French literature. Stanford University Press.
Boase, R. (1977). The origin and meaning of courtly love: A critical study of European scholarship. Manchester University Press.
Bruckner, M.T. (1993). Shaping Romance: Interpretation, Truth, and Closure in Twelfth-Century French Fictions. University of Pennsylvania Press.
Burgess, G.S. (1987). The Lais of Marie de France: Text and Context. University of Georgia Press.
Burns, E. (1993). Bodytalk: When Women Speak in Old French Literature. University of Pennsylvania Press.
Castoriadis, C. (1975). L’Institution Imaginaire de la Société. Paris: Seuil.
Chretien de Troyes (2004). Arthurian Romances (trn. William Kibler). Penguin Books.
Duby, G. (1978). The Three Orders: Feudal Society Imagined. University of Chicago Press.
Ferrante, J.M. (1975). Woman as Image in Medieval Literature: From the Twelfth Century to Dante. Columbia University Press.
Ferrante, J.M. (1997). To the Glory of Her Sex: Women’s Roles in the Composition of Medieval Texts. Indiana University Press.
Finke, L.A., & Shichtman, M.B. (2004). King Arthur and the Myth of History. University Press of Florida.
Freeman, M.A. (1984). ‘Marie de France’s Poetics of Silence: The Implications for a Feminine Translatio’ PMLA 99(5), p. 860-883.
Jaeger, S.C. (1999). Ennobling Love In Search of a Lost Sensibility. University of Pennsylvania Press.
Kay, S. (2001). Courtly Contradictions: The Emergence of the Literary Object in the Twelfth Century. Stanford University Press.
Kinoshita, S. (2006). Medieval Boundaries: Rethinking Difference in Old French Literature. University of Pennsylvania Press.
Klapisch-Zuber, C. (1987). Women, Family, and Ritual in Renaissance Italy. University of Chicago Press.
Krueger, R.L. (1993). Women Readers and the Ideology of Gender in Old French Verse Romance. Cambridge University Press.
Lacy, N. (2001). ‘The Role of Women in the Arthurian Romances’. In The Camelot Project, pp. 67-89. University of Rochester Press.
Marie de France (2013). The lays of Marie de France (trn David R. Slavitt). AU Press.
Perkins, L. (2005). ‘The Feminine in Medieval Romance: A Study of the Female Characters in Chrétien de Troyes’. Journal of Medieval Literature, 29(2), 110-125.
Smith, K. & Stewart, P. (2002). Love and War: Chivalry and Courtly Love in the Lays of Marie De France and the Romances of Chrétien De Troyes. ProQuest Dissertations and Theses. 2002: 9-19.
Stoertz, F.H. (2001). ‘Young Women in France and England, 1050-1300’, Journal of Women s History 12(4): 22-46.
Weaver, S. (2019). ‘Feminist Courtly Love in Marie de France’, Criterion: A Journal of Literary Criticism, 12(2), article 6.


























