Η γιαγια Φωτεινή και το 1922 (της Γεωργίας Κακούρου-Χρόνη)

0
235

 

της Γεωργίας Κακούρου-Χρόνη (*)

 

Η Φωτεινή Στεφανίδη είναι ζωγράφος. Ανήκει σ’ εκείνη τη γενιά που αγάπησε το σχέδιο και έμαθε να σχεδιάζει. Με το μολύβι έχει μια σχέση υπαρξιακή. Θαρρείς με μονοκονδυλιές αποδίδει την ουσία των πραγμάτων και τον χαρακτήρα των προσώπων. Την ουσία και τον χαρακτήρα, όπως η ίδια τα συναισθάνεται και είναι αυτό το συναίσθημα που μας μεταδίδει. Και το μολύβι της υπάκουο! Αλλά με μια εσωτερική ελευθερία που γνωρίζει πότε να παρακάμπτει κανόνες και συμβάσεις. Είναι προέκταση της καρδιάς της που κι εκείνη διατηρεί την ανεξαρτησία της μέσα σ’ ένα περιβάλλον που μας κάνει όλους να ασφυκτιούμε.

Και στα κείμενά της με τον ίδιο τρόπο πορεύεται· στα βιβλία της, στα βιβλία που εικονογραφεί, στις εκδόσεις που επιμελείται· σε όλα είναι ζωγράφος. Και στα κείμενά της θα σταθεί στα μικρά που παραβλέπουμε, παρασυρόμενοι συνήθως από την ελκτική φωνασκία του μεγάλου. Ξέρει πώς η γραφή της, όπως και το σχέδιό της, να ιχνηλατεί την ομορφιά. Και μετά με γραμμούλες αυθαίρετες να σπάζει τους κανόνες και να επιτρέπει στο σχέδιο –αλλά και στις λέξεις– να ανασάνει με τη δική του ζωή. Σαν πουλάκι που το καλόχεις στο κλουβί, αλλά που ξέρεις ότι αποζητά ανοιχτό ουρανό και το αφήνεις να πετάξει με τα δικά του μέσα, τα φτερά του.

Μάρτυρας, το τελευταίο της βιβλίο, Τζιέρι μου – 1922. Από τη γιαγιά μου, που τα έζησε. (εκδόσεις Καλειδοσκόπιο, επιμέλεια κειμένων-διορθώσεις Δημήτρης Παπακώστας, εικαστικό εξωφύλλου-σχέδια Φωτεινή Στεφανίδη, καλλιτεχνική επιμέλεια-σελιδοποίηση Εριφύλη Αράπογλου-ενARTE, Αθήνα 2022).

Στο Τζιέρι μου, όπως υπονοεί και ο υπότιτλος, η Φωτεινή Στεφανίδη καταγράφει μνήμες από τις χαμένες πατρίδες, όπως τις άκουσε από τη γιαγιά της, στο Ηράκλειο Αττικής, το καλοκαίρι του 1980, όταν η ίδια ήταν δεκαοκτώ ετών και η γιαγιά ενενήντα. Στο βιβλίο συν-άδουν κείμενο και εικόνα· το ένα συμπληρώνει το άλλο. Στο τέταρτο μέρος του «Σημειώσεις και τεκμήρια για πρόσωπα, τόπους και γεγονότα» απαντούν σε νοερά διατυπωμένες απορίες του αναγνώστη. Τα τρία μέρη που προηγούνται καταγράφουν το «Πριν», το «Τότε», το «Μετά». Χρονικό ορόσημο βέβαια, η Μικρασιατική Καταστροφή.

Το βιβλίο είναι αφιερωμένο «Στην Άρτεμη» κι αναζητώντας την ταυτότητά της, άρχισα την ανάγνωση από την τελευταία αφήγηση «Η Άρτεμη» (σσ. 52-53) φυλλομετρώντας και απολαμβάνοντας μια άψογη από κάθε πλευρά έκδοση. Και αμέσως μετά, ορθόδοξα, από την πρώτη έως την τελευταία σελίδα.

Λίγες οι σελίδες, αλλά τα λένε όλα με μια γλώσσα απλή, καθάρια, σαν ν’ ακούς το Ευαγγέλιο ή να διαβάζεις Μακρυγιάννη. «Όλα», αν σκεφτεί κανείς πόσα πολλά χωράνε σε φράσεις όπως: «Τα έχανε όλα, άρχιζε από την αρχή»· «οι τύψεις που είχε καθώς έτρωγε γνωρίζοντας πώς είναι να μην έχεις να φας», από τις διαπιστώσεις της εγγονής ή με τα λόγια της γιαγιάς: «Έπλενα στη θάλασσα, που να πλύνω; Έπλενα μ’ αλμυρό νερό και μ’ ένα σαπούνι που το ’φκιανα εγώ, να πιάνει. Μ’ έκανε τα χέρια κομμάτια. Μα τραγούδαγα».

Όλοι γραμματιζούμενοι στην οικογένεια. Αλλά η δική της, κρεμασμένη, σχεδόν αδειανή σχολική τσάντα, φαίνεται να ήταν το ίδιο γεμάτη με μιαν άλλη σοφία που κανένας γραμματιζούμενος δεν θα αποκτούσε σε κανένα σχολείο.

Μαζεύω –χάντρες– τις σκόρπιες φράσεις και τη σοφία τους: «Δεν πέταγε τίποτα». «Γιορτή ήτανε κάθε μέρα το φαΐ». «Πού να προλαβαίνω τ’ αδέρφια μου, έξι τους είχαμε. Δουλειές μαζί με σχολειό, νικήσανε οι δουλειές». Και για τα εγγόνια που ήθελαν σουρωμένη τη ντομάτα στο φαΐ: «Μην τη βασανίζετε με τέτοια τη μάνα σας. Ο σπόρος έχει αξία και δύναμη. Ολόκληρο φυτό γεννάει. Να τον τρώτε ή να το φυτεύετε»· τα ανώτερα παιδαγωγικά της γιαγιάς κι ας μην πήγε «πέρα από την Τρίτη του Δημοτικού»!

Δεν ονειρευότανε, αλλά τα όνειρα τα έκανε πράξη! Τι όνειρα προϋπόθεταν εκείνα τα μαξιλαράκια, με τις μάλλινες κλωστές τους να λάμπουν βαμμένες από τα φλούδια του ροδιού και του κρεμμυδιού. «Είπαμε, δεν πετούσε τίποτα».

Κι οι συνταγές της; Το μαριδάκι που έγινε με το τίποτα; Τέτοια βιβλία θα έπρεπε να συνιστώνται στις σχολές μαγειρικής, για να αναθεωρούνται οι υπερβολές του πολυδάπανου, του επιτηδευμένου και του χρονοβόρου. Να μαθαίνουν και οι σπουδαστές ότι η υψηλή μαγειρική είναι και βίωμα, είναι και ιστορία, είναι το «δεν πετάω τίποτα» και από το τίποτα κάνω φαΐ που να γλείφεις και τα δάχτυλά σου.

Ο ξεριζωμός: Οντέσσα, Ουζμπεκιστάν, Τρίγλια, Σκόμπελεφ, Κασπία, Μαρμαράς, Πόλη. Και μετά «Στην Ελλάδα» (σσ. 38-39). Η Νέα Τρίγλια στη Χαλκιδική και η Τρίγλια στη Ραφήνα. Κι οι δυο εικόνες, η Αγία Επίσκεψις και η Παντοβασίλισσα, συνοδοιπόροι, πρόσωπα όσο ιερά τόσο και οικεία. Όλες οι περιπέτειες του ξεριζωμού μέσα από ένα ζευγάρι σκουλαρίκια, που ξεκίνησε από το Παρίσι για να τερματίσει στην Αθήνα όπου ανταλλάχτηκε με «μισή φραντζόλα ψωμί κι ήτανε και ευκαιρία».

Η γιαγιά Φωτίκα, η γιαγιά Φωτεινιώ! Τα χέρια της δεν σταματούσαν ποτέ. Δεν σταματούσαν να μεταποιούν τη φτώχια και την ανάγκη σε ομορφιά, σε ευγένεια και σε πολιτισμό. Σαν την μπροστοποδιά που γονατιστός φίλησε ο Άγγελος Σικελιανός, όταν την μπάλωνε η Άννα, ασπαζόμενος τα ιερά μας.

Αυτή την αύρα μιας άλλης εποχής που η ανάγκη γινόταν αρετή κατέγραψε η Φωτεινή Στεφανίδη. Κι όλα συμπυκνώνονται στο «Πρέπσος»! Πρώτη φορά διάβασα τη λέξη. Αλλά διαβάζοντάς την κατάλαβα από πού έρχονται τα ψαράκια, τα λουλούδια, τα κλαράκια, οι πεταλούδες, τα χαμομήλια, οι παπαρούνες, τα πουλιά και τόσα άλλα στη δική της ζωγραφική. Όλα στολισμένα με μια παιδική αφέλεια, με μια αθωότητα, συνάμα και με μια πικρία και με μια σκανδαλιάρικη διάθεση που μπορεί να έρχεται κι από εκείνο το «πώς θα ζήσουν οι γυαλοπώλες» της γιαγιάς, όταν έσπαζε τα ποτήρια. Τώρα λέξεις και εικόνες κατανοούνται βαθύτερα.

 

 

(*)H Γεωργία Κακούρου-Χρόνη είναι Φιλόλογος-Μουσειολόγος-Ιστορικός Τέχνης

 

Φωτεινή Στεφανίδη, Τζιέρι μου – 1922, Καλειδοσκόπιο

Βρες το εδώ 

 

Προηγούμενο άρθροΓενιά ΄30 : Το λογοτεχνικό δαιμόνιο απέναντι στη κρίση της νεωτερικότητας (του Μάνου Κουμή)
Επόμενο άρθροΗ Ευρώπη μετά (;) τον Πόλεμο (της Δέσποινας Παπαστάθη)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ