Η φιλολογία ως ζωή ή Τα χρόνια και τα χαρτιά του Δημήτρη Δασκαλόπουλου (γράφει ο Αριστοτέλης Σαΐνης)

0
281
Ο Δημήτρης Δασκαλόπουλος στην τελετή βράβευσης του.

 

 

                                        «Οποιαδηποτε ανάγνωση προϋποθέτει τη γραφή και, πολύ συχνά, η γραφή τροφοδοτείται από την ανάγνωση» Δ.Δ.

 

Η ομιλία του Αριστοτέλη Σαΐνη, εκ μέρους της Κριτικής Επιτροπής του “Α”, στην απονομή του Μεγάλου Βραβείου του Αναγνώστη στον Δημήτρη Δασκαλόπουλο, για το σύνολο του έργου του.

 

«Μια βιβλιοθήκη που ξεχειλίζει από παντού είναι χάρμα οφθαλμών», σημειώνει σε μια βιβλιοφιλική επιφυλλίδα του με τον τίτλο «Βιβλία και βιβλιοθήκες» ο Δημήτρης Δασκαλόπουλος. Τη θυμήθηκα χθες το βράδυ, ξεφυλλίζοντας ξανά και ξανά μερικά μόνο από τα δικά του βιβλία, και σκέφτηκα ότι η παρατήρησή του ισχύει καταρχάς για τα βιβλία των οποίων το βιβλιογραφικό δελτίο θα φέρει το δικό του όνομα στο πεδίο της «συγγραφικής υπευθυνότητας» και για τα οποία ο ευτυχής ιδιοκτήτης τους όχι μόνο θα έχει ξοδέψει μια περιουσία, αλλά και θα χρειάζεται, μετά βεβαιότητος, τουλάχιστον μία βιβλιοθήκη με πολλά ράφια για την αποθήκευσή τους!

Η παρατήρηση ισχύει και για όποιον τολμήσει έστω και να διατρέξει τον όγκο της δικής του βιβλιογραφίας, όπως θα τολμήσω εγώ σε λίγο – κι αυτό, γιατί ο Δημήτρης Δασκαλόπουλος δηλώνει ανελλιπώς παρών εκδοτικά κάθε δύο ή τρία χρόνια, με νέο βιβλίο, κάθε είδους, από το 1963 (χρονολογία έκδοσης της πρώτης ποιητικής συλλογής) ή από το 1979 (χρονολογία έκδοσης της πρώτης φιλολογικής εργασίας) μέχρι τα μελετήματα του σύμμεικτου τόμου που κυκλοφόρησε πέρυσι, το 2020.

Έχοντας πάντα κατά νουν το σεφερικό «βουλιάζει όποιος σηκώνει τις μεγάλες πέτρες», ας ξεκινήσω όπως ταιριάζει στην περίσταση, συστήνοντας εκ νέου τον σημερινό τιμώμενο με τις ιδιότητές του: ποιητής, δεινός φιλόλογος και μελετητής, δοκιμιογράφος, επιφυλλιδογράφος και κριτικός, ανθολόγος, επιμελητής και εκδότης φιλολογικών περιοδικών και βιβλίων, ακούραστος βιβλιογράφος και ανανεωτής του παραγνωρισμένου αυτού φιλολογικού κλάδου.

 

Στην ανεξάντλητη υπομονή του οφείλουμε τις βιβλιογραφικές δοκιμές στο έργο ποιητών και πεζογράφων του λογοτεχνικού μας Κανόνα, του Κατσίμπαλη (1980), του Σικελιανού (1983), του Ελύτη (1993), του Κοτζιά (1998), αλλά και των Ρόδη Ρούφου, Μανόλη και Νόρας Αναγνωστάκη, Τίμου Μαλάνου και Ζήσιμου Λορεντζάτου.

Στον ερευνητικό του ζήλο, την υποδειγματική Βιβλιογραφία Καβάφη (2003) και την ογκωδέστατη, εξακοσίων σελίδων, Βιβλιογραφία Γιώργου Σεφέρη (2016), που περιλαμβάνει το σύνολο των σχετικών δημοσιευμάτων μεταξύ 1922 και 2016.

Στην ασκητική επιμονή του οφείλουμε, μεταξύ άλλων, τα Γράμματα στη Λένα του Εγγονόπουλου (1993), την Αλληλογραφία Σεφέρη-Μαλάνου (1990) και τη δίτομη Κατσίμπαλη-Σεφέρη (2009).

Στη συστηματικότητά του, την ίδρυση της σειράς «Περιοδικά Λόγου και Τέχνης», όπου παρουσιάστηκαν αποδελτιώσεις σημαντικών φιλολογικών περιοδικών.

Στο αφοσιωμένο του βλέμμα και την αγαπητική του σχέση με τα κείμενα, τη συμπλήρωση της μνημειώδους έκδοσης των σεφερικών Δοκιμών με τις παραλειπόμενες δοκιμές (1992), αλλά και την τελευταία έκδοση του σεφερικού corpus των ποιημάτων (2014).

Στην πανοραμική εποπτεία της ελληνικής ποίησης και στην ποιητική του ευαισθησία, την ανθολογία Παρωδίες καβαφικών ποιημάτων (1998), η οποία εμπλουτίστηκε με τα Ελληνικά καβαφογενή ποιήματα (2003), όπου συσσωματώνονται 188 ποιήματα παλαιότερων και σύγχρονων ελλήνων ποιητών, αποδεικνύοντας την εξακολουθητική παρουσία του Καβάφη στην ποίησή μας.

Στη βαθιά γνώση της εκτεταμένης σχετικής βιβλιογραφίας και την εξαντλητική εικόνα της φιλολογικής έρευνας, το κριτικό ανθολόγιο της Εισαγωγής στο έργο του Σεφέρη (ΠΕΚ).

Στη συνεργασία, τέλος, με την ευγενική μορφή της Μαρίας Στασινοπούλου, που είναι πάντα δίπλα του, την εργοβιογραφία του Καβάφη (Ο βίος και το έργο του Κ. Π. Καβάφη, 2002) και τη χρηστική Καβαφική Ανθολογία (2003).

Ταυτόχρονα, όμως με τον συστηματικό και αφοσιωμένο στα όρια της αυταπάρνησης βιβλιογράφο-εκδότη εργάζεται και ο μελετητής Δασκαλόπουλος και οι δικές του φιλολογικές δοκιμές. Μονογραφίες, μικρές και μεγάλες εργασίες για θέματα και πρόσωπα της ελληνικής λογοτεχνίας, κριτικές αποτιμήσεις για αγαπημένους του συγγραφείς, βρίσκονται σκόρπιες σε λογοτεχνικά περιοδικά και βιβλία. Τα είκοσι μελετήματα που συνθέτουν την ύλη του βιβλίου Κ. Π. Καβάφης, Η ποίηση και η ποιητική του (2013) αποτελούν μια πολύπλευρη θεώρηση της καβαφικής ποίησης, από τις απαρχές και τη σταδιακή πρόσληψη μέχρι τη διεθνή καταξίωση.

Νομίζω ότι χαρακτηριστικό βιβλίο από αυτήν την άποψη είναι ο τόμος που κυκλοφόρησε πέρσι με τίτλο Χωρικά ύδατα (2020) και δείχνει τον σταθερό προσανατολισμό του Δασκαλόπουλου στο αρχιπέλαγος της γραφής, την έλξη του από μια σειρά φυσιογνωμίες συγγραφέων και ποιητών που συναποτελούν το «λογοτεχνικό εικονοστάσι» του, «για την “ηθική” παραδειγματική τους στάση στο μάκρος της λογοτεχνικής και δημόσιας παρουσίας τους», όπως γράφει ο ίδιος στον σύντομο πρόλογο. Ο Καβάφης και ο Σεφέρης, όπως είναι φυσικό για τον άοκνο βιβλιογράφο τους, αποτελούν τους βασικούς πρωταγωνιστές. Δύο μελέτες αφορούν τον Αλεξανδρινό, αρκετές περιστρέφονται γύρω από τη μορφή και το έργο του Σεφέρη, άλλες αφορούν το έργο του Γκάτσου και του Αναγνωστάκη ή τη δράση λησμονημένων ποιητών και πεζογράφων, όπως του Λευτέρη Αλεξίου (1890-1954) ή του «ευπατρίδη» ποιητή, πεζογράφου, μεταφραστή και συνεργάτη του Δασκαλόπουλου κατά την έκδοση του τρίτου τόμου των σεφερικών Δοκιμών, Νάσου Δετζώρτζη. Στο τέλος του τόμου, ο έμπειρος βιβλιογράφος αποδελτιώνει σπαρταριστά στιγμιότυπα από τη γνωστή στήλη αλληλογραφίας διάφορων λογοτεχνικών περιοδικών, προσφέροντας ένα εξαιρετικό ανθολόγιο της προσπάθειας γνωστών συγγραφέων  ν’ αποκτήσουν το «λογοτεχνικό χρίσμα» μέσα από τη δημοσίευση πρωτολείων τους.

Η μελέτη για τον επιφυλλιδογράφο Γ. Π. Σαββίδη («Λογοτεχνία και δημοσιογραφία») που ευμπερριλαμβάνεται στον τόμο δεν ερευνά μόνο μια παραγνωρισμένη δραστηριότητα του κορυφαίου φιλολόγου που «ανανέωσε την “ταπεινή τέχνη” της φιλολογικής επιφυλλίδας», αλλά μας θυμίζει και μιαν άλλη πλευρά του ίδιου του Δασκαλόπουλου, ο οποίος υπηρέτησε και αυτό το απαιτητικό είδος από τη στήλη της εφημερίδας Τα Νέα. Θυμίζω τις αμιγείς βιβλιοκρισίες του (Ανισόπεδες διαβάσεις, 1999), κυρίως το Δικαίωμα του αναγνώστη (2017) και, πολύ πρόσφατα, την επιλογή επιφυλλίδων στο Ιστορίες του 20ού αιώνα (2018).

Εδώ, ο Δασκαλόπουλος, ανακαλώντας τον «ποιητή-αναγνώστη» του Καβάφη ως τυπικό δημιουργικό παράδειγμα, διεκδικεί τα δικά του αναγνωστικά δικαιώματα. «Άτυπος κριτής», χωρίς «διάθεση αυθεντίας» διαβάζει συγγραφείς, παλαιά και νεότερα βιβλία, ποίηση και πεζογραφία, σχολιάζει τις γλωσσικές εξελίξεις και τα προβλήματα στον χώρο του βιβλίου, τη γραφή και τον έντυπο λόγο. Προφανώς πρόκειται για κείμενα εν θερμώ ανταπόκρισης στην πνευματική επικαιρότητα, τα οποία, όμως, εξακολουθούν να διαβάζονται για το ανεξίθρησκο και ανυστερόβουλο ύφος τους.

Διόλου τυχαία, ανάμεσά τους, ανακαλώ και πάλι τις δίδυμες επιφυλλίδες (21-28.6.1997) με τον κοινό τίτλο «Η σκοτεινότητα της κριτικής», στις οποίες ο Δασκαλόπουλος στηλιτεύει, αναθυμούμενος μια ψευδώνυμη σεφερική επιστολή του 1937, τη συχνή θεωρητική ασάφεια του σύγχρονου κριτικού λόγου. Στους αντίποδες ακριβώς έγκειται, νομίζω, η δική του κριτική συμβολή στην προσπάθεια «να αναζητηθεί ένας δρόμος μέσα στον λαβύρινθο των έργων της τέχνης», όπως έγραφε ο Σεφέρης.

Γιατί βασικό χαρακτηριστικό της γραφής του Δασκαλόπουλου είναι το ψύχραιμο, ουδέτερο και ήρεμο ύφος του (για να θυμηθώ το καχτιτσικό μη ύφος-ύφος), που καταφέρνει να κρατήσει το ενδιαφέρον του αναγνώστη και να εκλύσει ακόμα και συγκίνηση. Απλός, σοβαρός και σταθερός, παραμένει προσηλωμένος στη φιλολογία και όσο γίνεται αντικειμενικός.

Τέλος, δίπλα στον βιβλιογράφο και μελετητή δημιουργεί και ο ποιητής Δασκαλόπουλος. Στοχαστικός, χαμηλός τόνος, συγκρατημένη ειρωνεία, ισορροπημένη εικονοποιία, ευθύβολοι αφορισμοί με οδηγoύς τη μυθική μέθοδο του Σεφέρη και την ιστορική αίσθηση του Αλεξανδρινού. Απόπλους (1963), Ερμόλαος (1981), Κλειδούχος μοίρα (1993), κάποιοι από τους τίτλους. Φωνές της σιωπής (1982) και Σκοτεινή πανσέληνος (1999) οι συγκεντρωτικές εκδόσεις. Στο δέκατο ποιητικό έργο του Με δίχτυ τον άνεμο (2015), βιογραφικά στιγμιότυπα που καταφάσκουν στην ανθρώπινη τραγικοκωμική κατάσταση, και συνομιλίες με εμβληματικά πρότυπα συνοψίζουν τις ποιητικές του επιτεύξεις. Θυμίζω ότι ο Δημήτρης Μαρωνίτης υποδέχθηκε τη συλλογή μιλώντας για «ώριμα χρόνια, ώριμα ποιήματα» και κορύφωση μιας υποδειγματικής ποιητικής θητείας.

Αν η συναγωγή του 2020 δείχνει το εύρος των ενδιαφερόντων του Δασκαλόπουλου, και το πολύπλευρο τάλαντο της πένας του, το αυτοβιογραφικό χρονικό με τον παλαμικό τίτλο Τα χρόνια μου και τα χαρτιά μου (2016) αποτελεί την καλύτερη εισαγωγή στον άνθρωπο, τη ζωή και έργο δηλαδή, του Δημήτρη Δασκαλόπουλου: οι παιδικές και εφηβικές αναμνήσεις στην Πάτρα του 1939, της Κατοχής και του εμφυλίου, τα νεανικά χρόνια της διαμόρφωσης στην Αθήνα, το χτίσιμο της προσωπικής βιβλιοθήκης και οι πρώτες δημοσιεύσεις ποιημάτων το 1958, η Εθνική Τράπεζα και η Νομική σχολή, η πρώτη βράβευση σε διαγωνισμό του περιοδικού Πανσπουδαστική και η συνδικαλιστική δράση, η ταραγμένη εφταετία και η ευφορία της μεταπολίτευσης, όταν τυχαία περιστατικά (η συνεργασία με το περιοδικό Συλλέκτης του Βασίλη Χριστιανού, η γνωριμία με τον Ολλανδό νεοελληνιστή Βιμ Μπάκερ) δείχνουν το δρόμο της φιλολογίας, και το ενδιαφέρον για τη βιβλιογράφηση προκύπτει σχεδόν «ανεπαισθήτως»… και κάπως έτσι ο ερασιτέχνης μεταμορφώνεται σε ειδικό!

Κινούμενο μεταξύ φιλολογικής μαρτυρίας, αυτοβιογραφίας και απομνημονευμάτων, το βιβλίο αποτελεί ταυτόχρονα ένα πανόραμα της ελληνικής λογοτεχνικής ζωής των τελευταίων εξήντα ετών: ο Αλεξίου, ο Τσίρκας και ο Σαββίδης, ο Χαριτάτος και το ΕΛΙΑ, ο «αρραγής» Λορεντζάτος, η «προσηνής» Μαρώ, ο «τυπικός» Ελύτης και ο «οξύθυμος μα τρυφερός» Μαρωνίτης ή ο «αναθεωρητής» Βαγενάς και πολλοί άλλοι, συνθέτουν έναν πολυπρόσωπο πίνακα της λογοτεχνικής ζωής του περασμένου αιώνα, που ανακαλεί νοσταλγικά ο Δασκαλόπουλος, πιστός πάντα στο ήθος-ύφος του. Απλός, σοβαρός, καθαρός και σταθερός, προσηλωμένος στη φιλολογία και όσο γίνεται πιο αντικειμενικός, δεν ενδίδει στην ηδονοβλεψία του αναγνώστη και αποφεύγει το επικριτικό σχόλιο που τρέφει μέρος της συντεχνίας. Αποσιωπά, προστατεύοντας ονόματα, αλλά δεν αποκρύπτει γεγονότα. Πιστός στο μότο του βιβλίου από τον Αισχύλο («Χρη λέγειν τα καίρια»), «κρίνει αλλά δεν κατακρίνει», επιλέγοντας να διαγράψει «από τη μνήμη τα παλιά». Γιατί η ζωή και η καθημερινότητα, ακόμα και μέσα στο υδροκέφαλο άστυ όπου συνωστίζεται ο πνευματικός κόσμος της χώρας, πρέπει να συνεχιστούν, και οι ανθρώπινες σχέσεις και επαφές που είναι σημαντικότερες από τις φιλολογικές τρικλοποδιές και τα ανθρώπινα –και γι’ αυτό ταπεινά– αίτιά τους πρέπει να προστατευτούν.

Η νοσταλγική αφήγηση, που επιτονίζεται ελεγειακά όσο πλησιάζουμε στα τέλη του 20ού αιώνα, προσγειώνεται απότομα στον «Επίλογο», που γράφεται στην ανατολή του 21ου αιώνα και αρχίζει ως εξής: «Ανήκω στον 20ό αιώνα…»

Δε συμμερίζομαι τον φόβο και τους ενδοιασμούς του. Ο βιβλιογράφος που δημιούργησε ανεκτίμητης αξίας έργα αναφοράς και απαραίτητα εργαλεία για τους μελλοντικούς ερευνητές, ο μελετητής που φώτισε αθέατες πτυχές του λογοτεχνικού πεδίου, που ιχνηλάτησε απροσδόκητες σχέσεις και πρόσθεσε ψηφίδες σε μια μελλοντική ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας, ο κριτικός με τον απέριττο τρόπο γραφής ή ο ποιητής που αξιώθηκε την απλότητα και την ηρεμία της ποιητικής ομιλίας την οποία είχε ευχηθεί κάποτε ο Σεφέρης, εξακολουθεί να δείχνει τον δρόμο και στον σκοτεινό 21ο αιώνα, μια εποχή ακατάσχετης λογόρροιας και σπάταλης δημοσιότητας.

Το έργο του, σπάνιο επίτευγμα κριτικής ηθικής και συγγραφικής αυταπάρνησης, είναι ανάλογο, εν πολλοίς, με τη σημασία του έργου των βασικών πρωταγωνιστών, δασκάλων ή προτύπων του.

 

Για όλους αυτούς τους λόγους, η κριτική επιτροπή του ηλεκτρονικού περιοδικού ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ, συνεκτιμώντας τον ερευνητικό ζήλο, τη συστηματικότητα και την προσήλωση του φιλολόγου, την καθαρότητα του ποιητή, το λαμπρό, πολύτροπο έργο, καθώς και τη διδακτική προσφορά του ΔΗΜΗΤΡΗ ΔΑΣΚΑΛΟΠΟΥΛΟΥ σε Ελλάδα και εξωτερικό, κατέληξε ομόφωνα στην απόφαση να του απονείμει το «Μεγάλο Βραβείο» του ΑΝΑΓΝΩΣΤΗ για το 2021!

 

 

Η αντιφώνηση του Δημήτρη Δασκαλόπουλου

 

Σε τηλεφωνική επικοινωνία μας σήμερα το πρωί, ο Γιάννης Μπασκόζος μού συνέστησε να γράψω λίγες γραμμές για την αποψινή εκδήλωση. Σε μια ενστικτώδη αντίδραση, του απάντησα πως μου είναι εύκολο να πω από στήθους τα ευχαριστήρια λόγια μου. Σε δεύτερη, ωριμότερη σκέψη, αποφάσισα να ακολουθήσω τη συμβουλή του και να βάλω σε τάξη τα όσα ήθελα να πω, μια και δεν έχω πια εμπιστοσύνη στους αυτοσχεδιασμούς.  Ξεκινώ, λοιπόν,  μ’ ένα μεγάλο ευχαριστώ προς την επιτροπή του Αναγνώστη, προς τον διευθυντή του περιοδικού, προς τον Ευριπίδη που μας φιλοξενεί,  και προς όλους όσοι τυχαίνει να βρίσκονται εδώ ή να παρακολουθούν την εκδήλωση μέσω διαδυκτίου. Θα ήταν υπερβολή αν έλεγα πως αισθάνομαι συγκίνηση, όπως συνήθως λέγεται σε ανάλογες περιπτώσεις. Περισσότερο αισθάνομαι ένα αίσθημα ικανοποίησης. Και θα εξηγήσω γιατί. Έχω ήδη διανύσει εξήντα συναπτά έτη στον λογοτεχνικό και εκδοτικό χώρο, γράφοντας και δημοσιεύοντας ποιητικές συλλογές, κριτικές, φιλολογικά μελετήματα και βιβλιογραφίες.  Παρά το γεγονός ότι τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια μού έχουν απονείμει διάφορες διακρίσεις δημόσια ιδρύματα, όπως δύο ελληνικά πανεπιστήμια (το Αριστοτέλειο και το Πανεπιστήμιο Πατρών), και η Ακαδημία Αθηνών, θεωρώ πως η αποψινή διάκριση μού προσφέρει μεγαλύτερη ικανοποίηση επειδή προέρχεται από μιαν επιτροπή τα μέλη της οποίας είναι ομότεχνοι και εκφράζουν και εκπροσωπούν την ενεργό και μάχιμη λογοτεχνία των ημερών μας. Επιπλέον, επειδή έχω το μελαγχολικό προνόμιο να είμαι μεγαλύτερος σε ηλικία από τα μέλη της επιτροπής που με  βραβεύει, αισθάνομαι πως έχει μεγαλύτερη σημασία να σε βραβεύουν νεότεροι. Όταν συμβαίνει το αντίθετο, όταν δηλαδή βραβεύουν  πρεσβύτεροι τους νεότερους, συντρέχει συνήθως μια ευνόητη συγκαταβατικότητα. Θέλω, επομένως, να ευχαριστήσω ξεχωριστά ένα προς ένα τα μέλη της επιτροπής. Με πολλούς έχουμε κατ’ επανάληψη συνυπάρξει κατά τις περασμένες δεκαετίες, είτε σε ποικίλες  εκδηλώσεις, ασχέτως αν έχουμε συμφωνήσει ή διαφωνήσει, και έχουμε μοιραστεί κοινή λογοτεχνική ζωή, άλλοτε με χαρές και άλλοτε με απογοητεύσεις ή με απώλειες φίλων. Θερμές ευχαριστίες, επίσης, στον αεικίνητο Γιάννη Μπασκόζο που έχει το κουράγιο να συντηρεί τις πάσης φύσεως εκδηλώσεις του Αναγνώστη και, τέλος, επαναλαμβάνω, τα από βάθους καρδιάς ευχαριστώ μου προς όλους που μας παρακολουθούν απόψε.

23.6.2021

 

Δημήτρης Δασκαλόπουλος, Τα χρόνια μου και τα χαρτιά μου, Πατάκης

Βρες το εδώ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here