της Όλγας Σελλά
Ένα ξύλινο σπιτάκι στο μόλο ενός απομονωμένου νησιού . Εκεί ζει, εδώ και χρόνια, ένα ζευγάρι ηλικιωμένων, παντρεμένοι εδώ και 75 χρόνια, φροντίζοντας να ανάβει ο φάρος του νησιού. Μακριά από το θόρυβο και την πολυκοσμία, ζουν πανομοιότυπες μέρες, έχοντας μόνο ο ένας τον άλλον. Λένε τις ίδιες ιστορίες, θυμώνουν με τον ίδιο τρόπο, γελάνε με τα ίδια αστεία, και κάπως έτσι σπρώχνουν τις μακρόσυρτες ώρες της μέρας τους. Όσο βλέπει το βλέμμα τους είναι νερό: «παντού γύρω νερό… κάτω από τα παράθυρα νερό, πέρα απ’ τον ορίζοντα νερό, κάτω απ’ τα λουλούδια νερό…». Έρχεται όμως η μέρα που ετοιμάζονται να υποδεχθούν πολύ κόσμο, για να μοιραστεί ο άντρας τις εμπειρίες της διαδρομής του. Χρειάζονται καρέκλες για να καθίσουν οι καλεσμένοι. Πολλές καρέκλες. Κάθε είδους καρέκλες… Αυτό είναι το έργο που έγραψε ο Ευγένιος Ιονέσκο το 1952, και δεν έπαψε ποτέ ν’ ανεβαίνει σ’ όλο τον κόσμο από τότε. Και στην Ελλάδα. Η αποτίμηση μιας διαδρομής σε «συνοδοιπόρους» που δεν υπήρξαν ποτέ.
Αυτή την περίοδο παρουσιάζεται στην Κεντρική Σκηνή του Θεάτρου του Νέου Κόσμου, με τη υπογραφή στη σκηνοθεσία του Πάνου Παπαδόπουλου και της Μαρίας Διακοπαναγιώτου, οι οποίοι υποδύονται και το ηλικιωμένο ζευγάρι της ιστορίας του Ιονέσκο.
Ο Κωνσταντίνος Σκουρλέτης έστησε το ξύλινο σπιτάκι της ερημιάς και της μοναξιάς κι εκεί, με αργά βήματα, αργές και προσεκτικές κινήσεις, με τεράστιες σιωπές υπομονής και εγκαρτέρησης, ζει αυτό το ζευγάρι. Μ’ ένα ψαράκι στη γυάλα ως pet –το οποίο φροντίζει με περισσή τρυφερότητα η γριά Σεμίραμις-, η οποία φροντίζει, με την ίδια έγνοια, και τη βαρυθυμία του συντρόφου της. Τον παινεύει, του δείχνει πόσο πιστεύει στις ικανότητές του – «άμα το ΄θελες θα μπορούσες να γίνεις το λιγότερο αρχιυπασπιστής, φτάνει να το ‘θελες μόνο» κι εκείνος εισπράττει τους επαίνους και την επιβεβαίωση που όλοι χρειαζόμαστε.
Μοιράζονται, ξανά και ξανά, όσα έζησαν κάποτε, όσα θα ήθελαν να έχουν ζήσει, όσο θυμούνται πια από έναν κόσμο που έχει αλλάξει εντελώς. Κάποτε η γερόντισσα θυμώνει. Με την αναβλητικότητα και την αναποφασιστικότητα του συντρόφου της, με την ατολμία του, με τους δισταγμούς του. Για τις ευκαιρίες που έχασε. Για όσα θα μπορούσαν να έχουν πραγματοποιήσει. Ανεκπλήρωτα όνειρα. Διαδρομές που δεν περπατήθηκαν.
Όμως απόψε ο γέρο-φαροφύλακας θα αποκαλύψει στην ανθρωπότητα το μήνυμά του. Κι επειδή δεν είναι και τόσο καλός ομιλητής έχει προσκαλέσει έναν ρήτορα να μιλήσει εκ μέρους του. Κι έχει καλέσει τους πάντες, όλες τις επαγγελματικές και επιστημονικές ειδικότητες, όλες τις τάξεις (κάνοντας ένα ισχυρό σχόλιο –με έντονο σαρκασμό- στην κοινωνική και την ταξική διαστρωμάτωση ο Ιονέσκο σ’ αυτό το σημείο).
Η προσμονή δίνει στο ζευγάρι ένα νέο περιεχόμενο. Κάτι διαφορετικό θα συμβεί στη μονότονη ζωή τους. Ο μικρός τους τόπος θα γεμίσει κόσμο. Χρειάζονται καρέκλες. Πολλές καρέκλες. Κι από το ξύλινο σπιτάκι του μόλου αρχίζουν με αργά βήματα να αραδιάζουν καρέκλες κάθε είδους στο προαύλιο. Και «υποδέχονται» σιγά σιγά τους καλεσμένους. Κάνουν ό,τι κάνει ο καθένας που υποδέχεται καλεσμένους στο σπίτι του: ανταλλάσσουν χειραψίες, χειροφιλήματα, μιλούν μαζί τους, τους κάνουν να νιώσουν άνετα, παίρνουν το παλτό τους, τους κερνούν κάτι…
Ένα τελευταίο όνειρο για μια ζωή που δεν έζησαν, για τις συναναστροφές που δεν είχαν, για την προσοχή που δεν τους έδειξε κανείς. Και για μια στιγμή μόνο, σαν έναν νέο παιχνίδι στην πολύχρονη απαράλλακτη ζωή τους, «διοργανώνουν» μια μεγάλη γιορτή, μια «σύναξη» με πολύ κόσμο και είναι τα τιμώμενα πρόσωπα. Και στον ευχαριστήριο λόγο εκείνος ο γέρος που δεν έχει ευχέρεια λόγου, θα ευχαριστήσει τους πάντες και θα μιλήσει για «τα γράμματα που δεν πήραμε, αλλά ήταν σαν να τα πήραμε, τα ραδιόφωνα που μας κράτησαν συντροφιά, τα τραγούδια που δεν αφιερώσαμε, αλλά ήταν σαν να τα αφιερώσαμε, τον αέρα που δεν έριξε τους τοίχους αυτού του σπιτιού, τη γενναιοδωρία όλων…».
Μια σπαρακτική αλληγορία για τη μοναξιά των ανθρώπων, για την αναζήτηση της συνύπαρξης, της ανταπόκρισης, της ένταξης σε μια κοινότητα… Για την ανάγκη ν’ αναγνωριστεί και το δικό τους πέρασμα από τούτη τη γη. Αυτό είναι το συγκλονιστικό έργο του Ευγένιου Ιονέσκο: αλληγορικό, βαθύ, παιγνιώδες, ειλικρινές, σαρκαστικό, παράλογο.
Και οι δύο πρωταγωνιστές του στην Κεντρική Σκηνή του Θεάτρου του Νέου Κόσμου, ο Πάνος Παπαδόπουλος και η Μαρία Διακοπαναγιώτου, μετέδωσαν και το βάρος της ατελείωτης σιωπής, και τη ρουτίνα, και τις μικρές φαντασιώσεις των ανθρώπων, και την αγάπη, και το νοιάξιμο, όσα έχουν δύο άνθρωποι που έχουν γίνει πια ένα. Κι έφεραν στη σκηνή και την προσωπικότητά τους, που ανέδειξαν μ’ έναν ιδιαίτερο και ενδιαφέροντα τρόπο το διαχρονικά σπουδαίο κείμενο του Ιονέσκο. Κι έβαλαν, ως σκηνοθέτες, και τις δικές τους πινελιές, όπως εκείνην στο φινάλε με την εμφάνιση του τρίτου ηθοποιού, του ρήτορα (Νίκος Κωνσταντόπουλος). Που δεν θα μπορούσε να είναι παρά κάποιο από τα πλάσματα που συναντούσαν όλα αυτά τα χρόνια στο μικρό νησάκι τους…
Η μετάφραση του Αντώνη Γαλέου, τα σκηνικά του Κωνσταντίνου Σκουρλέτη, η μουσική του Άγγελου Τριανταφύλλου, η κίνηση της Εύης Σούλη, τα φώτα του Νίκου Βλασόπουλου συνέβαλαν ουσιαστικά στο αποτέλεσμα μιας ολοκληρωμένης παράστασης που ζωντανεύει με σεβασμό, φρεσκάδα και ευφυΐα ένα κείμενο διαρκώς επίκαιρο.

Η ταυτότητα της παράστασης
Κείμενο: Ευγένιος Ιονέσκο, Μετάφραση: Αντώνης Γαλέος, Σκηνοθεσία: Πάνος Παπαδόπουλος, Μαρία Διακοπαναγιώτου, Σκηνογράφος: Κωνσταντίνος Σκουρλέτης, Ενδυματολόγος: Βενετία Λονγκ, Σχεδιασμός φωτισμών: Νίκος Βλασόπουλος, Μουσική: Άγγελος Τριανταφύλλου, Επιμέλεια κίνησης: Εύη Σούλη, Βοηθός σκηνοθέτη: Μαριλένα Μόσχου, Φωτογραφίες: Ελίνα Γιουνανλή, Trailer: Θωμάς Παλυβός
Παίζουν: Μαρία Διακοπαναγιώτου, Πάνος Παπαδόπουλος, Νίκος Κωνσταντόπουλος
Θέατρο του Νέου Κόσμου (Αντισθένους 7 και Θαρύπου, Ν. Κόσμος).
Τετάρτη και Κυριακή στις 6.15μ.μ., Παρασκευή και Κυριακή στις 9.15μ.μ.











![Τα μεταμφιεσμένα (βιβλία) εκτός Απόκρεω [της Μαρίζας Ντεκάστρο]](https://www.oanagnostis.gr/wp-content/uploads/2026/02/ccb052aebf9ab89eb4ba0dcadf63d752-218x150.jpg)










