Ένας νευρολόγος αναλύει και ερμηνεύει Κ.Καβάφη και Γ. Σεφέρη (του Ευριπίδη Γαραντούδη)

0
929
Spread the love

του Ευριπίδη Γαραντούδη

 

 

Τα λογοτεχνικά έργα, ως η διυλισμένη μέσα από τη συγκίνηση έκφραση της ανθρώπινης εμπειρίας σε όλες τις εκφάνσεις της, επιδέχονται προσεγγίσεις από διαφορετικές γνωστικές ή και επιστημονικές σκοπιές, οι οποίες βεβαίως λειτουργούν συμπληρωματικά μεταξύ τους. Παρά το ότι υπάρχει μία αρκετά μεγάλη παράδοση ψυχαναλυτικών θεωρήσεων λογοτεχνικών έργων – εννοώ, εν προκειμένω, ελληνικών, δεν γνωρίζω ερμηνείες λογοτεχνικών κειμένων από νευρολογική σκοπιά, όπως συμβαίνει στην περίπτωση των δύο βιβλίων του Ιωάννη Θ. Ευδοκιμίδη, ομότιμου καθηγητή νευρολογίας στο ΕΚΠΑ.

Τα δύο βιβλία, λοιπόν, είναι εξ αντικειμένου ενδιαφέροντα από την άποψη ότι ένας καταξιωμένος στο ερευνητικό πεδίο του επιστήμονας, με μακρά διαδρομή στον ελληνικό ακαδημαϊκό χώρο, επέλεξε να εξετάσει λογοτεχνικά έργα. Για ποια έργα πρόκειται και ποιοι είναι, καταρχάς, οι ποσοτικοί όροι της εξέτασής τους; Ο Ευδοκιμίδης εξετάζει μόλις δύο ποιήματα, και μάλιστα σύντομα, ένα του Σεφέρη (12 στίχοι) και ένα του Καβάφη (21 στίχοι). Πρόκειται, μάλιστα, για δύο ποιήματα από τα γνωστότερα των συγγραφέων τους: η «Άρνηση» και το «Απ’ τες εννιά» αντίστοιχα. Ως προς τους ποσοτικούς όρους της εξέτασης των δύο ποιημάτων, ο Ευδοκιμίδης έγραψε 110 και 154 σελίδες αντίστοιχα για τα ποιήματα του Σεφέρη και του Καβάφη. Η μεγάλη κειμενική έκταση της εξέτασης θέτει το εύλογο ερώτημα: τι μπορεί να αναλύει και να εξηγεί ένας νευρολόγος σε τόσες πολλές σελίδες για δύο τόσο σύντομα ποιήματα; Μάλιστα, το ερώτημα γίνεται περισσότερο εύλογο για τον αναγνώστη που θα διαπιστώσει, ξεφυλλίζοντας μόνο τα βιβλία, ότι η ερμηνευτική σκοπιά του συγγραφέα τους μένει αδιασταύρωτη με τις πολλές και ποικίλες θεωρήσεις των δύο ποιημάτων από τη λογοτεχνική και τη φιλολογική κριτική, όσες θεωρήσεις έχουν εγγραφεί στην ογκωδέστατη σήμερα σεφερική και καβαφική βιβλιογραφία. Σε μερικά μόνο σημεία των βιβλίων γίνεται μνεία σε άλλα γραπτά, σε ποιήματα ή επιστολές, των δύο ποιητών ή και μερικών άλλων, δεν υπάρχει πάντως καθόλου ό,τι ονομάζουμε φιλολογική βιβλιογραφία, δεν παρατίθενται καν στοιχεία εκδόσεων του έργου των δύο ποιητών. Έτσι λοιπόν ο Ευδοκιμίδης ως αναγνώστης των δύο ποιημάτων λειτουργεί με τη δική του επιστημονική σκευή. Καλά κάνει, υπό την έννοια ότι η επιλογή του είναι να εξετάσει τα δύο ποιήματα από τη σκοπιά του νευρολόγου ο οποίος προϋποθέτει τον εαυτό του ως γενικό αναγνώστη της λογοτεχνίας· ως ειδικός αναγνώστης των λογοτεχνικών κειμένων, συγκεκριμένα φιλόλογος νεοελληνιστής και συγκριτολόγος, χαίρομαι που υπάρχουν ακόμα τέτοιοι αναγνώστες. Αν και ο Ευδοκιμίδης δεν διασταυρώνεται με το είδος των συνήθων ειδικών αναγνωστών ποιημάτων, η εξέτασή του συνοδεύεται, και στα δύο βιβλία, από πολλές παραπομπές στην οικεία βιβλιογραφία της νευρολογικής επιστήμης και της ψυχολογίας –όσο μπορώ εγώ να αντιληφθώ– γύρω από τα εξεταζόμενα ζητήματα και, βέβαια, από τον διάλογό του με τις απόψεις αυτής της βιβλιογραφίας.

Σε τι λοιπόν αντιστοιχεί, με αυτούς τους περιγραφικούς όρους, η κειμενική έκταση των δύο βιβλίων, πώς επιμερίζεται; Αφορά λιγότερο την ερμηνεία των δύο ποιημάτων – εννοείται εξεταζόμενων αποκλειστικά ως προς τη θεματική τους και όχι ως προς άλλες όψεις τους, όπως η μορφή ή η τεχνοτροπία τους. Κυρίως αφορά την αρκετά διεξοδική εξήγηση, που υποθέτω ότι γίνεται με όρους εκλαΐκευσης και γι’ αυτό μου είναι αναγνωστικά κατανοητή, σωματικών-εγκεφαλικών λειτουργιών που εντοπίζονται στη θεματική ύλη-ιστορία των δύο ποιημάτων. Συγκεκριμένα, ο ίδιος ο Ευδοκιμίδης γράφει επιλογικά για το ποίημα του Σεφέρη: «Το ποίημα ήταν για μένα χώρος άσκησης και μελέτης των γνωσιακών λειτουργιών. Το ποίημα “περιγράφει” τη σειρά των γεγονότων που ξεκινούν από το ερέθισμα, τη δημιουργία της ανάγκης, την υιοθέτηση στρατηγικών αναζήτησης, την εκτίμηση, τη ματαίωση και την απόφαση για αλλαγή» (σ. 109). Ενώ για το ποίημα του Καβάφη, επίσης επιλογικά, γράφει: «Για να “ερμηνεύσω” αυτή την κοινή εμπειρία “πώς πέρασεν η ώρα”, έκανα χρήση όλων των καθ’ υπόθεση διακριτών εγκεφαλικών λειτουργιών: μνήμη, προσοχή, σκέψη, συναίσθημα» (σ. 154). Αντιστοίχως, σε πρόσφατη συνέντευξή του, ο Ευδοκιμίδης, απαντώντας στο ερώτημα γιατί επέλεξε να εξετάσει με νευροβιολογικούς όρους την ποιητική εμπειρία, απάντησε: «Πέραν της αισθητικής απόλαυσης που μου προσέφεραν [τα ποιήματα], βάλθηκα να αναζητώ μια νευροβιολογική προσέγγιση όχι της προσωπικότητας των ποιητών αλλά των εγκεφαλικών  μηχανισμών που παράγουν αυτού του είδους τις εμπειρίες τις οποίες αφηγούνται οι ποιητές».[1]

Αν πρέπει να απαντήσω στο γενικό ερώτημα πόσο και πώς η νευροβιολογική σκοπιά θεώρησης των ποιημάτων τα φωτίζει, η απάντησή μου είναι αναμφίβολα θετική. Είναι θετική επειδή η ανάγνωση του Ευδοκιμίδη κάνει σίγουρα τον γενικό αναγνώστη, αλλά ακόμα και τον ειδικό, να αναρωτηθούν για το ποιες είναι και πώς λειτουργούν οι εγκεφαλικές λειτουργίες οι οποίες υπόκεινται στα ποιήματα, νοούμενα ως εκδηλώσεις της ανθρώπινης εμπειρίας. Πιστεύω μάλιστα ότι για τον μη ειδικό αναγνώστη η εξέταση του Ευδοκιμίδη μπορεί να αποβεί καθοριστική και ερεθιστική, υπό την έννοια ότι ο συγγραφέας παίρνει τον αναγνώστη από το χέρι και τον οδηγεί με σταθερά βήματα στην κατανόηση των ποιημάτων, μακριά από τους δαιδάλους, τις υπερβολές και τις απιθανότητες της ερμηνείας, συχνά συμπτώματα που εκδηλώνουν τον ευφάνταστο και ανεδαφικό ναρκισσισμό φιλολόγων, φιλολογούντων, θεωρητικών της λογοτεχνίας και θεωρητικολογούντων, όσων παίζουν με τη λογοτεχνία, ερήμην της, στην ακαδημαϊκή τους αυλή ή, ακόμα χειρότερα, στο μοναχικό τους δωμάτιο.

Ακολουθούν μερικές παρατηρήσεις από τη σκοπιά του ειδικού αναγνώστη. Η νευροβιολογική σκοπιά θεώρησης των ποιημάτων τα αντιλαμβάνεται ως εκδήλωση εγκεφαλικών λειτουργιών των πραγματικών προσώπων που τα έγραψαν, των συγγραφέων τους, ό,τι οι φιλόλογοι ονομάζουμε βιογραφικά υποκείμενα, εν προκειμένω του Σεφέρη και του Καβάφη. Από αυτή την άποψη, η ειδική σκοπιά του Ευδοκιμίδη πιστεύω ότι συμπλέει με τη γενικευμένη τάση, τις τελευταίες δεκαετίες, το λογοτεχνικό έργο να επανασυνδεθεί με τον άνθρωπο που το έγραψε. Προηγήθηκε μία μακρά περίοδος, από τους μακρινούς καιρούς του φορμαλισμού μέχρι τον «θάνατο του συγγραφέα» και την αποδόμηση, κατά την οποία αυτοί οι δύο πόλοι θεώρησης του λογοτεχνικού έργου είχαν αποσυνδεθεί. Ο συγγραφέας, λοιπόν, έρχεται ξανά στο προσκήνιο, υπό την έννοια ότι η ερμηνεία του λογοτεχνικού κειμένου δεν τον εξαιρεί ως παράμετρο της ερμηνείας, δεν παραβλέπει τα βιώματα, τα πάθη, ακόμα και τις αρρώστιες του. Ενδεικτική, ως προς το τελευταίο σημείο αγκίστρωσης της ερμηνείας στον άνθρωπο-συγγραφέα, είναι η περίπτωση δύο πρόσφατων συνεδρίων. Το πρώτο ήταν το συνέδριο «Νόσος και λογοτεχνία», που έγινε στο κεντρικό κτήριο του ΕΚΠΑ, στο διάστημα 27-28 Μαΐου 2023 και διοργανώθηκε από το Εργαστήριο Ιστορίας του Βιβλίου και την Ιατρική Σχολή του ΕΚΠΑ. Πλέον διαθέτουμε τόσο τα ηλεκτρονικά όσο και τα έντυπα πρακτικά αυτού του συνεδρίου. Το δεύτερο ήταν το Η΄ Συνέδριο της Ελληνικής Εταιρείας Γενικής και Συγκριτικής Γραμματολογίας, με τίτλο «Λογοτεχνία και αρρώστια / Η αρρώστια της λογοτεχνίας», που πραγματοποιήθηκε επίσης στην Αθήνα, στο Παράρτημα του ΕΑΠ, στο διάστημα 21-23 Μαρτίου 2025, διοργανωμένο από την Ελληνική Εταιρεία Γενικής και Συγκριτικής Γραμματολογίας, σε συνεργασία με τη Σχολή Ανθρωπιστικών Επιστημών του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου. Τα πρακτικά αυτού του συνεδρίου προγραμματίζεται επίσης να εκδοθούν. Θα έλεγα ότι όσες εργασίες παρουσιάστηκαν στα δύο παραπάνω συνέδρια, όπως επίσης και τα βιβλία του Ευδοκιμίδη, επαληθεύουν, το καθένα από τη δική του ειδικότερη σκοπιά, την περίφημη φράση του Σεφέρη, που περιλαμβάνεται στο ημερολόγιό του και αναφέρερεται σίγουρα στη δική του ποίηση, αλλά και γενικότερα στην ποίηση: «Κατά βάθος, ο ποιητής έχει ένα θέμα: το ζωντανό του σώμα».[2] Σε ό,τι αφορά πάλι τον Καβάφη, πρέπει να σκεφτούμε ότι ο ρεαλισμός των καβαφικών ποιημάτων, ιδίως εκείνων του ιδιωτικού χώρου και των ερωτικών ή αισθησιακών ποιημάτων, ανάμεσα τους και του ποιήματος «Απ’ τες εννιά», τροφοδοτημένος από την αναφορική χρήση της γλώσσας, μάς επιτρέπει να εκλαμβάνουμε τα ποιήματα ως αφηγήματα έκφρασης του εαυτού, ιδίως όταν συντρέχει η χρήση του πρώτου προσώπου στην αφηγηματική οργάνωσή τους.

Μια ειδικότερη παρατήρησή μου επικεντρώνεται στην εξέταση της «Άρνησης» από τον Ευδοκιμίδη. Γράφει επιλογικά για το ποίημα του Σεφέρη: «Αυτή η διαδοχή των συμβάντων δεν αναφέρεται υποχρεωτικά και αποκλειστικά στον συγκεκριμένο άνθρωπο. Δεν έχω τη δυνατότητα να συγκρίνω γενικές συναισθηματικο-γνωσιακές διαδικασίες με συγκεκριμένα, ατομικά βιώματα και χαρακτηριστικά. Θεωρώ όμως πως και το άτομο Γ.Σ., ο ποιητής Γ.Σ., όταν συνέθετε με βάση προσωπικά του βιώματα το ποίημα, επιχειρούσε συγχρόνως να ξεφύγει από το ατομικό και να συναντηθεί με το γενικό» (σ. 109). Η παρατήρηση αυτή είναι δίχως άλλο σωστή, στη γενική θεώρησή της. Αλλά παρατηρώ με απορία ότι σε κανένα σημείο του βιβλίου του ο Ευδοκιμίδης δεν έλαβε υπόψη ότι το γραμματικό πρόσωπο του ποιήματος του Σεφέρη είναι το πρώτο πληθυντικό, το οποίο εξ αντικειμένου διευρύνει τον εαυτό στα όρια μίας αδιευκρίνιστης ομάδας, σίγουρα πάντως μίας κάποιας συλλογικότητας, ίσως όλων εκείνων που πήραν τη ζωή εντέλει λάθος και αποφάσισαν ν’ αλλάξουν τη στάση τους απέναντι στη ζωή.

Μια άλλη παρατήρησή μου είναι ότι οι διάφορες θεματικές και συνάμα νοηματικές ψηφίδες που αρθρώνουν την «Άρνηση» σε ένα συνεκτικό αφήγημα γίνονται αντιληπτές από τον Ευδοκιμίδη κατά κύριο λόγο ή και αποκλειστικά στην αναφορική σημασία τους. Ωστόσο το νόημα των λέξεων σε ένα μετασυμβολιστικό ποίημα, όπως αυτό του Σεφέρη, δεν μπορεί παρά να έλκεται ή να συμπληρώνεται ώς ένα βαθμό και από τη συνυποδηλωτική λειτουργία τους, τη λειτουργία τους ως συμβόλων. Έτσι η  σημασία της λέξης «καρδιά» στο ποίημα προφανώς δεν είναι εκείνη του σωματικού οργάνου, αλλά της συναισθηματικής θεώρησης της ζωής ή του συναισθηματισμού. Για τη λέξη «δίψα», δίπλα στην κυριολεκτική σημασία της ως σωματικής εκδήλωσης και ανάγκης, μπορούμε να σκεφτούμε και τη συνυποδηλωτική σημασία της ως ψυχοσυναισθηματικής ανάγκης, η οποία στα προδήλως ερωτικά συμφραζόμενα του ποιήματος υπονοεί τον πόθο.

Τέλος, μια παρατήρησή μου, ενεργοποιημένη από τα γόνιμα ερεθίσματα που προσφέρουν τα βιβλία του Ευδοκιμίδη, αφορά το ερώτημα για το ποιο είναι το εύρος των εφαρμογών της νευροβιολογικής ερμηνείας ποιημάτων. Ο ίδιος στη συνέντευξή του σχολιάζει τα όρια της επιστημονικής σκοπιάς του: «Η νευροβιολογική προσέγγιση που επιχειρώ είναι μία από τις πολλές προσεγγίσεις της ποιητικής δημιουργίας. Προτείνει ακόμα μία ανάγνωση ενός ποιητικού κειμένου, μιας ποιητικής εμπειρίας. Διαφέρει από τη φιλολογική-γλωσσολογική προσέγγιση, χωρίς ωστόσο να τίθεται θέμα αλήθειας ή γνησιότητας. Προσφέρει ενδεχομένως έναν κόκκο αλήθειας, τόσης όσο της το επιτρέπει η ίδια η μέθοδός της. Για να μην πέσω όμως σε έναν απελπισμένο αγνωστικισμό, υποστηρίζω ότι η νευροβιολογική μέθοδος μπορεί να είναι αποδοτική και διαφωτιστική. Κι αν είναι ειλικρινής και μετριοπαθής, μπορεί σίγουρα να συνεισφέρει κατά τι στην ανθρώπινη γνώση». Από τη δική μου σκοπιά, συμπληρωματικά εξηγούμαι ως προς το ποιο μπορεί να είναι το εύρος των εφαρμογών της νευροβιολογικής ερμηνείας ποιημάτων: Και τα δύο ποιήματα που εξετάζει ο Ευδοκιμίδης είναι εύληπτα, κατανοητά, κατά το ότι αρθρώνουν, ανεξάρτητα από την τροπικότητα της τεχνοτροπίας τους, αφηγήματα όπου οι εγκεφαλικές λειτουργίες μπορούν να αναγνωριστούν με ασφάλεια ως τέτοιες. Τι γίνεται, όμως, αν εστιάσουμε τον φακό της εξέτασης σε λίγο μεταγενέστερα ποιήματα, όπως τα υπερρεαλιστικά, και ειδικά σε ποιήματα εφαρμογής της βασικής τεχνικής των υπερρεαλιστών, της αυτόματης γραφής; Με άλλα λόγια, θα χαιρόμουν να συζητήσω με έναν νευρολόγο για το αν υπάρχει «αυτοματισμός ψυχικός καθαρός με τον οποίο προτίθεται κανείς να εκφράσει είτε προφορικά είτε γραπτά, είτε με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, την πραγματική λειτουργία της σκέψης. Υπαγόρευση της σκέψης, με την απουσία κάθε ελέγχου απ’ τη λογική, έξω από κάθε προκατάληψη αισθητική ή ηθική» (μεταφέρω εδώ ένα απόσπασμα απο το πρώτο υπερρεαλιστικό μανιφέστο του 1926). Η αυτόματη γραφή υπάρχει, είναι μαρτυρημένη ιστορικά, καταχωρημένη στις ποικίλες αφηγήσεις για την ανατρεπτική εξέλιξη του ποιητικού λόγου στον 20ό αιώνα˙ αλλά ως εγκεφαλική λειτουργία υφίσταται, μπορεί να ιχνηλατηθεί και να καταδειχθεί σε συγκεκριμένα κείμενα με νευροβιολογικούς όρους; Πιθανολογώ ότι μία τέτοια ευκταία συζήτηση θα μας οδηγούσε στο οριακό λογοτεχνικό έργο του πεζογράφου, από πολλούς θεωρούμενου ως ποιητή, νευρολόγου-ψυχιάτρου Γιώργου Χειμωνά, τον οποίο ο Ευδοκιμίδης γνώρισε ως συνάδελφο στο Αιγινήτειο Νοσοκομείο.

[1] «Η ποιητική εμπειρία ως εγκεφαλική λειτουργία» [συνέντευξη στον Σπύρο Μανουσέλη], Εφημερίδα των Συντακτών, 24 Μαΐου 2025.

[2] Εγγραφή στις 5 Νοέμβρη 1946. Βλ. Γιώργος Σεφέρης, Μέρες, Ε΄, Αθήνα, Ίκαρος 1977, σ. 80.

 

Ιωάννης Θ. Ευδοκιμίδης, Είναι εύκολο να αλλάξουμε ζωή; Ένας νευρολόγος διαβάζει Σεφέρη, Αθήνα, Τόπος (Μοτίβο Εκδοτική) 2024, σσ. 110.

Ιωάννης Θ. Ευδοκιμίδης,  Τελικά πώς πέρασε ο χρόνος; Ένας νευρολόγος διαβάζει Καβάφη, Αθήνα, Τόπος (Μοτίβο Εκδοτική) 2025, σσ. 154.

 

Προηγούμενο άρθροΠέθανε ο φιλόσοφος Ευτύχης Μπιτσάκης
Επόμενο άρθροKρίσεις κι επικρίσεις για την ποίηση των Ελληνίδων (της Βαρβάρας Ρούσσου)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ