Ένα “σ΄αγαπώ” χωρίς περισπωμένη (του Βαγγέλη Χατζηβασιλείου)

0
738

                                

του Βαγγέλη Χατζηβασιλείου

 

Ο Σπύρος Φλώρος είναι γεννημένος το 1974 στην Αθήνα, έχει γράψει πολλά εκπαιδευτικά βιβλία (εργάζεται ως φιλόλογος στην ιδιωτική εκπαίδευση) κι έχει δημοσιεύσει δύο ποιητικές συλλογές: …Και λίγο φως (2015) και Σύμβολο νέας πίστεως (2018). Η δεύτερη συλλογή του έφτασε κάπως αργά στα χέρια μου κι όταν διαπίστωσα το βάθος και την πρωτοτυπία της (μακρά, αφηγηματικά ποιήματα βασισμένα σε μια σειρά δεξιοτεχνικά επανερχόμενων μοτίβων) βρισκόμασταν πια  εκτός εκδοτικής επικαιρότητας. Ξεφυλλίζω τώρα το τρίτο ποιητικό βιβλίο του Φλώρου, που έχει τίτλο Μια φορά και… διάφορους καιρούς (κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Ζαχαρόπουλος), για να επιβεβαιώσω την αρχική μου εντύπωση με την πρόσθετη παρατήρηση πως τα αφηγηματικά ποιήματα της προηγούμενης συλλογής έχουν πλέον δώσει τη θέση τους σε πυκνές ενότητες πρόζας οι οποίες διατηρούν στο ακέραιο, παρά την πεζή τους μορφή, την ποιητική τους όραση.

Ο Φλώρος δεν ανήκει στους ποιητές που αγαπούν τη θρηνωδία: η φθορά του δικτύου επικοινωνίας μας με τους άλλους, η μελαγχολία και η πλήξη, μια κάποια θλίψη για όσα έχουν παρέλθει ανεπιστρεπτί, ο φόβος του θανάτου, η μνήμη των αγαπημένων που έχουν φύγει για πάντα, όπως και η αίσθηση των χαμένων προσδοκιών σε ποικίλα επίπεδα της ζωής, δίνουν το παρών στα ανά χείρας ποιήματα και δεν απομακρύνουν τα σκοτάδια τα οποία πέφτουν παντού τριγύρω μας. Από την άλλη, όμως, μεριά, μια ακατανίκητη θέληση για δύναμη, που εδράζεται στην ισχυρή πεποίθηση πως ο κόσμος δεν έχει χάσει ακόμη το νόημά του, και έχει τη δυνατότητα να μας συναρπάσει ανά πάσα στιγμή εκ νέου, καθώς και μια αεικίνητη, νευρώδης και πολύ φρέσκια γλώσσα, που ξέρει πώς να υποστηρίξει το κάθε ποίημα ξεχωριστά, αλλά και πώς να αρθρώσει τον συνολικό της λόγο χωρίς καθυστερήσεις, γενικολογίες και αφηρημένες ή ωραιοπαθείς αποφάνσεις, επιτρέπουν στον Φλώρο να μιλήσει επί της ουσίας για όσα τον απασχολούν, αποφεύγοντας το περιττό, αλλά και το κοινότοπο ή το αυτονόητο. Κι όλα αυτά μακριά από κρυψίνοιες και εκφραστικά κορδελάκια και με μιαν υπόγεια ένταση που προκύπτει, ως έδει, μόνο την τελευταία στιγμή:

 

Γιατί, αλήθεια, σκέφτομαι εγώ, πώς να το πεις, πώς να του δώσεις τον αέρα που του πρέπει, πώς να το πάρεις από ‘δω και ως τα πέρατα του κόσμου να το σύρεις, χωρίς την περισπωμένη του –φτωχό, κοντό και προπαντός, γυμνό, τρεμάμενο- το «σ’ αγαπώ»;     

 

Αυτή είναι η ισορροπία που πετυχαίνει ο Φλώρος με τα πεζόμορφα αλλά και με τα υπόλοιπα ποιήματά του: μια αγάπη γι’ αυτά που έρχονται κοντά μας στραβή, γυμνή και κουτσουρεμένη (όπως στραβή, γυμνή και κουτσουρεμένη και η πραγματικότητά η οποία τα περιέχει), την ίδια, όμως, ώρα, και μια αγάπη δυνατή και πηγαία, αναγκαία όσο και ο αδιατάρακτος ρυθμός της καθημερινής μας ανάσας. Αν επεκτείνουμε κάτι τέτοιο σε όλη τη θεματική γκάμα του βιβλίου, όπως την  περιέγραψα προεισαγωγικά, τότε έχουμε και το απαύγασμα της δουλειάς του Φλώρου: ένας λυρισμός που χωρίς να αγνοεί ή να παραβλέπει τις σκιασμένες όψεις της καρδιάς και της συνείδησης, είναι έτοιμος να αναλάβει τον καλό αγώνα της  αντίκρουσης και, εντέλει, της αναίρεσής τους: παίζοντας με το αιφνιδιαστικό και το απροσδόκητο, συνομιλώντας (λιγότερο ή περισσότερο φανερά) με άλλα ποιητικά κείμενα, όπως και με την αρχαιοελληνική μυθολογία και ιστορία (που συρράπτεται προσεκτικά και δίχως μεγαλοστομίες στο παρόν) και, τέλος (ή μάλλον, πριν και πάνω απ’ όλα), βάζοντας στον πυρήνα του παιχνιδιού τον ακούραστα επινοητικό χορό των λέξεων.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here