Ευριπίδης Γαραντούδης- Σοφία Κολοτούρου : Μνήμη Καρυωτάκη

0
476

 

 

 

Ευριπίδης Γαραντούδης

 

†Κ.Γ.Κ.

 

Ίσως το σύμπαν καταρρεύσει μ’ ένα στίχο,

αν και βλέπω άστρα κάθε αιώνα και πιο αραιά.

Τα τραγουδάκια μου απομείναν δίχως ήχο,

διαλύονται σε χρώματα μενεξελιά.

 

Στρατιές ανέργων, δανειστές, σερί απολύσεις

φτιάχνουν εδώ που ζω κοκτέιλ εκρηκτικά.

Ο εβραίος Θεός ελέγχει μπάνκες, ντιλ κι ειδήσεις,

οι διάβολοί του υπηρετούν τ’ αφεντικά.

 

Έπρεπε να μου ρίξω, για να επέλθει η ρήξη

του ασκού του Αιόλου· αχ ν’ ακουστεί φριχτό ουρλιαχτό

και ν’ αντηχήσει τρομερά κάτω απ’ τη σκάλα

 

που θα μ’ ανέβαζε ψηλά στον κουρνιαχτό

για ν’ ατενίζω τα ιερά και τα μεγάλα:

Τ’ άδειο τερέν, τον διαιτητή νεκρό, τη λήξη.

 

 

Σοφία Κολοτούρου

 

ΕΝΔΕΧΟΜΕΝΑ

 

Ίσως το σύμπαν καταρρεύσει μ’  ένα στίχο

Ε. Γαραντούδης, «†Κ.Γ.Κ.»

 

Ίσως το σύμπαν μ’ ένα στίχο καταρρεύσει,

μια νύχτα που θα σβήνεται η Σελήνη.

(Θα γράφουμε, ασφαλώς, για την οδύνη

π’ αφήνει πίσω της μια τόσο πικρή γεύση.)

 

Ο Άγνωστος Θεός θα πάρει μάρκες

και θα μας παίξει στη ρουλέτα και στα ζάρια.

(Θ’ ακολουθούνε οι πιστοί για δυο φεγγάρια,

θ’ ανατινάξουν φεύγοντας τις μπάνκες.)

 

Και πως πεθαίνουμε θα πούνε στις ειδήσεις:

Χαϊδεύει ο ευκάλυπτος την τελευταία μας σφαίρα

όπως τη ρίχνουμε, στο άδειο το τερέν.

 

(Ιούλης θα ’ναι και θα σώνεται η μέρα

και θα κολλήσουμε σ’ ένα γελοίο ρεφρέν

με χέρια-πέτρινους σταυρούς, τοπίο της Δύσης.)

 

 

 

 

Ευριπίδης Γαραντούδης

 

ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΤΗΡΙΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

 

Και πως πεθαίνουμε θα πούνε στις ειδήσεις:

Χαϊδεύει ο ευκάλυπτος την τελευταία μας σφαίρα

όπως τη ρίχνουμε, στο άδειο το τερέν.

Σ. Κολοτούρου, «Ενδεχόμενα»

 

Ιούλιο μήνα η ζέστη μού ήταν ανυπόφορη

κι ο θόρυβος των τζι­τζι­κιών σφυριές στ’ αυτιά μου.

Η μαρτυρία της σπιτονοι­κοκυ­ράς μου

πως όλη νύχτα περπατούσα στο δωμάτιο

 

είν’ αποκύημα νοσηρής της φαντασίας.

Κοιμήθηκα κανο­νικά, αφότου γύ­ρισα,

αργά το βράδυ κι εντελώς εξαντλημένος.

Κι αυτό γιατί επί δέκα ώρες προηγου­μένως

 

άγρια δερνόμουνα με κύματα θηρία.

Η «απόπειρα» ν’ αυτοκτονήσω δια θαλάσσης

δηλοί ακριβώς ό,τι σημαίνει αυτή η λέξις.

 

Ο λίγος ύπνος μου ήταν άδειος, δίχως όνειρα.

Σαν ξύπνησα νωρίς, ένι­ωθα πλέον σίγουρος.

Το Pieper Bayard δεν θ’ αστοχούσε.

 

 

 

Σοφία Κολοτούρου

 

ΒΙΒΛΙΑΡΙΑ ΤΡΑΠΕΖΗΣ

 

άγρια δερνόμουνα με κύματα θηρία.

Ε. Γαραντούδης, «Αποχαιρετιστήριο σημείωμα»

 

 

Άγρια δερνόμουνα, με κύματα θηρία

(μίσθια δουλειά, βιβλιάρια τραπέζης).

Ταμεία, σειρά, αγορά, διδασκαλία

(το τέρμα. Η προκυμαία της Πρεβέζης).

 

Της Νέας Υόρκης τόσοι ουρανοξύστες

(στο Σύμπαν κολυμπάμε πάντα μόνοι).

Δρόμοι κλειστοί, κλειστές όλες οι πίστες

(θα λάμψουμε σε μιαν αιώνια οθόνη).

 

Άγρια δερνόμουνα, με φώτιζε η Σελήνη

(με τύλιξε σιγά σιγά το σκότος).

Στο τέλος, από μας κάτι θα μείνει

 

(η πτώση, η προκυμαία και ο κρότος).

Μοιάζουμε πάντα πιόνια σε σκακιέρα

κι ωστόσο θ’ αποδράσουμε μια μέρα.

 

 

 

Ευριπίδης Γαραντούδης

 

ΟΙ ΕΥΕΛΠΙΔΕΣ ΝΕΚΡΟΙ ΤΟΥ ΩΡΑΙΟΥ ΜΑΣ ΚΑΘΡΕΦΤΗ

 

Well, sometimes a little bit of faith can go a long, long way

Nick Cave, «Waiting for you», Ghosteen

 

Λες είν’ καιρός για απόδραση πια απ’ τα σονέτα;

Να πάρουμε παρέα τον δρόμο για τα θαύματα

της καθημερινής ζωής; Κι όπου τα σκέτα,

τ’ απλά τα πράγματα θα κλείσουνε τα τραύματα

 

που ανοίξαμε στην τρωτή κι εύφωνη ψυχή μας;

Αλλάζοντας μ’ ήχους και συλλαβές –κενό

επάνω μας το διάστημα –τα αισθήματά μας;

Στον όγδοο στίχο φτάσαμε στο δειλινό.

 

Σοφία, μοχθήσαμε για να ’μαστε οπλισμένοι

με μάσκες ένα με το δέρμα, προσωπεία

της ποίησης που μας κοιτά τώρα θλιμμένη,

 

βουβή και μόνη, απ’ τον ωραίο μας καθρέφτη·

τον επιτάφιο που στολίσαμε με τα ία,

ευέλπιδες νεκροί, καθώς το σκότος πέφτει.

 

 

 

Σοφία Κολοτούρου

 

PER ASPERA AD ASTRA

  

Dance me to your beauty with a burning violin.

  1. L. Cohen

 

 

Ο θάνατος σαν πέπλο στα επουράνια

π’ ανοίγει, φανερώνει το στερέωμα.

Είν’ ώρα που γυμνή προβάλλ’ η ορφάνια

σε δυο σωμάτων πρώην συνοστέωμα.

 

Σάρξ εκ σαρκός∙ τώρα αμετάκλητα στο χώμα∙

και χους εις χουν. Ωστόσο ποιον παρηγορεί

ο Λόγος και αυτός που παίζει ακόμα

ένα φλεγόμενο, μυστήριο βιολί;

 

Αν είμαστε από τ’ άστρα κι από ενέργεια

με πνεύμα καμωμένοι αντί για ύλη;

Αν όλα τα επίγεια και υπέργεια

 

πρωθύστερα μηνύματα έχουν στείλει;

Παλιού κι απόκοσμου βιολιού εξαίσιος ήχος∙

πόση οδύνη αντέχει ο ύστερος στίχος;

 

 

Ευριπίδης Γαραντούδης

 

ΑΝΕΠΙΔΟΤΟ

 

Νύχτωσε. Πάλι τ’ άστρα. Δίχως ουρανό.

Μέτρα τα αντίστροφα. Αφαιρώντας. Το μηδέν

προσθέτει. Νούφαρα στη λίμνη. Στο κενό

λάμνοντας. Προς μιαν ήρεμη όχθη. Εκεί που δεν

 

θα φτάσουμε. Δάκρυα στεγνά. Η αρχή το τέρμα μας.

Ό,τι δεν πήραμε μαζί μας. Τις σιωπές.

Τα χαμένα μας λόγια. Αγγελικά στο δέρμα μας

χάδια. Σκιές του ουρανού. Κι ανθρώπων γρατζουνιές.

 

Ας φτιάξω έναν κατάλογο. Απολεσθέντων.

Των σονέτων που σου άρεσαν κι αγάλι αγάλι

τα έγραψες μέσα στην καρδιά σου τη μεγάλη.

 

Μαργαριτάρι που θα κλείσει. Ο τρόμος. Φρίκη.

Το ανάερο φάσμα μας. Αυτό θα μας ανήκει.

Θα εκκρεμεί η εγγραφή. Των νέων αφιχθέντων.

 

 

 

 

Σοφία Κολοτούρου

 

ΜΗΝΥΜΑ ΕΛΗΦΘΗ

 

Μέτρα τα αντίστροφα. Αφαιρώντας. Το μηδέν

προσθέτει. Νούφαρα στη λίμνη. Στο κενό

λάμνοντας.

Ε. Γαραντούδης, «Ανεπίδοτο»

 

 

 

Τ’ αδιέξοδα, τους τοίχους, τ’ άσπρο του κενού

στην ποίηση κρύψαμε, αποστρέφοντας το βλέμμα∙

κι ό,τι συντάραξε το νεανικό μας αίμα

ήσυχα λάμνει, στις υπώρειες τ’ ουρανού.

 

Τ’ ανάερο φάσμα μας ξανά θα καθρεφτίσω∙

αυτά τα λόγια μας, που πιο πολύ σιωπούν.

Γράφτηκαν όλα –πια δεν έχουν τι να πουν

οι ποιητές– και πώς εγώ να εξιστορήσω

 

με λίγους στίχους τα όσα ζούμε στον αιώνα;

Η μνήμη μου, καιρό γεμάτη μ’ άλλες μνήμες

–σε στίχο ελεύθερο και κάποτε σε ρίμες–

 

των προγενέστερων, που έχτισαν τον Κανόνα.

Μα στις υπώρειες των πατρώων στίχων ήδη

βλασταίνουν κι οι δικοί μας στίχοι, Ευριπίδη.

 

 

Ευριπίδης Γαραντούδης

 

ΑΤΙΤΛΟ

Η θέα απ’ τον εκατοστό δεύτερον όροφο
του One World Trade Center θα φαντάζει εκπληκτική,
για όποιον ανέβει. Άγγελοι με κατακόρυφο
άλμα κατέρχονται από εκεί στη φυλακή,

στη γη όπου, ευσπλαχνικοί, μας βλέπουνε να ζούμε.
Αόρατοι από μας, μόνοι τους, σιωπηλοί.
Στην πόλη αυτή, μα κι όπου αλλού, δεν θα τους δούμε.
Η εικόνα τους στα μάτια μας θα ’ταν φριχτή.

Μακριά, το Άγαλμα της Ελευθερίας –ω θλίψη!–
χάνεται στην ομίχλη της βροχής. Κι ο αέρας,
τι λέει; Κανείς μας σε κανέναν δεν θα λείψει

απ’ την ονειροπόληση γλυκιάς εσπέρας.
Στην πυκνή καταχνιά δείχνουν τα πάντα τόσο
αληθινά, σαν ψεύτικα – θαυμάσια, ωστόσο.

 

 

 

Σοφία Κολοτούρου

 

ΛΕΥΤΕΡΙΑ, ΛΕΥΤΕΡΙΑ

 

Η θέα απ’ τον εκατοστό δεύτερον όροφο

του One World Trade Center θα φαντάζει εκπληκτική

Ε. Γαραντούδης, «Άτιτλο»

 

 

Στον χάρτη: Empire, Central Park κι Upper Manhattan∙

μια εξόρμηση, λοιπόν, στη Νέα Υόρκη.

Στη Λευτεριά μας θα μιλούσαμε; Δεν θα ’ταν

άσχημα. Επαναλάβαμε το ξόρκι

 

του στίχου – φυλαχτό μες την καρδιά μας.

Μας περιβάλλουν τα κονσόρτσια κι οι εμπόροι

που φυλακίζουν διαρκώς τα όνειρά μας∙

στη λογική μάς προσγειώνουν με το ζόρι,

 

διακόπτουν τη γλυκιά ονειροπόληση,

διαλύουν βίαια του μυαλού μας την ομίχλη

και βγάζουν και τους στίχους μας προς πώληση

 

ωσότου σβήσουν των αγγέλων μας τα ίχνη.

Εκατό χρόνια ασύμπτωτοι στους ουρανούς∙

ποιος ασχολείται με σονέτα κι ιδαλγούς.

 

 

 

 

 

Ευριπίδης Γαραντούδης

 

ΕΧΕΙ ΣΚΕΠΑΣΕΙ Η ΘΑΛΑΣΣΑ ΤΙΣ ΠΡΟΚΥΜΑΙΕΣ

 

Έχει σκεπάσει η θάλασσα τις προκυμαίες

Μ. Παπανικολάου, «Εσωτερικό»

 

Έχει σκεπάσει η θάλασσα τις προκυμαίες

κι έτσι βαδίζουμε σαν δύτες στον βυθό.

Πάντως, κι εδώ επιμένουν κάποιες φευγαλέες

αισθήσεις να μας ραίνουνε απ’ τον ουρανό.

 

Πέφτουν παμπάλαια αστέρια, σαν πυγολαμπίδες

αναβοσβήνουν ή σαν φάροι ασθενοφόρων.

Με νεύματα πασχίζεις να μου δείξεις: Είδες,

είμαστε ανάστροφα κατάρτια ιστιοφόρων!

 

Ο Έντγκαρ, ο Ηλίας, ο Σαρλ, η Σύλβια με τον Κώστα,

βουβοί μας κάνουνε παρέα πού και πού.

Δεν ξέρουμε αν στην Πρέβεζα ή στην Αόστα

 

μας σέρνουνε τα ρεύματα του ωκεανού.

Η ελπίδα σου πως κάποτε θ’ αναδυθούμε

είναι μια άγκυρα ή ένα αγκίστρι. Θα πνιγούμε.

 

 

 

Σοφία Κολοτούρου

 

L’ AMOUR, LA MORT, LA MER

 

Η ελπίδα σου πως κάποτε θ’ αναδυθούμε

είναι μια άγκυρα ή ένα αγκίστρι. Θα πνιγούμε.

Ε. Γαραντούδης, «Έχει σκεπάσει η θάλασσα τις προκυμαίες»

 

Σε κάποιες γλώσσες ίσως συγγενεύουν

ο θάνατος κι η θάλασσα, στη μουσική.

Σε μας ωστόσο φεύγουν, δραπετεύουν

γι’ αθανασία, σ’ ακρογιαλιά μεθυστική.

 

Εδώ η ποίηση καταλύει, του θανάτου

τα σκοτεινά τα τούνελ και την παγωνιά.

Κι ο υγρός βυθός, με την ψυχρή ομορφιά του,

στραγγίζεται όλος στην ακτή, τα δειλινά.

 

Μονάχα ο στίχος ανεβαίνει, στους αγγέλους

γίνεται διάφανος, σαν φως στον ουρανό∙

γι’ αυτό στη γλώσσα μας η λύτρωση του τέλους

 

μοιάζει με όραμα εξαίσιο, φωτεινό.

Σε μας ο θάνατος δεν έχει πια εξουσία∙

του τη στερεί –μ’ ένα άλφα– η αθανασία.

 

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here