Ασιατικές ιχνογραφίες

0
193

Φώτης Τερζάκης.

 

ΑΡΑΒΙΚΗ ΧΕΡΣΟΝΗΣΟΣ, τόπος παραμυθιών και θαυμάτων. Μεθυσμένων οπτασιών, επικίνδυνων αντικατοπτρισμών και κακόβουλων τζινν. Μια μοναχική πλάκα γης που ξεκόλλησε από το σώμα τής Αφρικής κι ολοένα απομακρύνεται, με ένα αυλάκι που μεγαλώνει στα δυτικά της, την Ερυθρά, ένα που συρρικνώνεται ανατολικά, τον Περσικό Κόλπο, και μία από τις πιο επικίνδυνες θάλασσες του κόσμου στον νότο. Τεράστιες ακατοίκητες εκτάσεις που κανένας ποταμός δεν δροσίζει, μονάχα ξερές κοίτες χειμάρρων ––ουάντι–– που πλημμυρίζουν αιφνίδια από τις εποχιακές βροχές αφανίζοντας ό,τι βρίσκουν στο πέρασμά τους, τρώγοντας προϊστορικά πετρώματα, κι ύστερα ξεραίνονται αφήνοντας βαθιές χαρακιές στο έδαφος και απόκρημνα φαράγγια. Και όμως, τούτη η πεισμωμένη γη ήξερε ανέκαθεν να κρατά υγρασία σε καλά φυλαγμένες πτυχές της, όπου οι άνθρωποι έμαθαν να φυτεύουν χουρμαδιές και να μισοχορταίνουν τα ζώα τους με το λιγοστό εποχιακό χορτάρι. Τον υπόλοιπο χρόνο περιπλανιόντουσαν: σκοτώνονταν για τις λιγοστές πηγές κι ένα είδος μακρόσυρτων, τελετουργικών επιδρομών τής μίας φυλής εναντίον τής άλλης ήταν ο μόνος σχεδόν τρόπος επιβίωσης, που στο αμόνι του σμιλεύτηκαν οι μεγάλες αρετές τού αραβικού γένους – τόλμη, καρτερία και αντοχή, πάθος για ελευθερία, φιλοξενία, διπλωματική πονηριά και ποιητική ευγλωττία.

H Αραβική κατοικείται αδιάκοπα τουλάχιστον από τους νεολιθικούς χρόνους. Τα παλαιότερα ίχνη ανθρώπινης κατοίκησης, κοντά στην περιοχή τού Κόλπου, ανάγονται στο 5000 π.Χ. Την τρίτη χιλιετία π.Χ. ένας ισχυρός πολιτισμός, γνωστός ως Ντιλμούν, αναδύθηκε με επίκεντρο το νησιωτικό σύμπλεγμα του Μπαχρέιν. Την πρώτη χιλιετία π.Χ. οι Σαβαίοι δημιούργησαν μια ναυτική αυτοκρατορία στα νοτιοδυτικά, στη θέση τής σημερινής Υεμένης, όπου φτάνει η ακτίνα των μουσώνων δωρίζοντας τη μοναδική ζώνη βλάστησης στη Χερσόνησο (ευδαίμονα Αραβία την αποκαλούσε ο Ηρόδοτος). Έχτισαν το μεγάλο φράγμα της Μα’ρίμπ, επιβλητικούς ναούς σεληνιακών και ηλιακών θεοτήτων, και επεκτάθηκαν στο Κέρας τής Αφρικής μεταφέροντας τη γλώσσα και τη γραφή τους στα αιθιοπικά υψίπεδα. Ο βιβλικός θρύλος τής βασίλισσας του Σαβά αποτυπώνει την αίγλη αυτού τού αρχαίου βασιλείου, που το μυστικό του ήταν ο έλεγχος του θαλάσσιου εμπορίου των αρωμάτων και των μπαχαρικών από και προς την Ινδία και την Κεϋλάνη. Στα βορειοδυτικά τής Χερσονήσου, στη θέση τής σημερινής Ιορδανίας (που οι Ρωμαίοι ονόμασαν Πετραία Αραβία), τους τελευταίους αιώνες π.Χ. γεννήθηκε ένα ισχυρό βορειοαραβικό βασίλειο που, ελέγχοντας τους χερσαίους εμπορικούς δρόμους προς τη Μεσόγειο, έδωσε μία ακόμη θαυμαστή πολιτισμική ποικιλία από κείνες που τόσο απλόχερα έθρεψε η γη τής Συροπαλαιστίνης: οι μυστηριώδεις Ναβαταίοι, που έσβησαν γύρω στον τέταρτο αιώνα μ.Χ. και μας άφησαν το πολύτιμο μαργαριτάρι τής Πέτρας. Κάπου 60 χιλιόμετρα ανατολικά τής Άκαμπα, του κυριότερου λιμανιού στον μυχό τής Ερυθράς κάτω από τη Χερσόνησο του Σινά, είναι το Ουάντι Ραμ, η λεγόμενη «Κοιλάδα τού Φεγγαριού». Ανάμεσα στα σημάδια που άφησαν διάφοροι πληθυσμοί εδώ, σε ύψος 1800 μέτρων από τη στάθμη τής θάλασσας, είναι και τα ερείπια ενός ναβαταϊκού ναού, από την εποχή προφανώς που ξεκινούσαν την έφοδό τους στο ιστορικό προσκήνιο. Έχουν επίσης βρεθεί μια σειρά από πετρόγλυφες κομψές φιγούρες, σαφώς αρχαιότερες, που παριστάνουν ανθρώπους και αντιλόπες. Ποιοι τις έφτιαξαν; Παρά τις τεράστιες διαφορές στη χρονολόγηση θυμίζουν τις περίφημες βραχογραφίες τής Σαχάρα, στο φυσικό πάρκο Αΐρ και Τενερέ, σήμερα στη Δημοκρατία τού Νίγηρα – και με κάνουν ακόμα μία φορά να σκέφτομαι τη συνέχεια ανάμεσα στην Αραβική Χερσόνησο και την Αφρική: η μεγάλη Αραβική έρημος ένα σκισμένο κομμάτι τής Σαχάρα – γιατί όχι;

………………………………………………………………………………………

Ήμασταν τότε μεγάλο καραβάνι. Δεκαπέντε άτομα μοιρασμένα σε τέσσερα τζιπ, με τους οδηγούς μας, και αρχηγό τής αποστολής τον Χαλίμ. Κινούμασταν ακατάπαυστα μέσ’ από τοπία που άλλαζαν ιλιγγιωδώς – από το κεντρικό οροπέδιο στην Ανατολική έρημο, από ’κει στα χορταριασμένα ουάντι, σε όλο το μήκος τής ακτογραμμής από τη Μούκαλα μέχρι τη Χουντάιντα, και ύστερα πάλι στα καταπράσινα ορεινά, μέχρι τις βραχώδεις αετοκορφές τού βορρά. Η ευτυχία τού δρόμου ήταν οι μεσημεριανές στάσεις για κάμποσες κούπες τσάι αρωματισμένο με δυόσμο ––το βάλσαμο του οδοιπόρου–– και λίγο φαγητό που η νοσταλγία του μού φέρνει σχεδόν δάκρυα: πατικωμένες πίττες με μαλακό κατσικίσιο τυρί, κοτόπουλο ή κομμάτια αρνί στα κάρβουνα, πιατάκια με γιαχνιστά λαχανικά και ρύζι με κάρδαμο και σταφίδες. Ήτανε πάντα το ίδιο, και πάντα το περιμέναμε σαν μεγάλη λαμπρή. Η έξαψη κορυφωνόταν την ώρα που μας φέρνανε διπλωμένη μια τεράστια, αχνιστή και φρεσκοκαψαλισμένη πίττα, την άπλωναν πάνω στο τραπέζι και την κομματιάζαμε με τα χέρια. Δεν θυμάμαι να νοσταλγήσαμε ποτέ το αλκοόλ.

Το Ραμλάατ ας-Σαμπατάιν είναι η αρχή τής μεγάλης ερήμου που απλώνεται σε όλο το ανατολικό μέρος τής Χαντραμάουτ προχωρώντας βαθιά μέσα στο Ομάν. Ξεκινήσαμε για ’κεί κατευθείαν από τη Μάριμπ. Βεδουίνοι θα μας περίμεναν μ’ ένα ξεχαρβαλωμένο ημιφορτηγό να μας οδηγήσουν βαθιά στην καρδιά της, και εκεί θα κατασκηνώναμε για μια νύχτα. Στον εξοπλισμό των οδηγών μας προστέθηκε από ένα καλάσνικοφ – όχι μόνο για τους λόγους που φαντάζεται κάποιος, αλλά και γιατί αν ένα αυτοκίνητο ξεμείνει στην έρημο, ένας πυροβολισμός στον αέρα μπορεί να σε σώσει… Έπρεπε βέβαια να κάνουμε προμήθειες, και ήταν λογικό να ψωνίσουμε στον τελευταίο σταθμό πριν την έρημο, ένα βεδουίνικο χωριό. Είδα τον Χαλίμ με την σοφή πονηράδα του να κρυφομιλάει με τους οδηγούς πολλή ώρα, να κάνουν  περίπλοκους σχεδιασμούς, και στο τέλος μάθαμε ότι μόνο ένα αυτοκίνητο θα σταματούσε: θα είχε τα χρήματα και τις παραγγελίες όλων, και ύστερα σε ένα συγκεκριμένο σημείο οι άλλοι θα κόβαμε ταχύτητα, χωρίς να σταματήσουμε, μέχρις ότου μας φτάσει. Μα γιατί όλ’ αυτά;     Γιατί μόνο αυτός ο συγκεκριμένος οδηγός ήταν από τη φυλή τού χωριού, οι άλλοι ανήκαν σε φυλές θεωρούμενες εχθρικές ––οι Βεδουίνοι συνήθως δεν θυμούνται γιατί–– και η παρουσία τους από μόνη μπορούσε να σημάνει μια κόλαση πυροβολισμών πάνω απ’ τα κεφάλια μας. Και πώς θα καταλάβαιναν σε ποιαν ακριβώς φυλή ανήκουν; Από την ομιλία τους, λέει ο Χαλίμ με το φυσικότερο ύφος τού κόσμου.

Οι Βεδουίνοι: φιγούρες χαρακωμένες από τον ήλιο και τις ριπές τής άμμου, χέρια σαν γερασμένα ξερόκλαδα, σκοτεινή τραχύτητα και πλατύ, παιδικό χαμόγελο· μετρημένες κινήσεις και αυστηρά πρωτόκολλα, και απεριόριστη γενναιοδωρία κάτω από τις τρίχινες τέντες σαν τελειώσει το πενιχρό δείπνο ––χουρμάδες, γάλα ανάμικτο με αλεύρι ή πληγούρι και μαύρος φρεσκοκαβουρδισμένος καφές––– και λυμένα τα στόματα αρχίσουν να ξετυλίγουν τις ίδιες, ειπωμένες ξανά και ξανά, ιστορίες. Δεν έχουνε μύθους ούτε θεολογικά δόγματα και λεπτές μεταφυσικές ανησυχίες· η ζωή τους είναι κυριευμένη από στοιχειακές δυνάμεις απ’ όπου κρέμεται αποκλειστικά η καθημερινή τους επιβίωση. Μια σπηλιά, ένα δέντρο, μια όρθια πέτρα (βαίτυλος: από το μπάιτ αλλάχ, «οίκος θεού») είναι γι’ αυτούς κατοικία τού μυστηριώδους που πρέπει να εξημερωθεί – μα πάνω απ’ όλα τα πηγάδια, διάμεσα επικοινωνίας με προστατευτικές θεότητες: γι’ αυτό λάτρεψαν στη Μέκκα την κρήνη Ζαμζάμ, από ευγνωμοσύνη που πρόσφερε στον προπάτορά τους Ισμαήλ το πολύτιμο νερό, και γι’ αυτό ανήκουνε πάντα σε όλη τη φυλή που συνάζεται γύρω τους πολεμώντας μέχρι θανάτου, αν χρειαστεί, για να τα υπερασπίσει. Θεωρούν την καμήλα θείο δώρο και περιφρονούνε βαθύτατα την εγκατάσταση, την καλλιέργεια της γης και την κατοχή περιουσίας. Πριν από την προσευχή τρίβουν χέρια και πόδια με άμμο, το μοναδικό καθαρτήριο λουτρό που γνωρίζουν αφού το πολύτιμο νερό χρειάζεται για το πότισμα των ζώων.

Ώρες πολλές οδηγούσαμε στον ανύπαρκτον ορίζοντα, και βυθιζόμαστε ολοένα και πιο βαθιά στο σεντόνι τής ερήμου. Το ημιφορτηγό των οικοδεσποτών μας έτρεχε ιλιγγιωδώς μπροστά, τιναζόταν πάνω από τεράστιους αμμόλοφους, ισορροπούσε για λίγο στις δύο ρόδες και ξαναβουτούσε αόρατο στην πυκνή κονιορτό, κλυδωνιζόταν σαν πλοίο σε τρικυμία ωστόσο προχωρούσε, κι εμείς αγκομαχούσαμε να μην βγούμε από την ακτίνα ορατότητας. Ώσπου φτάσαμε. Πού δηλαδή; Πλάι σε μιαν αλληλουχία κινούμενων αμμολόφων, που κατακάθονταν όπως έπεφτε το φως και ηρεμούσαν θαρρείς μέσ’ στα ίδια τα περιγράμματά τους, όμοιων και απαράλλακτων με όλους όσους διασχίζουμε, πόσην ώρα δεν θυμάμαι… Τί έννοια έχει εδώ το τοπικό επίρρημα; Τρομαγμένος σχεδόν, συνειδητοποίησα πώς η έρημος ακυρώνει την ίδια τη γλώσσα. Συνειδητοποίησα ολοκληρωτικά και διαμιάς την τρομερή γοητεία της, τη μυητική κατάσταση που αντιπροσωπεύει για την ψυχή η οποία έχει αγκιστρωθεί στο δίχτυ της, το αδύνατο της επιστροφής στον κατοικημένο κόσμο. Όπως το μεγάλο νερό, ο ωκεανός, όπως και η ίδια η φλόγα που αναλώνει τις μορφές, η έρημος διαλύει το παιχνίδι των αντιθέτων, διαλύει τη γλώσσα και τη σκέψη, μέχρις εκείνο το ολόγιομο τίποτα που συνοψίζεται σ’ ένα ανεκλάλητο θαυμαστικό. Δέσμιος της ερήμου θα πει, αιχμάλωτος μιας ελευθερίας χωρίς διαφυγή.

Έτσι όπως μου σώθηκαν ξαφνικά οι λέξεις και βρέθηκα σε μια παράξενη κατάσταση σπλαχνικής διαστολής, έμεινα βουβός, καθισμένος στην κορυφή ενός αμμόλοφου μέχρι που το απογευματινό φως βούλιαξε στην άβυσσο… Εν τω μεταξύ από κάτω υπήρχε δραστηριότητα. Οι Βεδουίνοι μας έσκαψαν έναν βαθύ λάκκο, άναψαν μέσα του κάρβουνα που είχαμε φέρει μαζί μας, ύστερα έβαλαν πάνω τους ένα ολόκληρο αρνί που αγοράσαμε επί τούτου, το σκέπασαν μ’ ένα τσίγκινο καπάκι και το έθαψαν πάλι στην άμμο. Στερέωσαν μόνο ένα ξύλο από πάνω για μη χάσουμε το σημείο. Αυτό που εμείς λέμε κλέφτικο… Μέχρι να ψηθεί το αρνί έστησαν με λίγους πασσάλους μια μακρόστενη τέντα, ανοιχτή μπροστά, που προοριζόταν να γίνει το σπίτι μας απόψε. Όταν γέμισε η ώρα, ανάψαμε μια μικρή φωτιά κι εκεί γύρω, ανακούρκουδα, μοιραστήκαμε το φαγητό και τη νύχτα. Ίσως κάποια στιγμή τραγουδήσαμε… Όταν κανείς πλέον δεν είχε κουράγιο να τροφοδοτήσει τη φωτιά, και οι περισσότεροι είχαν σωριαστεί κιόλας κατάκοποι στην τέντα, μας τύλιξε η απόλυτη, μυστηριακή σιγή τής ερήμου. Ο ουρανός όμως ήταν ένα ολόφωτο κέντημα σαν να είχε πάρει, θαρρείς, όλη τη ζωή και το βουητό της γης και ήταν η γη ένας άλαλος, σκοτεινός ουρανός στη θέση του. Δεν μπορούσα να κοιμηθώ μέσα. Πήρα τον υπνόσακκό μου και τον έβαλα κάθετα στην τέντα, από την έξω μεριά, και άφησα τ’ αστέρια να τρυπούν ίσια τα κλεισμένα μου βλέφαρα. Θυμήθηκα μια ιστορία που μου έλεγε ένα βράδι ο Βαγγέλης στο σπίτι του στον Λυκαβηττό. Αιγυπτιώτης, με σπουδές στη Γαλλία, είχε δουλέψει αρκετά χρόνια στα νιάτα του ––πολύ πριν συλλάβει το σχέδιο της νηοπομπής για το σπάσιμο του αποκλεισμού τής Γάζας–– ως ειδικός για τη διαχείριση υδάτινων πόρων σε κάμποσες χώρες τής Αφρικής. Στη Μαυριτανία έζησε δύο χρόνια, και φαίνεται ότι τον σημάδεψε βαθιά. Εκεί, κάποτε, τον φιλοξενούσε η οικογένεια ενός σεβαστού και εύπορου κρατικού αξιωματούχου. Ο πατέρας, γέροντας πια, οι γιοι με τις οικογένειές τους και τα παιδιά των γιων, ζούσαν όλοι μαζί σ’ ένα ιδιόκτητο πολυτελές μέγαρο. Κάθε βράδι όμως, μετά το αυστηρό τελετουργικό τού δείπνου, ο πατέρας έπαιρνε το πανάκριβο Land Rover του και χανότανε μέσα στο σκοτάδι για να κοιμηθεί στην έρημο.

Γυρίζοντας απ’ το Ραμλάατ ας-Σαμπατάιν χωθήκαμε στο σκηνικό τού Ουάντι Χαντραμάουτ: Σεϊγιούν, Τάριμ και η παραισθητική Σίμπαμ, το «Μανχάταν της ερήμου». Τα πεντακόσια περίπου σπίτια της σηκώνονται απότομα σαν αντικατοπτρισμός πολιτείας στο χρώμα τής άμμου, σε μια υπερυψωμένη φυσική πλατφόρμα στο μέσον τού ουάντι, τριγυρισμένα από φαρδύ τείχος στο ίδιο χρώμα· μικροί, γαιώδεις ουρανοξύστες από λάσπη και άχυρο, εδώ που η πέτρα σπανίζει κι ευτελή, αναλώσιμα υλικά δοκιμάζουν τη επινοητικότητα και τη δεξιοτεχνία τού τεχνίτη, διαλύονται λίγο λίγο με τις δυνατές βροχές, και ξαναφτιάχνονται, για να ξαναδιαλυθούν και για να ξαναφτιαχτούν… Τα περισσότερα δρομάκια της έχουν πλάτος που δεν ξεπερνάει το ένα μέτρο, κι από πάνω τους υψώνονται οκταώροφα ή εννιαώροφα οικοδομήματα, τα οποία δεν ακουμπάνε πραγματικά μεταξύ τους αλλ’ αφήνουν ένα μικρό κενό που τις περισσότερες φορές είναι γεμάτο σκουπίδια και κότες που τα σκαλίζουν. Μία κεντρική ξύλινη κολόνα από κορμό χουρμαδιάς ––η «Μητέρα τού σπιτιού»–– συγκρατεί τον εύθραυστο σκελετό, απ’ όπου ξεκινούν οριζόντια ξύλα σαν ακτίνες για να στηρίζουν τα πατώματα, και γύρω της χτίζονται τα χωμάτινα σκαλοπάτια και τα μικροσκοπικά δωμάτια με τα διπλά παράθυρα. Οι χαμηλοτάβανοι όροφοι και οι επίπεδες προσόψεις κάνουν τα κτήρια, που είναι πολύ στενά, να μοιάζουν ψηλότερα απ’ όσο πραγματικά είναι. Τα μισοφωτισμένα μαγαζάκια και οι πάγκοι είναι ανοιχτά μέχρις αργά τη νύχτα· κατσίκια, γαϊδούρια και άνθρωποι γυροφέρνουνε χωρίς άσκοπες διακρίσεις σε αυτά τα δρομάκια που το βράδι εκείνο καθίσαμε, κατάχαμα κι εμείς ανάμεσα σ’ ένα πλήθος από ντόπιους σε κάτι το οποίο θα μπορούσε κάποιος να πει πλατεία, για μια κούπα τσάι που έγινε, ξαφνικά και χωρίς κανένα λόγο, η πύλη για μια στιγμιαία απόπνοια παραδείσου.

Δραματικοί κρατήρες κι απρόσμενες αναδιπλώσεις του φλοιού τής γης, παράξενα βουνά που κολυμπούν στο διάφανο φως τής ερήμου, και στα παράλια ευωδία τού λιβανόδεντρου και του μυρόδεντρου.  Ο τόπος είναι κατάσπαρτος από κενοτάφια των αγίων Σάγιντ, που θεωρούνταν απευθείας απόγονοι του Προφήτη και μαζί με τους σεΐχηδες του βορρά υπήρξαν επί αιώνες οι πραγματικοί ηγέτες τής χώρας. Δικαστές, συμβουλάτορες και θεραπευτές, περιβάλλονται από τον θρύλο αναρίθμητων θαυμάτων που κάνει ακόμα τους τάφους τους αντικείμενο ευλαβούς προσκυνήματος. Ο πληθυσμός εδώ είναι γεωργοί και ψαράδες, ταπεινοί άνθρωποι του μόχθου που ελάχιστα έχουν κοινά με τους ανυπότακτους ορεσίβιους. Οι πεδιάδες όμως δεν κρατούν για πολύ. Λίγα χιλιόμετρα μέσ’ από τα παράλια ξαναρχίζουν οι ορεινοί όγκοι που σε φέρνουν και πάλι στις δραματικές κορυφές ως τα 3.000 και πλέον μέτρα. Στις απόκρημνες πλαγιές τού Τζέμπελ Χαράζ σκαρφαλώνουν τ’ αετοχώρια Μανάκα και Χάτζαρα. Εκεί, μέσα σ’ έναν μολυβί ουρανό και στη διαπεραστική ορεινή ψύχρα, μείναμε το προτελευταίο βράδι στο φουντούκ αλ-Τάουφκ.

Φουντούκ λένε τα παραδοσιακού τύπου πανδοχεία, κατευθείαν απογόνους των παλαιών χανιών. Άλλες δύο φορές μείναμε σε τέτοιο, στην Κουράιμπα και στο Μπιρ Αλί (εκεί πρωτοδοκιμάσαμε και μαγειρεμένο καρχαρία). Δεν προσφέρουν ατομικά δωμάτια. Οι επισκέπτες κοιμούνται κατάχαμα, ο ένας δίπλα στον άλλον, σε μία ή δύο μεγάλες αίθουσες στρωμένες με κιλίμια και σπαρμένες με ξύλινες κολόνες (θυμίζουν λιγάκι το εσωτερικό τζαμιού). Μία άλλη μακρόστενη σάλα, μ’ ένα μακρύ χαμηλό τραπέζι στη μέση και μαξιλάρια γύρω γύρω στους τοίχους, χρησιμεύει για τραπεζαρία. Καμιά φορά, το τραπέζι λείπει εντελώς και τον ρόλο του παίζει ένα φαρδύ χαλί. Η αρχιτεκτονική τους είναι τυπικά αραβική, με εσωτερικές αψίδες, ξύλινη διακόσμηση και χρωματιστά τζάμια στα παράθυρα. Σε μια τέτοια σάλα εκείνο το βράδι η Υεμένη μάς αποχαιρέτισε με τον δραματικό «χορό των μαχαιριών». Πέντε-έξι νεαρά αγόρια με μάτια αγριεμένων σατύρων ––παζολινικές φυσιογνωμίες, είπε ο Άγγελος: και αυτός ήξερε–– κινούνταν σε κύκλο λικνιζόμενοι αργά και κραδαίνοντας γυμνές τις ζαμπίγιες τους· οι άλλοι συνόδευαν αποκλειστικά με κρουστά, μικρά ημισφαιρικά τύμπανα και κρόταλα, στα οποία προστέθηκε κάποια στιγμή μία πίπιζα. Ο ρυθμός επιτάχυνε ξαφνικά, σαν ομοίωμα πολεμικής κλαγγής, και στο κορυβαντικό του αποκορύφωμα οι νεαροί έκαναν απότομες, μανιασμένες κινήσεις ο ένας προς τον άλλον, έβγαζαν τρομαχτικά αγκομαχητά, έγερναν σαν μεθυσμένοι, σχεδόν έπεφταν, και τινάζονταν πάλι στον αέρα σαν φιγούρες ενός αλλόφρονου θεάτρου σκιών, που έμελλε να παρασύρει κι εμάς στη δίνη του.

Από το ανέκδοτο βιβλίο του Φώτη Τερζάκη:

 Αντίδρομα στον ήλιο. Ασιατικές ιχνογραφίες, τόμος Α΄ (Πανοπτικόν: Θεσσαλονίκη 2014).

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here