Αντιποιητικά κατοικεί ο άνθρωπος (γράφει ο Αλέξανδρος Πλατανιώτης)

0
163
Spread the love

 

γράφει ο Αλέξανδρος Πλατανιώτης 

Στοχασμοί πάνω στη φύση του ανθρώπου και της γλώσσας

 

Ο μύθος του Οιδίποδα έχει απασχολήσει σε πολλά επίπεδα τον φιλοσοφικό στοχασμό και την τέχνη, ως σύμβολο που εξακτινώνεται προς διάφορες κατευθύνσεις. Το ίδιο και κείνος του Νάρκισσου, όπως τον παρουσιάζει ο Οβίδιος στις Μεταμορφώσεις. Τι λέει ο Τειρεσίας στη μητέρα του; «Θα ζήσει χρόνους πολλούς, αρκεί να μη γνωρίσει τον εαυτό του». Η ταυτότητα ως θάνατος κ’ ενοχή, η αλήθεια ως θάνατος και ύβρις, ως εξουσία, ο καθρέφτης και κείνος που καθηλώνεται μπροστά στο είδωλό του, το τίμημα της αυθεντικότητας, δηλαδή η θραυσματικότητα κ’ η περιθωριοποίηση, είναι θέματα που μας αφορούν και μας συγκινούν πολύ, καθώς εντάσσονται στο συλλογικό φαντασιακό των αρχετυπικών παραστάσεων.

Ο συμβολικός άνθρωπος είναι δυαρχικός, φορέας υψηλής βίας, με την έννοια ότι Υπερεγώ και Αυτό υπάρχουν ως δύο υπερτροφικοί πόλοι μέσα του που παλεύουν διαρκώς, τυλίγοντάς τον στην αγωνία. Γιατί αυτός ο άνθρωπος είναι ένα σφάγιο στον βωμό του λόγου.

Όμως, ποια είναι η γλώσσα του Οιδίποδα; Ποιος είναι ο λόγος της αρχαϊκής ενοχής; Λίγοι τον μίλησαν. Ωστόσο, το έργο τους παραμένει πολύ ζωντανό και παροντικό. Όλος ο δυτικός πολιτισμός είναι κτισμένος πάνω στην ενοχή. Η άρνηση της φύσης μας, η ενοχή ως προς τη φύση μας, απ’ όπου προκύπτει κι ο κάθε μετανθρωπισμός. Η Δύση ποτέ δεν εξημέρωσε το Ζώο, παρά τις πνευματικές της κορυφές και κορυφώσεις. Αναμετράται διαρκώς μαζί Του, ορίζοντάς Το ως μέτρο τού ανθρώπου και της μοίρας του. Μια μοίρα απ’ την οποία προσπαθεί να ξεφύγει με φρικτή αγωνία. Αρνείται να ταπεινωθεί. Η Δύση είναι αλαζονεία. Η υπέρβαση που ποθεί, δεν είναι παρά μια φυγή.

Δεν είναι πόλος ο άνθρωπος. Είναι το όριο· το μεταίχμιο. Και το μεταίχμιο είναι πολύ δύσκολο να το αντέξεις. Αφενός λόγω της βίας του, αφετέρου λόγω της ελευθερίας του. Όλοι θέλουν ν’ ανήκουν σ’ έναν πόλο, γιατί εκεί αισθάνονται ασφαλείς και αγελαίοι. Νομίζουν ότι το άκρο είναι μια υπεύθυνη στάση, μια υποχρέωση (ηθική, πολιτική, οντολογική κλπ.) του ατόμου. Έχουν την πεποίθηση ότι είναι η μόνη δυνατή πραγματικότητα, ότι πρόκειται για ρεαλισμό. Όμως, ο άνθρωπος δεν ανήκει ούτε στον κύκλο ούτε στο κέντρο του. Όλα αυτά είναι παραστάσεις της αγωνίας μας, της αγωνίας να υπάρξουμε ολόκληροι, να γίνουμε παρόν. Η Δύση προσφέρει την υπέρβαση ως τη μοναδική λύση. Όλοι ξέρουμε το τέλος του Πενθέα: η Δύση είναι ο Πενθέας.

Έχει χυθεί περισσότερο αίμα για οποιονδήποτε σκοπό, απ’ όσο χύθηκε για την αλήθεια; Η αλήθεια είναι απάνθρωπη. Δεν είναι σύμφωνη με τη φύση του ανθρώπου. Αυτό νομίζω ότι είναι το νόημα των δύο μύθων, του Οιδίποδα και του Νάρκισσου. Ο άνθρωπος είναι πολύ άγουρος, πολύ λίγος, πολύ μαλακός για την αλήθεια. Αυτή ανήκει στον Θεό. Η αλήθεια που μας αναλογεί, είναι η αγάπη.

Συνεπώς, το Είναι του ανθρώπου διαρκώς μετατίθεται σαν το εκκρεμές μεταξύ ύπαρξης κι ανυπαρξίας. Είσαι και δεν είσαι. Παρουσία κι απουσία. Αυτό είναι το όριο, τουλάχιστον οντολογικά. Το ίδιο ισχύει και για τη γλώσσα: η ουσία των πραγμάτων διαρκώς της διαφεύγει, μετατίθεται συνεχώς στην επόμενη λέξη. Η γλώσσα δεν είναι παρόν όπως τα πράγματα. Είναι κάτι μεταξύ αυτού που έγινε κι αυτού που πρόκειται να γίνει. Ένα εκκρεμές που κινείται μεταξύ της αλήθειας και του ψέματος/πλάνης. Όταν ο Πιλάτος ρωτά «quid est veritas?», δεν νομίζω ότι λαϊκίζει ή υπεκφεύγει. Θέτει το θεμέλιο της φιλοσοφίας. Η φύση της αλήθειας δεν μπορεί να γίνει γνωστή από τον άνθρωπο. Γι’ αυτό κι ο κόσμος κατέληξε θραυσματικός, προσπαθώντας να συλλάβει την αλήθεια. Δεν μπορούμε ως λόγος να υπάρξουμε ολόκληροι μέσα στα πράγματα. Είμαστε ο Ων κι ο μη Ων ταυτόχρονα: μια μεταιχμιακή ταυτότητα.

Το όριο είναι ένα ίχνος. Το σημαινόμενό του διαρκώς μετατίθεται. Το ερώτημα «τι είναι άνθρωπος;», παραμένει, λοιπόν, μια εκκρεμότητα. Δεν μπορούμε να συλλάβουμε την ουσία της φύσης μας, γιατί είναι απλή (εννοώ «καθαρή»), όταν η γλώσσα μας είναι μεικτή. Τα πάθη είναι προσδιορισμοί ή φύση; Ποιο είναι το πραγματικό μας όνομα, το αρχαϊκό, το πρώτο; Αυτό που ο άνθρωπος δεν μπορεί να το συλλάβει, γιατί είναι καθαρό, είναι ουσία, αρχαία ταυτότητα. Σ’ αυτό το όνομα κατά τη γνώμη μου δεν ανήκουν τα πάθη. Ο άνθρωπος είναι «φωνὴ αὔρας λεπτῆς», για να θυμηθώ το επεισόδιο με τον Προφήτη Ηλία. Η γλώσσα δεν μπορεί να κατακτήσει την ουσία. Γι’ αυτό και κάθε ποίημα παραμένει μια εκκρεμότητα. Μόνο βιωματικά νομίζω ότι μπορείς να γνωρίσεις τη φύση του ανθρώπου, μέσω, δηλαδή, μιας ενορατικής γνώσης.

Ο Γρηγόριος Νύσσης, αυτός ο μεγαλοφυής θεολόγος, μιλάει για το «αρχαίο κάλλος», την αρχετυπική, την πρώτη κατάσταση του ανθρώπου. Βλέπει τον άνθρωπο απογυμνωμένο απ’ όλα του τα πάθη, τον αποκαθιστά στο αληθινό του μεγαλείο, νοηματοδοτεί μέσω της αρχαϊκής Ομορφιάς –τι σκέψη!– την ύπαρξή του.

Υπάρχει, λοιπόν, Θεός ως Λόγος; Η απάντηση θα δοθεί απ’ τον καθένα μας χωριστά. Όσον αφορά στο παρόν κείμενο, η γλωσσική καθαρότητα και το βάθος των Ευαγγελίων, η αλήθεια που φέρουν, δεν είναι ανθρώπινη κατ’ εμέ. Βέβαια, ο Σπινόζα έλεγε ότι πρέπει να διαβάζουμε τα ιερά κείμενα ως προϊόντα μιας ορισμένης εποχής. Αυτό, όμως, δεν υποβαθμίζει το περιεχόμενό τους. Είναι κείμενα που μας έδωσαν ζωή και που μας κράτησαν στη ζωή. Το βίωμα του θείου είναι ο πάσχων λόγος, μια ηδονική αγωνία, που τοποθετείται πολύ κοντά στον Καντ· ένας ίλιγγος των αισθήσεων και του πνεύματος.

Αρνούμαι, όμως, την οποιαδήποτε μεταρσίωση, κάτι που βρίσκεται στους αντίποδες όσων πίστευα παλιότερα. Αγαπώ τη θνητότητα. Μου αρκεί, στο μερίδιο που μου αναλογεί, ο έρωτας προς την Κτίση και τον Δημιουργό Της. Λέει ο χορός στις Βάκχες: ««†γνώμαν σώφρονα θάνατος ἀπροφάσιστος/ εἰς τὰ θεῶν ἔφυ/ βροτείω τ᾽ ἔχειν ἄλυπος βίος./ τὸ σοφὸν οὐ φθόνω χαίρω θηρεύου-/ σα τὰ δ᾽ ἕτερα μεγάλα φανερὰ τῶν ἀεὶ/ ἐπὶ τὰ καλὰ βίον,†/ ἦμαρ ἐς νύκτα τ᾽ εὐ-/ αγοῦντ᾽ εὐσεβεῖν, τὰ δ᾽ ἔξω νόμιμα/ δίκας ἐκβαλόντα τιμᾶν θεούς» (στ. 1002-1010· η υπογράμμιση δική μου).

Ο άνθρωπος δεν προορίζεται για την αλήθεια, αλλά για την αγάπη. Αυτή είναι η αλήθεια που του αναλογεί. Η «ενεργή αγάπη» (για να θυμηθώ τον Ντοστογιέφσκι) είναι υψηλή ζωή. Ο Γρηγόριος Νύσσης, ωστόσο, γράφει ότι «η αγάπη είναι γνώση». Συνεπώς, ναι μεν ο άνθρωπος δεν προορίζεται για την αλήθεια, όμως, στον βαθμό που του αναλογεί, οφείλει να γνωρίσει τον εαυτό του, γιατί έτσι γνωρίζει και τον Θεό. Αλλά πρόκειται για μια γνώση που μετουσιώνεται σε πράξη: αυτή είναι η ενεργή αγάπη. Δύο, λοιπόν, κατ’ εμέ είναι οι κατεξοχήν πραγματικότητες του ατόμου: η πολιτική κ’ η μεταφυσική. Κ’ οι δύο προϋποθέτουν την κοινωνία, τη συμμετοχή.

Στην Αναζήτηση του απόλυτου του Μπαλζάκ ο κεντρικός χαρακτήρας είναι ένας Οιδίποδας. Δεν αρκείται στη γνώση που αρμόζει στη φύση του, αλλά αναζητά την απόλυτη αλήθεια: «και θα δικαιούμαι, σε μια μόνο ψυχή, σ’ ένα σώμα, να είμαι κάτοχος της αλήθειας», όπως έγραφε ο Ρεμπώ στο Μια εποχή στην κόλαση (απ’ τη λαμπρή μετάφραση του Χριστόφορου Λιοντάκη). Αυτό είναι υπέρβαση του μέτρου, διατάραξη της αρμονίας, προσβολή της ανθρώπινης φύσης. Το λυρικό Εγώ του Ρεμπώ, όπως κι ο χαρακτήρας που έπλασε ο Μπαλζάκ, αίρουν την ουσία του ατόμου, την ταυτότητά του: το άτομο ζητά να γίνει όλον, ενώ προορίζεται να παραμείνει μέλος κοινωνικό. Και καταστρέφονται, παραδομένοι στη βία του απόλυτου. Ο Πλάτωνας, αν θυμάμαι σωστά, πίστευε ότι το απόλυτο είναι το μη Ον, ότι δεν μπορεί να υφίσταται.

Η ανατολική σκέψη εδώ (κυρίως το Ζεν) έχει να προσφέρει πολύ περισσότερα: να εναρμονίζεσαι με τα πράγματα, τον «οικουμενικό ρυθμό», όπως έγραφε ο Σεφέρης, να πλέεις δίχως βία στο κοσμικό ποτάμι. Να κοινωνείς τη λαλιά των πραγμάτων. Φυσικά, αυτό είναι πολύ δύσκολο στο μέτρο της καθημερινότητας και του ρεαλισμού. Όμως, είναι ένα υγιές μέτρο. Η γνώση του εαυτού δεν πρέπει να στοχεύει στην εξουσία –γιατί τότε γίνεται η αναζήτηση του απόλυτου–, αλλά στον έρωτα, στην κοινωνία, στη μετάληψη. Τότε ο άνθρωπος είναι σύμφωνος με τη φύση του. Τότε θέτει ως μέτρο τον Θεό: ταπεινωμένος Τον δοξάζει από έρωτα: «Ὅτι σοῦ ἐστιν ἡ βασιλεία καὶ ἡ δύναμις καὶ ἡ δόξα» (Ματθ. 6,13). Αυτό είναι όμορφο, γαλήνιο, ειρηνικό.

Κλείνοντας, σημειώνω ότι οι μουσουλμάνοι τοποθετούν τους άπιστους στο «Σπίτι του Πολέμου». Νομίζω ότι το νόημα αυτής της φράσης –που έχει μάλλον παρεξηγηθεί– είναι ότι ο άνθρωπος που δεν κοινωνεί το θείο τηρώντας το μέτρο, κατατρύχεται από τη βία, τον πόλεμο. Σ’ έναν κόσμο που έχει θετικοποιηθεί αδυσώπητα και βλέπει τον άνθρωπο ως ένα απλό σύστημα βιοχημικών αντιδράσεων, η ψυχή κ’ η μέριμνα γι’ αυτήν πρέπει και πάλι να τοποθετηθούν στο κέντρο. Ο άνθρωπος καλείται ξανά να παλέψει με τον άγγελο, όπως ο Ιακώβ, κι όχι με το Ζώο. Το βλέμμα μας έπαψε να κοιτάζει τον ουρανό. «Αντιποιητικά κατοικεί ο άνθρωπος σήμερα», λοιπόν, για να παραφράσω τον Χέλντερλιν.

 

Αλέξανδρος Πλατανιώτης

Προηγούμενο άρθροΠίνα Μπάους, Εθνικό Θέατρο: «’Kontakthof’:  τόπος συνάντησης και επαφής» (της Όλγας Σελλά)
Επόμενο άρθροΧριστούγεννα, σαν σύννεφα που σβήνουν, στη Νέα Υόρκη (του Χρήστου Τσιάμη)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ