Άλις Γουόκερ: Τα λουλούδια

0
725

Μετάφραση: Γιάννης Παλαβός.

 

Η Αμερικανίδα συγγραφέας Άλις Γουόκερ (Alice Walker) γεννήθηκε στην Τζόρτζια το 1944. Το έργο της εμπνέεται από τους αγώνες των Αφροαμερικανών –ιδίως των μαύρων γυναικών– για φυλετική ισότητα και κοινωνική χειραφέτηση. Έχει γράψει μυθιστορήματα, διηγήματα, ποιήματα και δοκίμια. Γνωστότερο βιβλίο της είναι το μυθιστόρημα Το πορφυρό χρώμα (The color purple, 1982), για το οποίο τιμήθηκε με το βραβείο Πούλιτζερ και το Εθνικό Βραβείο Λογοτεχνίας των ΗΠΑ. Στην Ελλάδα η συγγραφέας παραμένει αμετάφραστη, με εξαίρεση το Πορφυρό χρώμα (μετάφραση: Αγγέλα Βερυκοκάκη-Αρτέμη, Νέα Σύνορα, 1986) και το διήγημα «Καθημερινής χρήσης» («Everyday use», 1973), που εκδόθηκε αυτόνομα από τις εκδόσεις Μπιλιέτο το 2004 (μετάφραση: Βάνια Σύρμου-Βεκρή).

Το διήγημα «Τα λουλούδια» («The flowers») γράφτηκε το 1965 και περιλήφθηκε στη συλλογή In love and trouble: stories of black women (1973).

 

Τα λουλούδια

Η Μάιοπ, καθώς χοροπηδούσε ανέμελα τρέχοντας πότε στο κοτέτσι πότε στο χοιροστάσιο και πότε στην αποθήκη όπου κάπνιζαν το κρέας, ένιωθε ότι δεν είχε ξαναζήσει ωραιότερες μέρες. Ο αέρας σκορπούσε μια μυρωδάτη ευφορία που την έσερνε από τη μύτη. Το θέρισμα του καλαμποκιού και το μάζεμα του βαμβακιού, των φιστικιών και των λαχανικών, μεταμόρφωναν την κάθε μέρα σε μια θαυμάσια έκπληξη που έκανε τα χείλη της να τρέμουν από έξαψη.

Κρατούσε μια κοντή ροζιασμένη βέργα. Πού και πού την κράδαινε προς κάποιο κλωσόπουλο ενώ προσπαθούσε να πιάσει τον ρυθμό ενός τραγουδιού χτυπώντας τη στον φράχτη του χοιροστασίου. Ανάλαφρη και χαρούμενη, απολάμβανε τη λιακάδα. Ήταν δέκα χρονών και δεν την απασχολούσε τίποτα εκτός από το τραγούδι της, από το ξύλο που έσφιγγε στο μελαψό της χέρι κι από το «τα-τι-τα-τα» του ακομπανιαμέντου.

Στρέφοντας τα νώτα στο ετοιμόρροπο καλύβι της οικογένειάς της, ίδιο με τα καλύβια των υπόλοιπων κολίγων, άρχισε να βαδίζει παράλληλα στην περίφραξη ώσπου οι πάσσαλοι συνάντησαν το ρέμα που κατέβαινε από την πηγή. Γύρω από την πηγή, απ’ όπου η οικογένεια έπαιρνε πόσιμο νερό, φύτρωναν αγριολούλουδα και ασημένιες φτέρες. Στην όχθη τα γουρούνια έσκαβαν με το ρύγχος τους. Το κορίτσι χάζευε τις λευκές φυσαλίδες που ανάβλυζαν από το ψιλό μαύρο χώμα και το νερό που φούσκωνε αθόρυβα προτού κυλήσει προς την κοίτη.

Είχε εξερευνήσει και άλλοτε, πολλές φορές, το δάσος που εκτεινόταν πίσω από το σπίτι της. Συχνά, κατά το τέλος του φθινοπώρου, η μητέρα της την έπαιρνε να μαζέψουν καρύδια ψάχνοντας στα πεσμένα ξερόφυλλα. Σήμερα το κορίτσι είχε ακολουθήσει τον δικό του δρόμο, πηδώντας αμέριμνα εδώ κι εκεί, ρίχνοντας αραιά και πού ματιές στα χόρτα για τυχόν φίδια. Εκτός από κάποια συνηθισμένα αλλά όμορφα φύλλα και είδη φτέρης, βρήκε μια ολόκληρη αγκαλιά παράξενα γαλάζια λουλούδια με βελούδινες πτυχώσεις κι έναν καλύκανθο στολισμένο με τους καστανούς κι ευωδιαστούς ανθούς του.

Στις δώδεκα, με τον κόρφο γεμάτο μίσχους και φύλλα απ’ όλα τα λουλούδια που είχε κόψει, βρισκόταν ένα χιλιόμετρο και πλέον μακριά από την καλύβα της. Απομακρυνόταν συχνά τόσο πολύ, όμως αυτή της η εξόρμηση ήταν λιγότερο ευχάριστη απ’ ό,τι συνήθως∙ το τοπίο τής δημιουργούσε μια αλλόκοτη αίσθηση. Βρέθηκε σε μια μικρή σπηλιά, κλειστή και σκοτεινή. Ο αέρας ήταν υγρός, η σιγή βαθιά και απόλυτη.

Πήρε τον δρόμο της επιστροφής για το σπίτι, για τη γαλήνη του πρωινού. Τότε το πόδι της χώθηκε κατευθείαν μες στις κόγχες των ματιών του. Το πέλμα της παγιδεύτηκε στο σπασμένο κόκαλο της μύτης. Άφοβα και δίχως χρονοτριβή, το κορίτσι έσκυψε κι ελευθερώθηκε. Μόνο όταν πρόσεξε το άσαρκο μειδίαμά του, μόνο τότε έβγαλε ένα σιγανό επιφώνημα έκπληξης.

Ο σκελετός ανήκε σε άντρα ψηλό. Από τις κλείδες ως τις φτέρνες έπιανε κάμποσο χώρο. Το κρανίο βρισκόταν δίπλα. Η Μάιοπ, όταν τίναξε τα φύλλα, τα χώματα και τα πετραδάκια, παρατήρησε ότι είχε μεγάλα λευκά δόντια, όλα τους ραγισμένα ή σπασμένα, μακριά δάχτυλα και χοντρά κόκαλα. Τα ρούχα του είχαν αποσυντεθεί πλήρως με εξαίρεση λίγες ίνες από την τζιν φόρμα εργασίας του. Οι αγκράφες της φόρμας είχαν γίνει πράσινες από τη σκουριά.

Η Μάιοπ περιεργάστηκε το μέρος. Πολύ κοντά στο σημείο όπου το πόδι της είχε βυθιστεί στο κρανίο, είδε ένα άγριο ροζ τριαντάφυλλο. Έσκυψε να το κόψει και διέκρινε ένα μικρό κουβάρι, όμοιο με κρίκο, που τύλιγε τη ρίζα του. Ήταν το απομεινάρι μιας θηλιάς, ένα υπόλειμμα τριχιάς που, ακίνδυνο πλέον, σάπιζε στο χώμα. Ένα δεύτερο κομμάτι σχοινί κρεμόταν από το κλαδί μιας ψηλής βελανιδιάς. Παρότι φθαρμένο, τριμμένο και ξεθωριασμένο –μια σκέτη κλωστή–, ανασάλευε αδιάκοπα στο αεράκι. Η Μάιοπ άφησε τα λουλούδια της στο χώμα.

Και το καλοκαίρι τέλειωσε.

Προηγούμενο άρθροΣυν-πτωση
Επόμενο άρθροTalkin’ ’bout my generation

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ