Alice Munro: «Οι γυναίκες δεν γίνονται συγγραφείς τόσο εύκολα όσο οι άνδρες»

0
333

 

(Απόδοση: Αλεξάνδρα Σαμοθράκη).

Μια εκτενή συνέντευξη με την κάτοχο του Νόμπελ Λογοτεχνίας 2013 Alice Munro μας μεταφέρει από το Paris Review η Αλεξάνδρα Σαμοθράκη.  Η καναδή συγγραφέας αναφέρεται στον μυθολογικό της κόσμο, τις μεθόδους συγγραφής αλλά και τα προσωπικά της προβλήματα που έπρεπε να επιλύσει στη διάρκεια της συγγραφής

 

ΕΡ: Τα διηγήματα από την πρώτη συλλογή σας, ‘ Ο Χορός των Χαρούμενων Σκιών’ ,αντηχούν τον κόσμο της παιδικής σας ηλικίας.  Σε ποια φάση της ζωής σας γράφτηκαν αυτές οι ιστορίες;

ΑΠ: Η συγγραφή αυτών των διηγημάτων διήρκησε 15 χρόνια.  ‘Η Ημέρα της Πεταλούδας’ ήταν το πιο πρώιμο.  Πρέπει να γράφτηκε όταν ήμουν περίπου 21 χρονών.  Και θυμάμαι πολύ καλά να γράφω το ‘Ευχαριστώ για τη Βόλτα’ επειδή δίπλα μου βρισκόταν το πρώτο μωρό μου στην κούνια του. Άρα ήμουν 22. Οι τελευταίες ιστορίες γράφτηκαν όταν ήμουν στα 30. Μια είναι ο ‘Χορός των Χαρούμενων Σκιών’ , μια άλλη η ‘Ειρήνη στην Ουτρέχτη’.’ Η τελευταία είναι οι ‘Εικόνες’. Και ο ‘ Καουμπόυ των Αδελφών Γουόκερ’ γράφτηκε αφού τριαντάρισα.  Άρα υπάρχει μεγάλη ποικιλία.

 

ΕΡ: Φαίνεται να αντέχουν ακόμη; Τις ξαναδιαβάζετε;

ΑΠ: Υπάρχει ένα από τα πρώτα διηγήματα στη συλλογή αυτή, τα ‘Λαμπερά Σπίτια’, που το διάβασα στο Harborfront, στο Τορόντο,  για μια εκδήλωση για την ιστορία του Tamarack Review. Καθώς είχε πρωτοεμφανιστεί σε ένα από τα πρώτα τεύχη του συγκεκριμένου περιοδικού, έπρεπε να σηκωθώ και να το διαβάσω και ήταν πολύ δύσκολο. Νομίζω πως το έγραψα όταν ήμουν 22 χρονών. Όσο διάβαζα του έκανα επιτόπου αλλαγές, αφού εντόπιζα τα κόλπα που χρησιμοποιούσα τότε που είναι πλέον ξεπερασμένα.  Προσπαθήσω να το συμμαζέψω γρήγορα, τα μάτια μου έτρεχαν στην επόμενη παράγραφο ενώ διάβαζα, γιατί δεν το είχα προετοιμάσει. Ποτέ δεν προετοιμάζομαι. Όταν διαβάζω ένα πρώιμο διήγημα μου, εντοπίζω πράγματα που δε θα έκανα τώρα, που τα κάναμε κατά κόρον τη δεκαετία του ’50.

 

ΕΡ:  Διορθώνετε διηγήματα αφού εκδοθούν; Προφανώς ο Προυστ πριν πεθάνει ξαναέγραψε τον πρώτο τόμου του ‘Αναζητώντας τον Χαμένο Χρόνο’.

ΑΠ: Ναι. Και ο Χένρυ Τζέημς ξαναέγραφε απλά, κατανοητά πράγματα ώστε να γίνουν δυσνόητα. Βασικά το έκανα πρόσφατα.  Το διήγημα ‘Παρασυρμένοι’ συμπεριλήφθηκε στα Καλύτερα Αμερικανικά Διηγήματα του 1991.  Το ξαναδιάβασα στην ανθολογία, γιατί ήθελα να δω πως ήταν και βρήκα μια παράγραφο που μου φάνηκε πολύ βαρετή.  Ήταν μια πολύ σημαντική παραγραφούλα- ίσως δυο προτάσεις.  Απλά πήρα ένα στυλό και την ξαναέγραψα στο περιθώριο για να την έχω έτοιμη όταν θα εξέδιδα το διήγημα σε βιβλίο. Συχνά έχω κάνει διορθώσεις σε αυτή τη φάση που αποδείχτηκαν λανθασμένες γιατί δεν ήμουν πλέον εντός του ρυθμού της ιστορίας.  Βρίσκω ένα μικρό κομμάτι κειμένου που φαίνεται ότι δεν δουλεύει όπως θα έπρεπε και το ενισχύω. Όταν όμως ξαναδιαβάζω το διήγημα μου φαίνεται κάπως παρείσακτο.  Οπότε δεν είμαι και πολύ σίγουρη σχετικά με αυτό.  Η απάντηση ίσως είναι πως αυτή η συμπεριφορά πρέπει να σταματήσει.  Θα πρέπει να υπάρχει ένα σημείο όπου να λες,  όπως και με ένα παιδί, αυτό δεν είναι πια δικό μου.

 

ΕΡ:  Έχετε αναφέρει πως δε δείχνετε στους φίλους σας τη δουλειά σας πριν λάβει την οριστική της μορφή.

ΑΠ:  Δε δείχνω τίποτε σε κανέναν.

 

ΕΡ: Πόσο βασίζεστε στους επιμελητές σας;

ΑΠ:  Ο New Yorker ήταν η πρώτη μου εμπειρία με σοβαρή επιμέλεια. Πριν από αυτό είχα απλά κάποιες διορθωσούλες με κάποιες προτάσεις- όχι πολλές. Θα πρέπει να υπάρξει μια συμφωνία ανάμεσα στον επιμελητή και σε εμένα σχετικά με το τι επιτρέπεται.  Ένας επιμελητής που θα θεωρούσε πως δεν γίνεται τίποτε στις ιστορίες του William Maxwell, δε θα είχε κάποια χρησιμότητα για μένα.  Επίσης πρέπει να δίνεται μεγάλη προσοχή στους τρόπους με τους οποίους μπορώ να εξαπατήσω τον εαυτό μου. Ο Chip MacGrath ήταν ο πρώτος μου επιμελητής στον New Yorker- ήταν πάρα πολύ καλός. Είχα εκπλαγεί που κάποιος μπορούσε να δει τόσο βαθιά μέσα σε αυτό που ήθελα να κάνω. Μερικές φορές δεν κάναμε και πολλά, άλλες όμως μου έδινε μια κατεύθυνση.  Ξαναέγραψα ένα διήγημα με τίτλο ‘ Η Εποχή της Γαλοπούλας’ το οποίο είχε ήδη αγοράσει.  Θεωρούσα πως απλά θα αποδεχόταν τη νέα εκδοχή, όμως όχι.  Είπε: ‘Υπάρχουν πράγματα στη νέα εκδοχή που μου αρέσουν περισσότερο, και υπάρχουν πράγματα στην παλιά εκδοχή που μου αρέσουν  περισσότερο.  Να ρίξουμε μια ματιά; ‘ Ποτέ δεν είπε ‘ Θα το κάνουμε σώνει και καλά’.  Βάλαμε κάτω και τις δυο εκδοχές και νομίζω πως βγάλαμε μια καλύτερη ιστορία.

 

ΕΡ:  Ποια ήταν το πρώτο διήγημα που εκδώσατε στο New Yorker;

 

ΑΠ: Το διήγημα ‘Βασιλικές ήττες’ το 1977. Έστελνα όμως όλα τα πρώιμα διηγήματα μου στο New Yorker τη δεκαετία του ’50 και μετά σταμάτησα να τα στέλνω και τα έστελνα μόνο σε καναδικά περιοδικά.  Πάντως ο New Yorker μου έστελνε ωραία, ανεπίσημα, πάντα ανυπόγραφα σημειώματα γραμμένα στο χέρι με μολύβι.  Δεν ήταν πάντως και πολύ ενθαρρυντικοί.  Ακόμη θυμάμαι ένα από αυτά: ‘ Η γραφή είναι πολύ ωραία, το θέμα όμως παραείναι οικείο.’ Όντως ήταν. Επρόκειτο για μια ρομαντική ιστορία μεταξύ δυο ηλικιωμένων- μια ηλικιωμένη γεροντοκόρη που ξέρει πως δεν θα έχει άλλη ευκαιρία όταν της κάνει πρόταση ένας ηλικιωμένος αγρότης. Είχα πολλές ηλικιωμένες γεροντοκόρες στα διηγήματα μου.  Ο τίτλος του συγκεκριμένου ήταν ‘ Η Μέρα που Άνθισε οι Αστέρες’. Ήταν απαίσιο.  Και δεν το έγραψα όταν ήμουν 17 αλλά 25. Αναρωτιέμαι γιατί έγραφα για ηλικιωμένες γεροντοκόρες. Δεν ήξερα ούτε μία.

 

ΕΡ:  Παντρευτήκατε και μικρή. Δεν ήταν λες και προβλεπόταν να γίνετε ηλικιωμένη γεροντοκόρη.

ΑΠ:  Νομίζω πως γνώριζα ότι κατά βάθος ήμουν ηλικιωμένη γεροντοκόρη.

 

ΕΡ:  Γράφετε πάντα;

ΑΠ: Από 11-12 χρονών.

 

ΕΡ:  Όταν πήγατε στο κολλέγιο ήσαστε ήδη σοβαρή συγγραφέας;

ΑΠ: Ναι, δεν είχα επιλογή για το αντίθετο γιατί δεν υπήρχαν καθόλου χρήματα.  Ήξερα πως θα έμενα στο πανεπιστήμιο μόνο δυο χρόνια γιατί οι υποτροφίες τότε διαρκούσαν μόνο δύο χρόνια.  Ήταν σα σύντομες διακοπές στη ζωή μου, μια υπέροχη εποχή.  Στην εφηβεία μου, είχα αναλάβει το νοικοκυριό στο σπίτι μας, οπότε τα φοιτητικά χρόνια ήταν η μόνη περίοδος στη ζωή μου που δε χρειαζόταν να κάνω τις δουλειές του σπιτιού.

 

ΕΡ: Παντρευτήκατε αμέσως μετά το δεύτερο έτος;

ΑΠ: Αμέσως μετά.  Ήμουν 20 χρονών. Πήγαμε στο Βανκούβερ.  Αυτό ήταν το σημαντικό με το γάμο- αυτή η τεράστια περιπέτεια, η μετοίκηση. Όσο πιο μακριά μπορούσαμε, εντός των συνόρων της χώρας.  Ήμαστε μόνο 20 και 22.  Αμέσως εγκαθιδρύσαμε μια καθώς πρέπει μεσοαστική ύπαρξη.  Σκεφτόμασταν να αποκτήσουμε ένα σπίτι και ένα μωρό και πραγματοποιήσαμε και τα δυο άμεσα.  Έκανα το πρώτο μου μωρό 21 χρονών.

 

ΕΡ:  Και γράφατε κατά τη διάρκεια όλων αυτών των γεγονότων;

ΑΠ: Έγραφα απεγνωσμένα κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης μου γιατί πίστευα πως μετά δε θα έχω ποτέ ξανά χρόνο να γράψω.  Κάθε εγκυμοσύνη με κέντριζε να ολοκληρώσω κάτι μεγάλο πριν την άφιξη του μωρού.  Στην πραγματικότητα δεν έκανα τίποτε μεγάλο.

 

ΕΡ:  Στο ‘Ευχαριστώ για τη Βόλτα’, γράφετε από την οπτική ενός μάλλον σκληρού αγοριού της πόλης που περιμαζεύει μια φτωχή κοπέλα, κοιμάται μαζί της ενώ εναλλάξ ελκύεται και βρίσκει αποκρουστική τη φτώχεια της.  Είναι εντυπωσιακό το γεγονός ότι αυτό το διήγημα προέρχεται από μια τόσο τακτοποιημένη  περίοδο της ζωής σας.

 

ΑΠ: Το καλοκαίρι που ήμουν έγκυος στη δεύτερη κόρη μου, είχε έρθει να μας επισκεφτεί ένας φίλος του άνδρα μου .  Έμεινε κανά μήνα.  Δούλευε στο Εθνικό Συμβούλιο Κινηματογράφου και έκανε μια ταινία εκεί πέρα.  Μας έλεγε διάφορες ιστορίες-  μιλούσαμε όπως κάνουμε τώρα, διηγούμασταν περιστατικά από τις ζωές μας.  Είπε αυτή την ιστορία- για τότε που ήταν σε μια μικρή πόλη στο Georgian Bay και έβγαινε με μια κοπέλα από εκεί.  Ήταν η επαφή ενός μεσοαστού με κάτι που ήταν γνώριμο σε μένα αλλά άγνωστο σε αυτόν.  Οπότε αμέσως ταυτίστηκα με την κοπέλα και την οικογένεια της και την κατάσταση και φαντάζομαι πως την έγραψα σχετικά άμεσα γιατί το μωρό με κοιτούσε από την κούνια του.

 

ΕΡ:  Πόσο χρονών ήσαστε όταν βγήκε το πρώτο σας βιβλίο;

ΑΠ:  Ήμουν περίπου 36.  Έγραφα διηγήματα τόσα χρόνια και τελικά ένας επιμελητής στις καναδικές εκδόσεις Ryerson, που ανήκουν πια στη McGraw-Hill, μου έγραψε ρωτώντας με αν έχω αρκετά διηγήματα για ένα βιβλίο.  Αρχικά θα με έβαζε σε ένα βιβλίο με άλλους δύο ή τρεις συγγραφείς.  Αυτό δεν ευδοκίμησε αλλά είχε ακόμη τα διηγήματα μου. Μετά παραιτήθηκε αλλά με παρέπεμψε σε έναν άλλο επιμελητή ο οποίος είπε: ‘Αν γράψεις 3 ακόμη διηγήματα, θα έχουμε ένα βιβλίο’. Και έτσι έγραψε τις ‘Εικόνες’, τον ‘Καουμπόυ των Αδελφών Γουόκερ’ και την ‘Καρτ-ποστάλ’, την τελευταία χρονιά πριν την έκδοση του βιβλίου.

 

ΕΡ:  Είχατε δημοσιεύσει αυτά τα διηγήματα σε περιοδικά;

ΑΠ:  Τα περισσότερα είχαν δημοσιευτεί στο περιοδικό Tamarack Review.  Ήταν ένα ωραίο περιοδικάκι, μια γενναία έκδοση.  Ο επιμελητής του έλεγε πως ήταν ο μόνος επιμελητής σε ολόκληρο τον Καναδά που γνώριζε όλους τους αναγνώστες του με το μικρό τους όνομα.

 

ΕΡ: Έχετε κάποια συγκεκριμένη ώρα που γράφετε;

ΑΠ:  Όταν τα παιδιά μου ήταν μικρά, η ώρα μου ήταν μόλις έφευγαν για το σχολείο.  Δούλευα πολύ σκληρά εκείνα τα χρόνια.  Με τον άνδρα μου είχαμε ένα βιβλιοπωλείο- ακόμη και όμως όταν δούλευα εκεί το ωράριο μου δεν ξεκινούσε πριν το μεσημέρι.  Υποτίθεται ότι έκανα τις δουλειές του σπιτιού, παράλληλα όμως έγραφα κιόλας.  Αργότερα, όταν δε δούλευα πια κάθε μέρα στο βιβλιοπωλείο,  έγραφα μέχρι να γυρίσουν όλοι σπίτι για το μεσημεριανό και μετά συνέχιζα αφού έφευγαν, περίπου μέχρι τις 2 και μισή και μετά έπινα βιαστικά ένα φλιτζάνι καφέ και ξεκινούσα τις δουλειές του σπιτιού προσπαθώντας να τις τελειώσω πριν το απόβραδο.

ΕΡ: Και πριν τα κορίτσια πάνε σχολείο τι κάνατε;

 

ΑΠ: Έγραφα όσο κοιμόντουσαν. Από τη 1 μέχρι τις 3 το απόγευμα.  Έγραψα διάφορα που δεν ήταν και πολύ καλά, πάντως ήμουν αρκετά παραγωγική.  Τη χρονιά που έγραψα το βιβλίο μου ‘Ζωές Κοριτσιών και Γυναικών’  ήμουν τρομακτικά παραγωγική.  Είχα τέσσερα παιδιά, γιατί μια φίλη της κόρης μου ζούσε μαζί μας, και δούλευα και στο μαγαζί δυο φορές την εβδομάδα.  Έγραφα μέχρι τη μια το πρωί και ξυπνούσα στις 6.  Και σκεφτόμουν ‘Ίσως θα πεθάνω, αυτό είναι φοβερό, θα πάθω έμφραγμα’ αν και ήμουν μόνο 39.  Μετά όμως σκέφτηκα ‘Ακόμη και να συμβεί αυτό, έχω ήδη γράψει τόσες σελίδες. Μπορούν να δουν τι κατάληξη θα έχει.’  Ήταν ένας απεγνωσμένος, απεγνωσμένος αγώνας. Δεν έχω πλέον τέτοια ενέργεια.

 

ΕΡ:  Ποια ήταν η διαδικασία για τη συγγραφή των ‘Ζωών’;

ΑΠ:  Θυμάμαι τη μέρα που ξεκίνησα να το γράφω. Ήταν Γενάρης. Και Κυριακή.  Κατέβηκα στο βιβλιοπωλείο, που ήταν κλειστό στις Κυριακές, και κλειδώθηκα μέσα.  Ο άνδρας μου είχε πει πως θα αναλάμβανε το δείπνο, οπότε είχα στη διάθεση μου ολόκληρο το απόγευμα.  Θυμάμαι να κοιτάζω τριγύρω μου όλη αυτή την υπέροχη λογοτεχνία και να σκέφτομαι ‘Χαζή !Τι νομίζεις ότι κάνεις εδωπέρα;’  Μετά όμως ανέβηκα στον πάνω όροφο, στο γραφείο, και ξεκίνησα να γράφω το κομμάτι με τίτλο ‘Πριγκίπισσα Ida’, που αφορά τη μητέρα μου. Το υλικό σχετικά με τη μητέρα μου είναι το κεντρικό υλικό στη ζωή μου και πάντα μου έρχεται εύκολα.  Όταν χαλαρώσω, αυτό είναι που βγαίνει.  Μετά έκανα ένα μεγάλο λάθος.  Προσπάθησα να το κάνω κανονικό μυθιστόρημα,  ένα συνηθισμένο παιδικό/εφηβικό μυθιστόρημα.  Κατά το Μάρτιο συνειδητοποίησα πως δε δούλευε.  Δεν το ένιωθα σωστό, και σκέφτηκα πως θα έπρεπε να το παρατήσω.  Είχα πάθει κατάθλιψη. Και μετά μου ήρθε η ιδέα να το διαλύσω και να το βάλω στη φόρμα του διηγήματος.  Τότε θα μπορούσα να το διαχειριστώ.  Τότε έμαθα πως ποτέ δε θα έγραφα ένα πραγματικό μυθιστόρημα γιατί δε μπορούσα να σκεφτώ με αυτό τον τρόπο.

 

ΕΡ: Και ο ‘Ζητιάνος’ όμως είναι κάπως σα μυθιστόρημα γιατί αποτελείται από αλληλοσυνδεόμενα διηγήματα.

ΑΠ: Αν και δε μου αρέσει να προτρέχω,  συχνά ήθελα να κάνω άλλη μια σειρά διηγημάτων. Στο νέο μου βιβλίο ‘ Ανοιχτά Μυστικά’  υπάρχουν χαρακτήρες που επανεμφανίζονται.  Η Bea Doud στο ‘Βάνδαλοι’ αναφέρεται σα μικρό κοριτσάκι στους ‘Παρασυρμένους’ που είναι το πρώτο διήγημα που έγραψα για τη συλλογή.  Ο Billy Doud είναι ο γιος του βιβλιοθηκάριου.  Αναφέρονται όλοι και στο ‘Τα Διαστημόπλοια Προσγειώθηκαν’.  Όμως δεν πρέπει να αφήσω ένα τέτοιο σχέδιο να επιβληθεί στα διηγήματα.  Αν αρχίσω να σχεδιάζω ένα διήγημα προκειμένου να ταιριάξει σε ένα άλλο διήγημα,  πιθανότατα κάτι κάνω λάθος, ασκώντας πίεση εκεί που δεν πρέπει. Οπότε δεν ξέρω αν θα ξανακάνω ποτέ μια σειρά διηγημάτων, αν και η ιδέα μου αρέσει πολύ. Η Katherine Mansfield σε ένα γράμμα της είχε πει ‘ Ελπίζω να γράψω ένα μυθιστόρημα, ελπίζω να μην πεθάνω αφήνοντας πίσω μου μόνο αποσπάσματα.’  Είναι πάρα πολύ δύσκολο να ξεπεράσεις την αίσθηση του αποσπασματικού αν το μόνο που αφήνεις πίσω σου είναι σκόρπιες ιστορίες.  Σίγουρα μπορείς να φέρεις στο μυαλό του τον Τσέχοφ, αλλά και πάλι.

 

ΕΡ: Μα και ο Τσέχοφ πάντα ήθελε να γράψει ένα μυθιστόρημα. Θα το τιτλοφορούσε ‘Ιστορίες από τις Ζωές των Φίλων μου’.

ΑΠ:  Το ξέρω. Και ξέρω και αυτή την αίσθηση του ότι θα μπορούσες να έχεις επιτύχει να τα βάλεις όλα μαζί, σε ένα πακέτο.

 

ΕΡ:  Όταν ξεκινάτε να γράφετε ένα διήγημα, ξέρετε από πριν τι διήγημα θα είναι;  Έχετε ήδη σχεδιάσει την πλοκή;

ΑΠ: Όχι εντελώς.  Κάθε διήγημα που πρόκειται να είναι καλό πρόκειται να αλλάξει.  Τώρα έχω ξεκινήσει ένα διήγημα απροετοίμαστη.  Το δουλεύω κάθε πρωί και είναι αρκετά συνηθισμένο.  Προς το παρόν δε μου αρέσει, αλλά σκέφτομαι πως ίσως, σε κάποια φάση, θα το ‘σπάσω’.  Συνήθως προσπαθώ να γνωριστώ πρώτα με το διήγημα και μετά να ξεκινήσω να το γράφω.  Όταν δεν διάθετα συγκεκριμένο χρόνο για τη συγγραφή, τα διήγημα δουλευόντουσαν μέσα στο κεφάλι μου για τόσο καιρό που όταν ξεκινούσα να τα γράφω ήμουν ήδη βαθιά μέσα τους. Τώρα αυτή τη δουλειά την κάνω γεμίζοντας τετράδια.

 

ΕΡ:  Χρησιμοποιείται τετράδια;

ΑΠ:  Έχω ντάνες ολόκληρες με τετράδια γεμάτα με ένα πολύ άχαρο γράψιμο, όπου απλά σημειώνω τα πάντα.  Συχνά αναρωτιέμαι, όταν βλέπω αυτά τα πρώτα προσχέδια,  αν αυτό έχετε κανένα απολύτως νόημα.  Είμαι το ακριβώς αντίθετο του συγγραφέα με το χάρισμα της σβελτάδας, ξέρετε, που κάποιος απλώς κάθεται και του βγαίνει.  Δεν το κατέχω και πολύ εύκολα, το ‘το’ αναφέρεται σε οτιδήποτε προσπαθώ να κάνω.  Συχνά παίρνω λάθος δρόμο και πρέπει να σταματήσω τον εαυτό μου και να με σύρω πίσω.

 

ΕΡ:  Πώς καταλαβαίνετε ότι πήρατε λάθος δρόμο;

ΑΠ:  Μπορεί να περάσω μια μέρα γράφοντας και να θεωρώ ότι έχω πάει πολύ καλά-  έχω γράψει περισσότερες σελίδες από συνήθως.  Μετά ξυπνάω το επόμενο πρωί και συνειδητοποιώ ότι δε θέλω να το ξαναπιάσω. Όταν με πιάνω μια τρομερή άρνηση να πλησιάσω κάτι, όταν πρέπει να πιεστώ για να συνεχίσω,  γενικά ξέρω πως κάτι δεν πάει καθόλου καλά.  Συχνά, περίπου στα ¾ των περιπτώσεων,  φτάνω σε ένα σημείο, σχετικά νωρίς, που σκέφτομαι να παρατήσω το συγκεκριμένο διήγημα.  Περνάω μια δυο μέρες κατάθλιψης, όλο γκρίνια. Και σκέφτομαι να γράψω κάτι άλλο. Είναι σα μια ερωτική σχέση:  ξεπερνάς την απογοήτευση και τη θλίψη βγαίνοντας με έναν άλλον άνδρα που δε σου αρέσει καθόλου, αλλά δεν το έχεις καταλάβει ακόμη.   Μετά, ξαφνικά θα σκεφτώ κάτι για το διήγημα που μόλις παράτησα, θα καταλάβω τι πρέπει να κάνω.  Αυτό όμως γίνεται μόνο αφού πω ‘ Αυτό δεν πρόκειται να δουλέψει ποτέ, ας το ξεχάσω’.

 

ΕΡ:  Μπορείτε πάντα να το κάνετε αυτό;

ΑΠ:  Μερικές φορές δε μπορώ και περνάω όλη τη μέρα με άθλια διάθεση.  Τότε είναι οι μόνες φάσεις που είμαι στα αλήθεια ευερέθιστη.  Αν ο Gerry μου μιλήσει ή μπαινοβγαίνει στο δωμάτιο ή κάνει θόρυβο είμαι στην τσίτα και θυμώνω. Και αν αρχίσει να τραγουδάει ή τίποτε τέτοιο, είναι πραγματικά απαίσιο.  Προσπαθώ να ολοκληρώσω μια σκέψη και προσκρούω σε τούβλινους τοίχους- δε μπορώ να το προσπελάσω. Συνήθως θα το κάνω αυτό για κάποιο διάστημα πριν να παραιτηθώ.  Η όλη διαδικασία μπορεί να πάρει μέχρι και μια βδομάδα, το διάστημα μέχρι να το προσπελάσω, προσπαθώντας να το ανακτήσω, μετά παραιτούμαι και σκέφτομαι κάτι άλλο και μετά το ξαναπιάνω, μάλλον απρόσμενα, όταν είμαι στο μπακάλικο ή οδηγώ.  Σκέφτομαι ‘μάλλον πρέπει να το πιάσω από την οπτική του τάδε και αυτός ο χαρακτήρας θα πρέπει να φύγει  και φυσικά αυτοί οι άνθρωποι δεν είναι παντρεμένοι ή κάτι τέτοιο’. Η μεγάλη αλλαγή συνήθως είναι η ριζική αλλαγή.

 

ΕΡ:  Αυτή είναι που κάνει το διήγημα να δουλέψει;

ΑΠ:  Δεν ξέρω καν αν κάνει το διήγημα καλύτερο.  Αυτό που κάνει είναι πως μου δίνει τη δυνατότητα να συνεχίσω να το γράφω.  Αυτό εννοώ όταν λέω πως δε νομίζω ότι έχω αυτό το χειμαρρώδες πράγμα να με καταλαμβάνει και να μου υπαγορεύει τι να γράψω.  Μου φαίνεται πως καταλαβαίνω τι θέλω να γράψω με ανυπέρβλητη δυσκολία. Με το ζόρι.

 

ΕΡ:  Αλλάζετε συχνά προοπτική και τόνο;

ΑΠ:  Ω ναι, μερικές φορές δεν είμαι καθόλου σίγουρη και παλινδρομώ επανειλημμένα ανάμεσα στο πρώτο και το τρίτο πρόσωπο. Αυτό είναι ένα από τα μεγάλα μου προβλήματα.  Συχνά ξεκινάω στο πρώτο ενικό για να μπω μέσα στην ιστορία αλλά νιώθω πως για κάποιο λόγο αυτό δε δουλεύει.  Σε αυτό το σημείο είμαι πολύ τρωτή στο τι με συμβουλεύουν οι άλλοι να κάνω.  Το πρώτο πρόσωπο στην ‘Αλβανή Παρθένα’ δεν άρεσε στον ατζέντη μου, κάτι που νομίζω, αφού δεν ήμουν και εντελώς σίγουρη, με οδήγησε στο να το αλλάξω.  Αλλά μετά το ξαναγύρισα στο πρώτο ενικό.

 

ΕΡ:  Πόσο συνειδητά, στο θεματικό επίπεδο,  καταλαβαίνετε τι κάνετε;

ΑΠ: Ε, όχι και πολύ συνειδητά. Μπορώ να δω πως ένα διήγημα μπορεί να εξοκείλει. Βλέπω τα αρνητικά σημεία πιο εύκολα από τα θετικά. Ορισμένα διηγήματα δε λειτουργούν όσο καλά λειτουργούν κάποια άλλα, ενώ κάποια είναι πιο εύκολα στη σύλληψη από άλλα ή τουλάχιστον έτσι μου φαίνονται.

 

ΕΡ:  Υπάρχουν διηγήματα που γράφονται χωρίς καθόλου κόπο;

ΑΠ:  Ναι. Έγραψα το ‘  Φιλία από τη Νιότη μου’ πολύ γρήγορα. Από ένα ανεκδοτικό περιστατικό.

 

ΕΡ:  Αν και προφανώς ταξιδεύετε πολύ,  η δουλειά σας φαίνεται να διακατέχεται από μια αγροτική ευαισθησία.  Βρίσκετε τις ιστορίες που ακούτε εδώ (σημ: στο επαρχιακό Clinton του Οντάριο απ’όπου και κατέγεται) πιο σχετικές με εσάς ή χρησιμοποιείτε και υλικό από τη ζωή σας στην πόλη;

ΑΠ:  Όταν ζεις σε μια επαρχιακή πόλη, ακούς περισσότερα πράγματα  για κάθε είδους ανθρώπους ενώ στη μεγαλούπολη μόνο για ανθρώπους σαν και εσένα.  Αν είσαι γυναίκα ακούς πολλά από τις φίλες σου. Στην πόλη θα μάθαινα για κάτι αποκλειστικά από τις εφημερίδες, δε θα είχα πρόσβαση στις λεπτομέρειες.

 

ΕΡ:  Σας φαίνεται ευκολότερο να επινοείτε ιστορίες ή να τις συνθέτετε από πραγματικά περιστατικά;

ΑΠ:  Τώρα πια χρησιμοποιώ πολύ λιγότερο προσωπικά βιώματα για τον απλό λόγο ότι στην ηλικία μου το απόθεμα των παιδικών χρόνων έχει αναλωθεί, εκτός αν είσαι ο William Maxwell που μπορεί να εντοπίζει διαρκώς απίθανα, νέα επίπεδα. Αφού οι γονείς σου πεθάνουν μπορείς να γράφεις γι’ αυτούς, όμως επειδή τα παιδιά σου θα συνεχίσουν να βρίσκονται εδώ  και θα θες να σε επισκέπτονται στον οίκο ευγηρίας   ίσως είναι μια καλή ιδέα να αντλείς από ιστορίες που προκύπτουν παρατηρώντας άλλους.

 

ΕΡ:  Αντίθετα από τα οικογενειακά σας διηγήματα, κάποια άλλα έχουν χαρακτηριστεί ‘ιστορικά’.  Αναζητείτε τέτοιο υλικό ή απλά περιμένετε να εμφανιστεί από μόνο το;

ΑΠ:  Ποτέ δεν έχω πρόβλημα να βρω υλικό.  Περιμένω να εμφανιστεί και πάντα εμφανίζεται.  Το πρόβλημα είναι να αντιμετωπίσω το υλικό που με κατακλύζει.  Για τα ιστορικά κομμάτια πρέπει να ερευνήσω πολλά γεγονότα.  Για πολλά χρόνια ήξερα πως ήθελα να γράψω για μια Βικτωριανή συγγραφέα της περιοχής όμως δε μπορούσα να βρω τα εδάφια που ήθελα-  ήταν τόσο κακογραμμένα που καταντούσαν γελοία. Ήθελα κάτι καλύτερο από αυτό. Οπότε τα έγραψα μόνη μου.

 

ΕΡ:    Υπάρχει κάποιο διήγημα που σας αρέσει και δεν αρέσει στους άλλους, πχ στο σύζυγο σας;

ΑΠ:  Μου άρεσε ‘ το  Φεγγάρι στο Παγοδρόμιο της Οδού Orange’, στον Gerry (σημ: στο δεύτερο και νυν σύζυγο της) δεν άρεσε καθόλου.  Αποτελείτο από περιστατικά της παιδικής του ηλικίας, οπότε φαντάζομαι περίμενε ένα διαφορετικό αποτέλεσμα.  Δεν είχα αγωνία γιατί πίστευα πως θα του αρέσει. ‘Δεν είναι και από τα καλύτερα σου’ μου είπε.  Ήταν η μοναδική φορά που διαφωνήσαμε για κάτι δικό μου. Από τότε φροντίζει να μη διαβάζει μέχρι να φύγω από το σπίτι και αν του αρέσει θα το αναφέρει αλλά μπορεί να μην πει και τίποτε.  Νομίζω πως αυτός είναι ο τρόπος να τα καταφέρεις σε ένα γάμο.

 

ΕΡ:  Δε σας άρεσε να διδάσκετε λογοτεχνία;

ΑΠ: Όχι. Ήταν φρικτό.  Ήταν το 1973, στο York, ένα από τα πιο πρωτοπόρα καναδικά πανεπιστήμια, και όμως η τάξη μου αποτελείτο αποκλειστικά από άνδρες, εκτός από ένα κορίτσι που δε μιλούσε ποτέ. Ακολουθούσαν τη μόδα της εποχής, με το να γίνονται ακατανόητοι και βαρετοί, δεν ανεχόντουσαν τίποτε διαφορετικό.  Μου έκανε καλό που έμαθα να ανταπαντώ  και να εκφράζω ορισμένες ιδέες για τη συγγραφή που μέχρι τότε δεν είχαν λάβει οριστική μορφή, αλλά δεν είχα ιδέα πώς να τους προσεγγίσω, πώς να μη γίνομαι εχθρική.  Ίσως τώρα να τα κατάφερνα.  Μου φαινόταν παντελώς άσχετο με τη συγγραφή- περισσότερο σαν καλή εξάσκηση για την τηλεόραση και την εξοικείωση με τα κλισέ.  Θα έπρεπε να μπορώ να κάνω κάποια ανατροπή, δε μπορούσα όμως.   Υπήρχε μια φοιτήτρια που δεν ήταν στην τάξη μου και μου έφερε ένα διήγημα της. Τα μάτια μου δάκρυσαν επειδή ήταν πραγματικά καλό και για πάρα πολύ καιρό δεν είχα δει τίποτε καλό.  Με ρώτησε ‘Πώς θα μπορούσα να παρακολουθήσω την τάξη σας;’ Και της απάντησα ‘Μην πλησιάσεις στην τάξη μου! Απλά συνέχισε να μου φέρνεις τα γραπτά σου. ΄ Απ’ όλους, μόνο αυτή έγινε συγγραφέας.  Ολόκληρες καριέρες έχουν χτιστεί πάνω στη διδασκαλία της δημιουργικής γραφής.  Για ένα διάστημα ένιωθα συμπόνια για αυτούς τους ανθρώπους επειδή δεν κατάφερναν να εκδοθούν. Δεν είχα συλλάβει το γεγονός ότι έβγαζαν τα τριπλάσια χρήματα απ’ όσα επρόκειτο να δω ποτέ εγώ.

 

ΕΡ:  Πρέπει ο νέος καλλιτέχνης να είναι σκληρόκαρδος σε κάποιο επίπεδο;

ΑΠ:  Είναι πολύ χειρότερο αν είσαι γυναίκα. Θέλω συνέχεια να παίρνω τηλέφωνο τα παιδιά μου και να τα ρωτάω αν είναι καλά, κάτι που τα εξοργίζει επειδή υπονοεί πως τα θεωρώ ‘χαλασμένα’.  Ένα κομμάτι του εαυτού μου απουσίαζε και τα παιδιά τα εντοπίζουν αυτά.  Δεν τα παραμελούσα αλλά δεν ήμουν εντελώς απορροφημένη ως μητέρα.  Όταν η μεγάλη κόρη μου ήταν περίπου δυο,  ερχόταν εκεί που έγραφα στη γραφομηχανή και την κρατούσα μακριά με το ένα χέρι ενώ με το άλλο συνέχιζα να δακτυλογραφώ. Της το έχω εκμυστηρευτεί αυτό. Ήταν πολύ κακό γιατί την καθιστούσε αντίπαλο σε αυτό που ήταν το πλέον σημαντικό για μένα.  Νιώθω πως τα έχω κάνει όλα αντίστροφα:  ήμουν εντελώς προσηλωμένη συγγραφέας όταν τα παιδιά ήταν μικρά και με είχαν απεγνωσμένα ανάγκη ενώ τώρα που δε με χρειάζονται καθόλου τα αγαπάω τόσο πολύ.

 

ΕΡ:  Για το πρώτο σας βιβλίο σας απονεμήθηκε το βραβείο Governors-General Award (σημ: ισάξιο με το Πούλιτζερ στον Καναδά).  Αποτέλεσε αυτό πλήγμα για την καριέρα σας;

 

ΑΠ:  Δεν ήμουν και ιδιαίτερα νέα.  Ήταν όμως δύσκολο.  Για κανά χρόνο μετά δε μπορούσα να γράψω απολύτως τίποτε επειδή ανάλωνα όλο το χρόνο μου με τη σκέψη ότι πρέπει να γράψω ένα μυθιστόρημα.  Δεν είχα το βάρος ότι έπρεπε να παρουσιάσω ένα ευπώλητο βιβλίο που να μονοπωλεί όλες τις συζητήσεις, όπως είχε κάνει η Amy Tan.  Οι πωλήσεις του βιβλίου ήταν όμως για κλάματα, παρά το βραβείο, κανείς δεν είχε ακούσει για το βιβλίο μου.  Το ζητούσα σε βιβλιοπωλεία και δεν υπήρχε.

 

ΕΡ:  Τι βαρύτητα δίνετε στις κριτικές; Τις βρίσκεται χρήσιμες; Σας έχουν πληγώσει;

ΑΠ:  Και ναι και όχι γιατί, αν και δε μπορείς να μάθεις τίποτε από μια κριτική, μπορείς να πληγωθείς πολύ.  Μια κακή κριτική έχει την αίσθηση του δημόσιου εξευτελισμού.  Ακόμη και αν δε σε νοιάζει, ποιος δεν προτιμά το χειροκρότημα από τη γιούχα;

 

ΕΡ:  Διαβάζατε πολύ μεγαλώνοντας; Έχετε επηρεαστεί από κάποια έργα;

ΑΠ:  Μέχρι που πάτησα τα 30 η ανάγνωση ήταν η ζωή μου. Ζούσα μέσα στα βιβλία.  Οι συγγραφείς του αμερικανικού Νότου ήταν οι πρώτοι που πραγματικά με συγκλόνισαν γιατί μου έδειξαν πως μπορείς να γράψεις για μικρές πόλεις, επαρχιώτες ανθρώπους, για το είδος της ζωής που ήξερα πολύ καλά.  Αυτό που δεν είχα συνειδητοποίησε ήταν πως όλοι οι αγαπημένοι μου συγγραφείς, τελικά ήταν γυναίκες.  Ο Faulkner δε μου άρεσε και πολύ.  Τρελαινόμουν για τις Eudora Welty, Flannery O’Connor, Katherine Ann Porter, Carson McCullers.  Υπήρχε μια αίσθηση πως οι γυναίκες μπορούσαν να γράφουν για το φρικαλέο, το περιθωριακό.  Έτσι ένιωσα πως αυτή ήταν η δική μας περιοχή, ενώ το δεσπόζον, μεγάλο μυθιστόρημα ανήκε στους άνδρες.  Δεν έχω ιδέα πως απέκτησα αυτή την αίσθηση ότι ανήκω στο περιθώριο, ποτέ δεν εξωθήθηκα εκεί. Ίσως επειδή μεγάλωσα στο περιθώριο. Υπήρχε κάτι σχετικά με τους μεγάλους συγγραφείς που με ξένιζε αλλά δεν ήξερα τι ήταν.  Είχα ενοχληθεί πολύ όταν πρωτοδιάβασα D.H Lawrence. Συχνά με ενοχλούσε η άποψη των συγγραφέων για τη γυναικεία σεξουαλικότητα.

 

ΕΡ:  Είχατε εντοπίσει τι ακριβώς σας ενοχλούσε;

ΑΠ: Ναι. Το πώς μπορώ να είμαι συγγραφέας αν είμαι και το αντικείμενο άλλων συγγραφέων.

 

ΕΡ:  Τι γνώμη έχετε για το μαγικό ρεαλισμό;

ΑΠ: Τα ‘100 Χρόνια Μοναξιάς’ μου άρεσαν πάρα πολύ.  Ξετρελάθηκα αλλά δε νομίζω πως μπορεί να το αντιγράψει κανείς.  Ίσως φαίνεται εύκολο, δεν είναι όμως.  Όπως και το ‘ Γεια, Τα Λέμε Αύριο’ του William Maxwell που ο κεντρικός χαρακτήρας είναι ένας σκύλος. Παίρνει ένα τετριμμένο θέμα και το κάνει εξέχον.

 

ΕΡ:  Μερικές από τα πιο πρόσφατα διηγήματα σας είναι προς αυτή την κατεύθυνση.

ΑΠ:   Πριν από 5 χρόνια, όταν ακόμη έγραφα τα διηγήματα της συλλογής ‘ Φιλία από τη Νιότη μου’, ήθελα να γράψω και ένα διήγημα με εναλλακτικές πραγματικότητες.  Αντιστάθηκα όμως γιατί φαντάστηκα πως θα κατέληγε σα μια ιστορία από τη Ζώνη του Λυκόφωτος.  Το φοβήθηκα.  Έγραψα όμως το ‘Παρασυρμένοι’ και πειραματιζόμουν δίνοντάς του αυτό το περίεργο τέλος.  Ίσως να έχει να κάνει με την ηλικία μου.  Αλλάζεις τις αντιλήψεις σου για το τι είναι πιθανό, για το τι έχει συμβεί- όχι μόνο του τι μπορεί να συμβεί αλλά και του τι όντως έχει συμβεί.  Έχω τόσες ασύνδετες πραγματικότητες στη ζωή μου και τις βλέπω και στις ζωές άλλων ανθρώπων.  Αυτό ήταν ένα από τα προβλήματα-του γιατί δε μπορούσα να γράψω μυθιστορήματα: ποτέ δεν έβλεπα τα πάντα να συσχετίζονται και πολύ καλά.

 

ΕΡ:  Και η εμπιστοσύνη στον εαυτό σας;

ΑΠ: Όσον αφορά τη συγγραφή, πάντα είχα πολύ εμπιστοσύνη στον εαυτό μου, συνυφασμένη με τον τρόμο ότι είναι εντελώς αβάσιμη.  Νομίζω πως με κάποιο τρόπο προερχόταν από την αίσθηση ότι ήμουν βουβή.  Ζούσα τόσο εκτός της πεπατημένης που δεν είχα καταλάβει ότι οι γυναίκες δεν γίνονται συγγραφείς όσο εύκολα γίνονται οι άνδρες, και πως το ίδιο ισχύει και για όσους ανήκουν σε κατώτερες κοινωνικές τάξεις.  Αν νομίζεις πως μπορείς να γράφεις κάπως καλά σε μια πόλη όπου κανείς άλλος δε γράφει, προφανώς σου γεννάται η ιδέα πως διαθέτεις ένα σπάνιο χάρισμα.

 

ΕΡ:  Θεωρείστε μετρ στο να αποφεύγετε το λογοτεχνικό σινάφι. Ήταν συνειδητή απόφαση ή έτυχε;

ΑΠ:  Για πολύ καιρό απλά τύχαινε, μετά όμως έγινε συνειδητή απόφαση.  Νομίζω πως είμαι ένα πολύ φιλικό άτομο που απλά δεν είναι και πολύ κοινωνικό.  Κυρίως επειδή είμαι γυναίκα, νοικοκυρά και μητέρα θέλω να συντηρώ τις δυνάμεις μου.  Αλλιώς θα είχα χάσει την εμπιστοσύνη μου. Θα είχα ακούσει πολλά που δε θα τα καταλάβαινα.  Δε θα είχα επιβιώσει διαφορετικά. Από την άλλη είναι πολύ δύσκολο να πει κανείς ποιος συγγραφέας εμπιστεύεται τον εαυτό του.

 

ΕΡ:   Είχε διαβάσει η μητέρα σας κάποιο έργο σας;

ΑΠ: Δε νομίζω πως θα της άρεσε και πολύ- το σεξ και οι βωμολοχίες.  Αν ήταν υγιής θα είχε γίνει μεγάλος καβγάς για να ξεφύγω από την οικογένεια και να καταφέρω να εκδώσω το παραμικρό.

 

ΕΡ:  Πώς είναι το πρόγραμμα εργασίας σας;

 

ΑΠ:  Γράφω κάθε πρωί, επτά μέρες τη βδομάδα, από τις 8 μέχρι τις 11.  Μετά ασχολούμαι με άλλα πράγματα για την υπόλοιπη ημέρα εκτός αν έχω να οριστικοποιήσω κάποιο προσχέδιο ή θέλω να συνεχίσω κάτι οπότε μπορεί να δουλεύω και όλη τη μέρα με μικρά διαλλείματα. Έχω ψυχαναγκασμό να βγάλω ένα συγκεκριμένο αριθμό σελίδων την ημέρα- αν ξέρω πως μια ημέρα έχω να πάω κάπου θα προσπαθήσω να γράψω περισσότερο τις προηγούμενες μέρες.  Νομίζω έχει να κάνει με την ηλικία μου.  Επίσης έχω ψυχαναγκασμό με το να περπατάω  τρία μίλια την ημέρα.

 

ΕΡ:  Μετά από 5 μήνες δουλεύοντας το ίδιο διήγημα, ξεκουράζεστε;

ΑΠ:  Ορμάω αμέσως στο επόμενο. Είναι ένα είδους ενθουσιασμού και πίστης χωρίς το οποίο δε μπορώ να λειτουργήσω.  Υπήρχε μια εποχή που δεν το έχανα ποτέ, έμοιαζε ανεξάντλητο.  Τώρα έχω κάποιες υποψίες  πως θα ήταν αν έπαυε να υπάρχει και δε μπορώ καν να το περιγράψω.  Νομίζω σχετίζεται με το να ζεις το θέμα του διηγήματος, όχι με το αν το διήγημα πρόκειται να λειτουργήσει ή όχι. Στις προχωρημένες ηλικίες μπορεί το ενδιαφέρον να εξαντληθεί με ένα τρόπο που δε μπορείς να προβλέψεις. Θεωρώ όμως πιθανό κάποιος να δουλεύει μέχρι το τέλος της ζωής του.  Ίσως όμως θα πρέπει κανείς να είναι πιο προσεκτικός.  Πριν από 20 χρόνια θα μου φαινόταν αδιανόητο να μπορείς να χάσεις  την πίστη σου, το πάθος σου.  Φαντάζομαι είναι όπως όταν παύεις να ερωτεύεσαι.  Μπορείς όμως να το ανεχτείς γιατί το να ερωτευτείς δεν είναι όσο χρήσιμο είναι αυτό.  Μάλλον αυτός είναι ο λόγος που συνεχίζω χωρίς να σταματάω ούτε μια μέρα.

 

ΕΡ: Και το διήγημα ‘ Δουλεύοντας Για Τα Προς Το Ζην’στο περιοδικό Grand Street Reader. Είναι αυτοβιογραφικό;

ΑΠ:  Ναι. Θα ήθελα να φτιάξω ένα βιβλίο με κείμενα και να το συμπεριλάβω και αυτό.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here