ΑΦΙΕΡΩΜΑ – 3, Η εικονογράφηση βιβλίων για παιδιά (Μάνος Κοντολέων – η εμπειρία μου)

0
215

 

 

γράφει ο Μάνος Κοντολέων

Το 1979 κυκλοφόρησαν τα δυο πρώτα μου βιβλία. Και τα δυο εικονογραφημένα. Και τα δυο από τον Καστανιώτη. Και -καθόλου παράξενο- οι εικονογράφοι του καθενός κάνανε κι αυτοί την πρώτη τους εμφάνιση.

Καθόλου παράξενο γιατί ήδη είχαμε εισέλθει στις ανανεωμένες μορφές του παιδικού βιβλίου τόσο ως προς το περιεχόμενο όσο και ως προς την εικονογράφηση. Νέα θέματα με νέες τεχνικές.

Το «Κάποτε στην Ποντικούπολη» έγινε αμέσως επιτυχία. Για δυο λόγους. Ο ένας είχε να κάνει με το θέμα του -η απεργία σε ένα εργοστάσιο τυριών. Θέμα που όχι μόνο ξάφνιασε, αλλά και δίχασε.

Ο άλλος λόγος ήταν η εικονογράφηση του Αντώνη Καλαμάρα.

Ο Καλαμάρας, ήδη γνωστός γελοιογράφος, μπήκε δυναμικά  και στην εικονογράφηση (άλλωστε ήταν η εποχή που κι άλλοι συνάδελφοί του δοκιμάζανε την ευρύτητα του ταλέντου τους, ξεκινώντας μάλιστα από εικονογραφήσεις στο περιοδικό – σταθμός «Το ρόδι» της Δροσούλας Έλιοτ και της συντροφιά της)

Πολύχρωμες και ολοσέλιδες οι εικόνες της Ποντικούπολης και ένα εξώφυλλο (ο Καστανιώτης το έκανε και αφίσα) που ομολογουμένως έφερνε την ελληνική παρουσία δίπλα στην ευρωπαϊκή (η εικονογράφηση κέρδισε βραβεία σε δύο Διεθνείς Εκθέσεις)

Όλοι είχαν να λένε λόγια θαυμασμού για τις εικόνες. Το κείμενο κρατούσε το ενδιαφέρον λόγω θέματος. Δεν παραπονιόμουνα* καμάρωνα το όμορφο βιβλίο… Αλλά… Ναι, είχα τις αντιρρήσεις μου ως προς το ύφος της εικονογράφησης. Αντιρρήσεις που ποτέ δεν τόλμησα να εκφράσω. Τώρα, και μετά από τόσα χρόνια και για πρώτη φορά, τις καταγράφω.

Εγώ είχα γράψει ένα κείμενο που είχε την οσμή σοσιαλιστικού ρεαλισμού -για αυτό άλλωστε και πολλούς ενοχλούσε, όμως και πολλοί ήταν εκείνοι που το υποστηρίζανε.

Ανάμεσα στο ύφος αυτό του κειμένου, οι εικόνες του Καλαμάρα αφήνανε το αποτύπωμα μιας έγχρωμης εκδοχής ταινιών της nouvelle vague

Μάλλον θα ήμουνα ο μόνος που το πρόσεξε. Ή τουλάχιστον κανείς δεν άκουσα ή διάβασα να το επισημαίνει.

Αυτή, λοιπόν, η συμπόρευση ύφος λόγου και εικόνας είναι κάτι που από τότε το θεωρούσα ως ζητούμενο.  Αν και ποτέ δεν το συζητήσαμε με τον Αντώνη, έχω την εντύπωση πως κι εκείνος το είχε επισημάνει.  Στις μετέπειτα συνεργασίες μας φρόντισε να το εφαρμόσει. Με το χιούμορ στο «Ο αδελφός της Ασπασίας» (Πατάκης). Με μια αξεπέραστη στυλιζαρισμένη θεατρικότητα στη σειρά «Ιστορίες από το αρχαίο θέατρο» (ΑΣΕ)

Το δεύτερο βιβλίο εκείνης της χρονιάς του 1979, το «Ο Φωκίων ήταν ελάφι» είχε εικονογράφηση με ένα μόνο επιπλέον χρώμα πέρα από το μαύρο. Το μπλε. Το βιβλίο είχε μακρόστενο μεγάλο σχήμα και με τις εικόνες του έκανε την πρώτη της εμφάνιση η Διατσέντα Παρίση.

Εδώ η Διατσέντα, με το γνωστό της εκρηκτικό αποτύπωμα, κατάφερε να μεταφέρει όλο το βαρύ κλίμα του κειμένου. Βαρύ λόγω καταγγελίας αντιδημοκρατικών πολιτευμάτων, αλλά παράλληλα και ελπιδοφόρο καθώς εγώ οδηγούσα την αφήγηση στην επανάσταση και η Διατσέντα την έντυνε με ένα υπέροχο  σκούρο μπλε.

Προσέχτηκε και τούτο το βιβλίο -άλλωστε από αυτό η Παρίση ξεκίνησε την τόσο σημαντική της καριέρα- αλλά σαφώς στους πολλούς η Ποντικούπολη -ή μάλλον το ύφος των εικόνων της- υπερτερούσε. Όχι σε μένα. Θεωρώ πως ο Φωκίων εκείνης της πρώτης έκδοσης διαθέτει απόλυτη συμπόρευση γραφής και χρωμάτων.

Παρόμοιες συνυπάρξεις είχα και στο μέλλον με τη Διατσέντα Παρίση, με αποκορύφωμα το «Ο χιονάνθρωπος που δεν ήθελε να λιώσει», όπου η άναρχη  φαντασία του κειμένου ντύθηκε με τις ευρηματικές λύσεις των εικόνων της Διατσέντα.

Σε κάθε περίπτωση, εκείνα τα δυο πρώτα εικονογραφημένα βιβλία μου στάθηκαν η αφορμή ώστε η αναζήτηση του / της εικονογράφου να στηρίζεται κυρίως σε αυτή την ταύτιση ύφους λόγου και εικόνας, με πάντα όμως το λόγο να προχωρεί μπροστά και να καθορίζει την πορεία της  συνεργασίας.

Έτσι, λοιπόν, όταν αποφάσισα εκείνα τα δυο πρώτα μου κείμενα να τα δουλέψω και πάλι και στη θέση του σοσιαλιστικού  ρεαλισμού να χρησιμοποιήσω τον φαντασιακό ρεαλισμό, η επιλογή εικονογράφου με έστρεψε στη Μυρτώ Δεληβοριά.

Εκείνο που χαρακτηρίζει τις εικόνες της Μυρτώς είναι μια υπόγεια πολιτική ματιά, την οποία πιστεύω πως ελάχιστοι την διακρίνουν.

Με την λογική αυτή και αφού πρώτα είχαμε συνεργαστεί στο «Κόκκινο καραβάκι, κόκκινο ποδήλατο» (Ψυχογιός) της ζητήσαμε -η Έλενα Πατάκη κι εγώ- να σκιτσάρει τις αρχές των κεφαλαίων των δυο -στην ουσία- νέων βιβλίων μου.

Και να κάτι ακόμα που η εμπειρία μου με κάνει να επιλέγω. Δε θεωρώ πως για να συνυπάρχει ισότιμα κείμενο και εικόνα πρέπει απαραιτήτως η δεύτερη να έχει έντονη και πολύχρωμη παρουσία. Αντίθετα εκείνο που μετρά είναι το όλο στήσιμο του βιβλίου.

Με τη Δεληβοριά αυτή η μορφή συνεργασίας όχι μόνο απέδωσε, αλλά νομίζω πως άφησε τη ροή της αφήγησης να κυλήσει ανεπηρέαστη από την επιβολή των εικόνων.

Μια ακόμα παράμετρος που λαμβάνω υπ΄ όψιν  στην επιλογή εικονογράφου, είναι και το πόσο θέλω να ενισχύσω την έντονη γλωσσική ενσάρκωση του κειμένου μου με εικόνες που θα έχουν φτιαχτεί με έναν εξ΄ ίσου έντονο τρόπο. Με άλλα λόγια αναζητώ εικονογράφο που θα μπορεί να υποστηρίζει τους πειραματισμούς της αφήγησής μου.

Αυτό συνέβη με τα δυο βιβλία της σειράς «Μανόλο και Μανολίτο» (Πατάκης). Τα δυο αυτά κείμενα μου, που με ιδιόμορφο  τρόπο περιγράφανε τη σχέση των γενεών ενώ οι ήρωές μου συνομιλούσαν με ήρωες άλλων συγγραφέων, θέλησα να έχουν έντονη -στα όρια ακόμα και της εξεζητημένης- ασπρόμαυρη εικονογράφηση και η πρώτη επιλογή μου ήταν η Ίρις Σαμαρτζή.  Ασφαλώς και δεν μετάνιωσα.

Έχοντας ως  γνώμονα επιλογής  την ιδιοσυγκρασία εκείνου που θα κληθεί  να εικονογραφήσει κείμενά μου, νομίζω πως και άλλες φορές κράτησα στα χέρια μου βιβλία δικά μου που τα χάρηκα και τα καμάρωσα.

Η Κατερίνα Βερούτσου, για παράδειγμα,  γνώριζα πως διαθέτει μια συγκεκριμένη γραμμή -δυναμική όσο και μαγική- και γι αυτό και την πρότεινα στην Έλενα Πατάκη  ώστε να είναι εκείνη που θα εικονογραφούσε με σκίτσα το «Νησί με τις Λέξεις που Αγαπάνε». Και το αποτέλεσμα είχε μια μικρή αλλά ευχάριστη σύμπτωση -το δυναμικό έγχρωμο εξώφυλλο και τα μαυρόασπρα σκίτσα της Κατερίνας θεωρώ πως υποστήριξαν  στο έπακρο την ιδιότυπη γραφή μου, έτσι ώστε αυτή να προσεχθεί και να βραβευθεί.  Και αναφέρομαι σε σύμπτωση μιας και πριν  από μερικά χρόνια μια άλλη εικονογράφηση της Βερούτσου στο χριστουγεννιάτικο παραμύθι μου «Νεράιδα πάνω στο έλατο» (Πατάκης) της είχε εκείνης προσφέρει ένα Κρατικό Βραβείο.

Και η περίπτωση της Βερούτσου δεν είναι η μόνη όπου η επιλογή εικονογράφου στηρίζεται στην προσωπικότητά του.

Για τη σειρά των τριών διασκευών μου πάνω σε κλασικά έργα που κυκλοφορούν από τις Εκδόσεις Πατάκη, ήταν κάτι περισσότερο από φυσιολογικό να εμπιστευθούμε για μεν τους Δον Κιχώτη και Γαργαντούα την πληθωρικότητα των σκίτσων του Βαγγέλη Παυλίδη, για δε τον Τριστάνο τη τρυφερή νοσταλγικότητα της Βάσως Ψαράκη.

Και στα τρία βιβλία η έκδοση παραπέμπει σε μια σύγχρονη άποψη κλασικής απεικόνισης. Και βέβαια δεν ήταν τυχαία αυτή η απόφαση μιας και το όλο στήσιμο της έκδοσης είναι πλέον μια απαραίτητη προϋπόθεση για τη δημιουργία ενός καλού εικονογραφημένου βιβλίου.

Μέσα στη δική μου αντίστοιχη εργογραφία κάτι τέτοιο έχει επίσης ικανοποιητικότατα  επιτευχθεί στη συνεργασία που είχαμε η Άννα Κοντολέων κι εγώ με την εικονογράφο Φωτεινή Τίκκου στο «Φεύγει – Έρχεται» (Καλειδοσκόπιο).

Εδώ το κείμενο κινείται σε δυο επίπεδα τόσο γραφής όσο και χώρου εξέλιξης των γεγονότων και εκείνο που κυριαρχεί είναι ένα μείγμα νοσταλγίας και χιούμορ. Η Τίκκου, με παρόμοιες εμπειρίες αποχωρισμών και επαναπατρισμών μπόρεσε να στήσει με εντελώς πρωτότυπο τρόπο την όλη αυτή σύνθεση.

Αλλά και προτού ολοκληρώσω αυτήν την κάπως γρήγορη περιπλάνησή μου στις εμπειρίες μου από τις συνεργασίες μου με κάποιους από τους εικονογράφους των βιβλίων μου, θα πρέπει να σταθώ -ή μάλλον να τονίσω πως σε σημαντικό βαθμό πρέπει ο συγγραφέας (όπως και ο εκδότης του) να αφήνονται στο ένστιχτό τους. Και το λέω αυτό  έχοντας κατά νου την επιλογή εικόνων που η Έλενα μου πρότεινε για να συνοδέψουν τις τρεις ιστορίες που υπάρχουν μέσα στο «Πολύτιμα Δώρα» (Πατάκης)

Τρεις ιστορίες μαγικού ρεαλισμού που ενεργοποιούνται από την όποια μαγεία μπορεί να φέρνουν πολύτιμοι λίθοι -διαμάντια, μαργαριτάρια, σμαράγδια.

Η λευκορωσίδα Ρίτα Τσιμόχοβα που το εικονογράφησε, ήταν μια πρόταση της Βάσως Ψαράκη. Η Έλενα εμπιστεύθηκε την πρότασή της Βάσως και έτσι έφτασαν στα χέρια μας μια σειρά εικόνων  όπου το πολύτιμο αποκτούσε τις διαστάσεις του μοναδικού.

Εντυπωσιακή, ομολογουμένως, έκδοση όπου οι φράσεις και τα χρώματα λες και είχαν καταφέρει να βρούνε ένας τρόπο συγκατοίκησης σε αρχοντικό  μιας άλλης εποχής.

Δε θεωρώ τυχαίο πως το βιβλίο τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Βιβλίου για Παιδιά. Όπως -το ισχυρίζομαι σταθερά- καθαρώς παιδικό και μόνο βιβλίο δεν είναι. Το γιατί η επιτροπή εκτιμώντας πως άξιζε τη διάκριση, του απέδωσε αυτόν τον χαρακτηρισμό είναι θέμα που άπτεται του τρόπου με τον οποίο στην Ελλάδα αντιμετωπίζουμε το εικονογραφημένο βιβλίο.

Δεν έχουμε ακόμα καταφέρει να το κρατάμε ως ένα έργο τέχνης και συνύπαρξης λόγου και εικόνας, σε ποικίλες κάθε φορά αναλογίες.

Όπως αυτό είναι ένα άλλο μεγάλο θέμα, που ίσως θα πρέπει μια άλλη φορά  να το συζητήσουμε συνολικά και σε βάθος.

Επέλεξα μερικά από τα εικονογραφημένα βιβλία μου για να καταγράψω μια πορεία και μια γνώση επί του θέματος του αφιερώματος.

Επέλεξα αυτά που με κάποιο τρόπο με έχουν βοηθήσει να αποκτήσω, αλλά και να επιβεβαιώσω  τις απόψεις μου για το πως πρέπει κάποιος να εμπιστεύεται τις φράσεις ενός συγγραφέα στα χέρια εκείνων που θα τις εικονογραφήσουν.

Μα επίσης θα πρέπει να τονίσω πως αυτές τις συνεργασίες είχα την τύχη να τις δω να ανθίζουν, γιατί οι εκδότες μου είχαν κι αυτοί με τη σειρά τους μεράκι και πιστεύουν πως το καλό εικονογραφημένο βιβλίο είναι από μόνο του ένα ιδιαίτερης αισθητικής αξίας  αντικείμενο.

 

 

 

 

 

 

 

Προηγούμενο άρθροΑΦΙΕΡΩΜΑ- 2, Ποιοι πρωταγωνιστούν στα εικονογραφημένα βιβλία; (της Μαρίζας Ντεκάστρο)
Επόμενο άρθροΑΦΙΕΡΩΜΑ – 4, Δεν είναι όλα τα κείμενα για όλους τους εικονογράφους (Α.Παπαφίγκου, Γ. Γκανάς)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here