Δευτέρα, 2 Νοεμβρίου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ ΚΡΙΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΥ Ο μύστης και ο ξεναγός ή Το σύνδρομο του συγγραφέα μεσσία (της...

Ο μύστης και ο ξεναγός ή Το σύνδρομο του συγγραφέα μεσσία (της Μαρίας Γαβαλά)

0
31

της Μαρίας Γαβαλά

        Ο συνοδευτικός υπότιτλος στον τίτλο ΖΟΝΑ του βιβλίου του Geoff Dyer είναι ο ακόλουθος: «Ένα βιβλίο για μια ταινία σχετικά με ένα ταξίδι σε ένα δωμάτιο», αφήνοντας ανοιχτό το ερώτημα σε ποιο ακριβώς ταξίδι και σε ποιο δωμάτιο αναφέρεται ο συγγραφέας. Από τις πρώτες κιόλας σελίδες του βιβλίου, αντιλαμβανόμαστε ότι πρόκειται για ταξίδι κομμένο στα δύο, σε ένα ταξίδι/περιήγηση σε μια ταινία διαχρονικά εμβληματική (Στάλκερ του Ταρκόφσκι, και το Δωμάτιο στη Ζώνη της συγκεκριμένης ταινίας) και, ταυτοχρόνως (εκ παραλλήλου, για την ακρίβεια) σε ένα ταξίδι περισυλλογής/αυτοκριτικής, όσο και ανεμελιάς, μια ξενάγηση μέσα στο «προσωπικό δωμάτιο» του συγγραφέα του βιβλίου, εκεί όπου ζει και εργάζεται ο ίδιος. Ένα από τα δύο μότο του βιβλίου ανήκει στον Αλμπέρ Καμύ: τελικά, ο καλύτερος τρόπος να μιλάμε γι’ αυτό που αγαπάμε είναι να μιλάμε ανέμελα. Η συγκεκριμένη ρήση, στην προκειμένη περίπτωση, σηκώνει συζήτηση, κι αυτό θα προσπαθήσουμε να κάνουμε.  

      Ο συγγραφέας Dyer ομολογεί, στη σελίδα 137 του βιβλίου του, το ακόλουθο: την πρώτη φορά που είδα το «Στάλκερ», ελαφρώς βαρέθηκα· δεν με άγγιξε ούτε με ενθουσίασε (για να το θέσω ακόμη πιο αφελώς, δεν είχα ιδέα ότι, τριάντα χρόνια αργότερα, θα κατέληγα να γράφω ένα ολόκληρο βιβλίο για αυτό)…Θα συμπληρώσουμε από μεριάς μας: ο συγγραφέας αυτού του βιβλίου δεν έγραψε απλώς ένα ολόκληρο βιβλίο για την ταινία Στάλκερ του Αντρέι Ταρκόφσκι αλλά ένα ολόκληρο βιβλίο πάνω στο τι σημαίνει να είσαι, τόσο μύστης (λόγω των φιλμικών σου εντυπώσεων), όσο και ταυτοχρόνως ξεναγός (κυρίως για τον αναγνώστη του βιβλίου σου) σε έναν κόσμο γεμάτο πολιτισμικές αναφορές σε κινηματογραφικές ταινίες, σε συγγραφείς, ποιητές, φιλόσοφους, καλλιτέχνες, επιστήμονες…, σε επίμονες σκέψεις σου, σε αντικρουόμενες επιθυμίες και στάσεις σου, με γνώμονα κυρίως μια ιδέα: ο «όχι απλά και μόνο ψυχαγωγικός κινηματογράφος» είναι το ασυνείδητο (σύμφωνα με το προσωπικό δοκούν του Geoff Dyer), όσο και το ιερό και το μυστηριώδες αλλά όχι και άβατον αναγκαστικά (προσθέτοντας και τη δική μας άποψη). Το βιβλίο, με όλα του τα προτερήματα και ελαττώματα, αποτελεί το έργο ενός μυημένου σε κάτι, που μόνο ένας κατηχούμενος, με τελετουργικό τρόπο δηλαδή, μπορεί να το φέρει σε πέρας. Και όταν στιγμές στιγμές ανοίγει την Πύλη της Ζώνης, για να πάρει λίγες ανάσες – αναφερόμενος σε στιγμιότυπα από την παιδική του ηλικία, τα εφηβικά του χρόνια, τις ερωτικές του περιπέτειες, τις πολιτικές του απόψεις, όπως είναι οι αναμνήσεις του από το μεγάλο «θατσερικό ξεπούλημα» (δική του η έκφραση) ή από τις πολιτικές περιπέτειες του Δυτικού κόσμου, ή ακόμα και σε «πλακίτσες» με φίλους– , ας βάλουμε με το νου μας ότι το κάνει απλώς επειδή ένας απλός άνθρωπος, και όχι ένας σούπερμαν, πάντα έχει ανάγκη διαλείμματος (καταφεύγοντας στη λογόρροιά του), μιας και ο εγκέφαλός του χρειάζεται να σβήσει τη δίψα του με ένα ποτήρι δροσερή μπίρα. Ας μη ξεχνάμε ότι ο συγγραφέας του Zona, Geoff Dyer, εκτός από δοκιμιογράφος είναι και πεζογράφος που παρασύρεται από τις δίνες των ρευμάτων του λόγου, κι αυτό πιθανώς να σχετίζεται και με το επίρρημα ανέμελα. Άρα, δεν διαβάζουμε ένα αμιγές δοκίμιο για μια ταινία, αλλά κυρίως (μιας και δεν μου αρέσει ο όρος «υβριδικός») ένα προσωπικό σημειωματάριο/φανερό ημερολόγιο, με χαρακτηριστικά τόσο δοκιμίου όσο και πεζογραφήματος, για μια ταινία που όπως δηλώνεται από τον ίδιο, στην πραγματικότητα και μες στην πορεία του χρόνου, έχει συγκλονίσει και στιγματίσει τον συγγραφέα του τετραδίου. Θα γίνω περισσότερο επεξηγηματική, αμέσως. Για την ώρα μου αρκεί αυτό: το βιβλίο του Dyer έχω την πεποίθηση ότι ακολουθεί το modus operandi ενός άλλου βιβλίου, κι αυτό το βιβλίο, φυσικά, είναι Ο αποτυπωμένος χρόνος ή Σμιλεύοντας το χρόνο ** του Αντρέι Ταρκόφσκι. Είναι κάτι σαν παρτίδα σκάκι, μεταξύ γητευτή και γοητευμένου. ‘H, σαν να υπάρχει μια μυστική αλληλογραφία μεταξύ των δύο βιβλίων. Τι είδους ακριβώς; Δύσκολο ερώτημα, ακόμα δυσκολότερο το όλο εγχείρημα.

Το διάλειμμα – οι ιστορίες κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων της συγκεκριμένης ταινίας, οι δυσκολίες, οι αναποδιές, οι διαφωνίες των συνεργατών, οι πλούσιες πληροφορίες, πολλές ήδη γνωστές στους πιστούς του Ταρκόφσκι – οδηγούν στο εξής συμπέρασμα: το παρόν βιβλίο μας εμφανίζει, εξίσου λεπτομερειακά και εμμονικά, δύο στάλκερ. Έναν οδηγό που, με τρόπο δοκιμιακό και κυρίως σινεφιλικό, μας αναλύει την ταινία Στάλκερ, σύμφωνα με την εξέλιξη του σεναρίου, και έναν οδηγό που μας αφηγείται τα διάφορα ντεσού κατά τη δημιουργία της ταινίας Στάλκερ, αλλά το κυριότερο, μας παίρνει από το χέρι και μας προτείνει, τι ακριβώς; Να ασχοληθούμε με την ταινία Στάλκερ, σύμφωνα με το δοκούν του ξεναγού μας. Δηλαδή, έχουμε μπροστά μας δύο εντελώς διαφορετικά αφηγήματα, με αφηγήσεις σε διαφορετική βάση και αντιθετικά πλαίσια ή ατμόσφαιρες, κάτι για το οποίο δεν μπορώ να καταλάβω τι ακριβώς σημαίνει. Στον επίλογο για την ελληνική έκδοση, ο συγγραφέας τονίζει ότι το βιβλίο του αποτελείται από δύο μέρη, δεν έχει κεφάλαια, και οι υποσημειώσεις του σκαρφαλώνουν στα τοιχώματα του κυρίως κειμένου όπως ο κισσός αναρριχάται σ’ ερειπωμένα κτίρια. Είναι σαν να μας λέει: εγώ, ο έμπειρος στάλκερ Geoff Dyer, δεν είμαι ένας μοναδικός αφηγητής, μόνον, αλλά ένας αφηγητής κομμένος στα δύο, ακριβώς για να σας προτείνω το απαραίτητο διάλειμμα, ενόσω διαβάζετε το βιβλίο, διάλειμμα προκειμένου να τρέξετε στο μπαρ να πιείτε καμιά μπυρίτσα για να ξεδιψάσετε και να ξεμουδιάσετε (το παράδειγμα όχι δικό μου αλλά του ίδιου του συγγραφέα Dyer). Με λίγα λόγια σε αναγκάζει να λοξοδρομείς, να σταματάς σε παράπλευρα ξέφωτα, προκειμένου να σου προσφέρει επεξηγήσεις, τις οποίες δεν έχει ο ίδιος τη δυνατότητα να τις αξιοποιήσει διαφορετικά, εσωματώνοντάς τες δημιουργικά μες στο κυρίως αναλυτικό/κριτικό κείμενό του. Συμβαίνει συχνά αυτό και σε άλλες περιπτώσεις, διαφορετικών κειμένων, κάτι που άλλοτε λειτουργεί και άλλοτε όχι. Υπάρχουν και αναγνώστες που όταν διαβάζουν ένα βιβλίο, είναι οι μόνοι που μπορούν να αποφασίσουν πότε θα κάνουν διάλειμμα για να πάρουν την απαραίτητη ανάσα προκειμένου να συνεχίσουν το διάβασμα, προσπαθώντας μόνοι τους να λύσουν τον οποιοδήποτε γρίφο. Δεν θέλουν πάνω από το κεφάλι τους έναν εμμονικό παντεπόπτη και πολύξερο ξεναγό, στην πραγματικότητα έναν δέκτη ή συλλέκτη πολυάριθμων εκμυστηρεύσεων και αποκαλύψεων σχετικά με την ταινία ή και άσχετων με την ταινία, να τους επεξηγεί τα πάντα, επί παντός επιστητού. Χρήσιμες οι πληροφορίες του συγγραφέα και μανιακού κινηματογραφόφιλου/βιβλιόφιλου Dyer, αλλά νομίζω ότι θα ήταν προτιμότερο να είχε προσθέσει και ένα τρίτο μέρος στο βιβλίο του, με όλες αυτές τις επεξηγήσεις και πληροφορίες, ούτως ώστε ο αναγνώστης του να μην μπερδεύεται στα πολυσχιδή φυλλώματα του κισσού. Οι δικές του απόψεις, η προσωπική του γνώμη, θα κέρδιζαν σε ακεραιότητα όσον αφορά την ταινία Στάλκερ– διότι, άλλο είναι οι πληροφορίες, έστω χρήσιμες στην κατανόηση ενός έργου τέχνης, όταν προσπαθούν να το επεξηγήσουν ή να το αιτιολογήσουν, και άλλο οι συγκεντρωμένες προσωπικές σκέψεις εκείνου που γράφει σχετικά με το αντικείμενό του. Ποιος ο λόγος να συγκρούονται μετωπικά αυτά τα δύο; Και το τονίζουμε ιδιαιτέρως, όσο κι αν αυτές οι πληροφορίες συνάδουν άμεσα με το συγκεκριμένο θέμα και φωτίζουν τις σκοτεινές του λεπτομέρειες και πλευρές. Δεν διακόπτεις την ανάγνωση ενός Ευαγγελίου, τραβώντας απλώς μια γραμμή, για να επεξηγήσεις (με τρόπο καθαρά κοσμικό, ενίοτε αργόσχολου σχολιασμού) τις ανταύγειες του πνεύματος του ίδιου του Ευαγγελιστή.

Και για περισσότερο ρεαλισμό· όταν ομιλείς για το Στάλκερ σαν να περιγράφεις μια θρησκευτική εμπειρία, δεν οριοθετείς το δέος σου με όρους που θα ταίριαζαν σε ένα οποιοδήποτε ανάγνωσμα, σχετικό με το σινεμά ή εντελώς άσχετο με το σινεμά.

Ο συγγραφέας του βιβλίου, λοιπόν, μας παίρνει από το χέρι και μας ξεναγεί σε μια επικράτεια, σε ένα σύμπαν, το ταρκοφσκικό ντεκουπάζ, σκηνή-σκηνή, πλάνο-πλάνο, καρέ-καρέ ενίοτε, ενώ το ίδιο το βιβλίο αρχίζει και τελειώνει με το πρώτο και το τελευταίο πλάνο σύμφωνα με το σενάριο της ταινίας. Ο ίδιος εξηγεί ότι πρόθεσή του ήταν να διαιρέσει το βιβλίο του σε 142 ενότητες, που αντιστοιχούν στα 142 πλάνα της ταινίας. Λες κι ο συγγραφέας είναι ο οδηγός μας, ένας στάλκερ δηλαδή, πλήρως ενημερωμένος, με πνεύμα εμπλουτισμένο με πάμπολλες πληροφορίες, άλλες χρήσιμες και απολαυστικές, και άλλες περιττές και, κατά την άποψή μου, ενοχλητικές, ο οποίος αναπόφευκτα κάποια στιγμή χάνει τον έλεγχο της μεθόδου του και δεν διακρίνει πλέον καθαρά τα όρια των επιμέρους πλάνων της ταινίας.

Αν δεχτούμε, λοιπόν, ότι η ταινία Στάλκερ, μεταξύ άλλων, είναι και ένα μυστήριο, το βιβλίο ΖΟΝΑ κυνηγά το μυστήριο για να το πιάσει από τα ιερά γένια, και όπως ομολογεί ο ίδιος ο Dyer, το παρόν βιβλίο συνιστά ένα χρονικό θεάσεων, αναμνήσεων, κενών και ανακριβειών της μνήμης και όχι την καταγραφή μιας ανατομίας. Η λατρεία ή «ειδωλολατρεία» για ένα έργο τέχνης, πιστεύω ότι έχει ως αντίκρισμα και μερικούς απαραβίαστους κανόνες: συνήθως οφείλει να πορεύεται στους ρυθμούς της πίστης και της ευλάβειας σε ένα ορισμένο τελετουργικό. Τι είδους ανατομία, όμως, θα μπορούσε να έχει θέση σε μια ταινία που μεταξύ άλλων μιλάει και για Θαύματα; Σε άλλο τόπο θαυμάτων σε οδηγεί ο σκηνοθέτης, ενόσω ο θεατής ζει στον εντελώς διαφορετικό τόπο του προσωπικού φαντασιακού του. Μεταξύ κινηματογραφικού έργου στην οθόνη και καθίσματος του θεατή, μεσολαβούν όχι μόνο λίγα μέτρα, αλλά ολόκληρη η αιωνιότητα.

Πιστεύω πως είναι αναγκαίο, σ’ αυτό εδώ το κριτικό κείμενό μας, να αναφερθούμε, όταν το κρίνουμε αναγκαίο, στο βιβλίο του Ταρκόφσκι, ο οποίος εκτός της σκηνοθετικής του ιδιοφυΐας, υπήρξε και σημαντικός θεωρητικός του κινηματογράφου.  Στο βιβλίο Ο αποτυπωμένος χρόνος ή Σμιλεύοντας το χρόνο, διά χειρός Ταρκόφσκι (σελ. 23)** διαβάζουμε: ‘Οταν ένας συγγραφέας κι ένας σκηνοθέτης έχουν διαφορετικές αισθητικές αφετηρίες, ο συμβιβασμός είναι ανέφικτος. Θα κατέστρεφε ακόμα και τη σύλληψη της ταινίας. Δεν θα γυριζόταν ταινία. Από μεριάς μας σημειώνουμε, αναφορικά με τη συγγραφή ενός βιβλίου: θα κατέστρεφε ακόμα και τη σύλληψη ενός κειμένου, στην προκειμένη όμως περίπτωση, το βιβλίο ΖΟΝΑ γράφτηκε, κι αυτό είναι ένα ζήτημα σχετικό με τον ανέφικτο συμβιβασμό, ζήτημα που δεν γίνεται να μη σχολιασθεί.

Θα υπενθυμίσουμε το θέμα της ταινίας του Ταρκόφσκι, με τρόπο ελλειμματικά επεξηγηματικό για την κατανόησή της. Αντιγράφουμε από την Βικιπαιδεία τα ήδη πολύ γνωστά: «Στάλκερ» (ρωσικά Сталкер, κυνηγός) ονομάζεται κινηματογραφικό έργο επιστημονικής φαντασίας, του 1979, σε σκηνοθεσία του Αντρέι Ταρκόφσκι, βασισμένο στη νουβέλα «Roadside Picnic» των Μπόρις και Αρκάντι Στρουγκάρσκι. Περιγράφει την πορεία τριών ατόμων μέσα σε ένα φανταστικό τοπίο που ονομάζεται «ζώνη» αναζητώντας ένα σημείο που λένε ότι εκπληρώνει όλες τις επιθυμίες του ανθρώπου. Και παρακάτω, διαβάζουμε: Σε μια περιοχή αποκαλούμενη «ζώνη» συνέβη κάτι το ανεξήγητο, μια πρόσκρουση μετεωρίτη ή κάτι παρόμοιο. Γι’ αυτό η κυβέρνηση περιέφραξε την περιοχή και την περιφρουρεί για να μην την πλησιάσει κανένας. Αυτοί που ξέρουν λένε όμως ότι στην περιοχή αυτή κυβερνά μια δύναμη που εκπληρώνει τις επιθυμίες των ανθρώπων. Κανείς δεν μπορεί να πλησιάσει. Μόνο μερικοί που τους αποκαλούν «στάλκερ» ξέρουν το δρόμο που οδηγεί στο κέντρο της ζώνης.

       Τα τρία πρόσωπα, που επισκέπτονται τον συγκεκριμένο τόπο, είναι ο Στάλκερ (ο οδηγός), ένας Συγγραφέας κι ένας Καθηγητής. Ο πρωτότυπος τίτλος Stalker προέρχεται από τον αγγλικό όρο, που σημαίνει έναν κυνηγό κρυφό και αθόρυβο αλλά συγχρόνως και έναν αλητόβιο ή έναν παρενοχλητή, έναν μονομανή εισβολέα δηλαδή, στα όρια του ψυχονευρωσικού ανθρώπου. Ψυχονευρωσικοί χαρακτήρες: το τελευταίο καλόν είναι να το συγκρατήσουμε, από την στιγμή που οι τρεις εισβολείς στη Ζώνη και στο Δωμάτιο αυτής, μας δίνουν απτές αποδείξεις ότι δεν είναι μόνον αποπροσανατολισμένοι και χαμένοι, αλλά και έρμαια κυρίως ανεξέλεγκτων εφιαλτών, ιδιαιτέρως στην προηγούμενη, εκτός Ζώνης, ζωή τους. Κάτοικοι Τόπων αμφισβητούμενης σταθερότητας και ασφάλειας, και άτομα με προκαθορισμένη μοίρα, υποκείμενα ανεξέλεγκτου και κυρίως αδιευκρίνιστου Χρόνου. Επίσης θα μπορούσαν, υποθετικά, να είναι τρεις υποβαλλόμενοι σε κάποιο επιστημονικό πείραμα.

Άλλωστε, το ίδιο το βιβλίο είναι χωρισμένο σε δύο μέρη. Μας δίνει χώρο για να κερδίσουμε χρόνο. Και τι σημαίνει αυτό ακριβώς. Ό,τι ακριβώς σημαίνει και μέσα στην ταινία του Ταρκόφσκι. Ανία-ομιχλώδης καταχνιά-πνιγηρή κατάσταση των πραγμάτων, κυρίως αγωνία, φόβος αλλά και θυμός. Ο Χρόνος τώρα: ο Στάλκερ, προτού φύγει από το σπίτι του με προορισμό τη Ζώνη, κλέβει το ρολόι της γυναίκας του. Άρα, ο Στάλκερ, μεταξύ άλλων, είναι και ένας κλέφτης του Χρόνου. Πρώτη αναφορά, από τον συγγραφέα Dyer. Ο Αντονιόνι αγαπούσε τα πλάνα μεγάλης διάρκειας, αλλά ο Ταρκόφσκι το πήγε ένα βήμα παραπέρα. Ο χρόνος – το μεγάλο θέμα της ταινίας, χρόνος χαμένος, σπαταλημένος ή προσδοκώμενος… Ιδού μία από τις πλέον ενδιαφέρουσες επισημάνσεις/σταθμούς μες στο συγγραφικό πόνημα του Dyer.

Αντονιόνι, λοιπόν, και πολύ πολύ δικαιολογημένα: Περιπέτεια/ Κόκκινη έρημος κ.ο.κ. Εδώ ακριβώς, στη δεύτερη αναφερόμενη ταινία του Ιταλού σκηνοθέτη, την Κόκκινη έρημο, θα έχουμε μια παρέκβαση: το χρώμα σκότωσε την αίσθηση της αλήθειας. Με αναφορά στη μουντάδα, ιδιαιτέρως των έγχρωμων ταινιών του Αντονιόνι, ή του περάσματος από το ασπρόμαυρο στο έγχρωμο, θίγεται ένα βασικό ζήτημα της κινηματογραφικής αισθητικής, λογικής, και ηθικής. Τι ακριβώς σημαίνει το άσπρο-μαύρο και τι το πεποικιλμένο με άλλα χρώματα, στον κινηματογράφο, διότι πασιφανώς η μετάβαση αυτή δεν πρέπει να συμβαίνει άνευ συγκεκριμένου λόγου. Η Ιστορία του Κινηματογράφου αποτελείται, όχι απλώς κοσμείται, από ιστορίες που εμπλέκονται με την αναγκαιότητα του ασπρόμαυρου ή του έγχρωμου. Κατανοητόν. Είναι ένα στοιχείο/στυλοβάτης του κινηματογραφικού σύμπαντος. Μεγάλο μέρος της ταινίας του Ταρκόφσκι Στάλκερ είναι σε ασπρόμαυρο, το υπόλοιπο σε έγχρωμο. Ο κάθε θεατής/αναγνώστης ενός κινηματογραφικού έργου μπορεί να δώσει τις δικές του παραπέρα εκδοχές και ερμηνείες, το πεδίο είναι ελεύθερο. Το ζήτημα του χρώματος, αυτό καθαυτό, είναι θεμελιώδες και κακώς το προσπερνάμε με ελαφρότητα, όπως τονίζει πολύ σωστά ο συγγραφέας του βιβλίου ΖΟΝΑ.

Δεύτερη αναφορά, εξαιρετικό παράδειγμα επίσης: Θόδωρος Αγγελόπουλος ή Αγγελοχρονόπουλος (σύμφωνα με έναν πολύ αξιόπιστο Γάλλο κριτικό): Το βλέμμα του Οδυσσέα – και το ακρωτηριασμένο άγαλμα του Λένιν, που ταξιδεύει κατά μήκος του Δούναβη/Αχέροντα, μέσα σε μαύρα και πικρά νερά, πάνω σε μια μαούνα, ένας πετρωμένος φαραώ που κατεβαίνει τον Νείλο της Ιστορίας. Αργά, τόσο αργά, αργά τόσο, όσο αργά ξετυλίγεται και το νήμα της Ιστορίας. Όσο αργά ξετυλίγεται και το νήμα της Αριάδνης, που θα οδηγήσει έξω ή όχι από τον λαβύρινθο, της Ιστορίας, της ζωής, των ιστοριών του κινηματογράφου.

Και μια ακόμα αναφορά, από μεριάς μας αυτή τη φορά: [Φ. Ντοστογέφσκι, Οι δαιμονισμένοι. Σταυρόγκιν: «Πού θα τον κρύψουνε λοιπόν;» /Κυρίλοβ: «Πουθενά δεν θα τον κρύψουν. Ο χρόνος δεν είναι αντικείμενο, μα ιδέα. Θα σβήσει στο μυαλό».] Το εντός αγκυλών, όπως ακριβώς το βρίσκουμε ως μότο στο κεφάλαιο Αποτυπωμένος χρόνος, στο βιβλίο του Ταρκόφσκι Σμιλεύοντας το χρόνο.

Από την άλλη, σε μερικές παραγράφους παρακάτω δηλαδή, ο συγγραφέας του βιβλίου ΖΟΝΑ επιμένει ότι Μπρεσσόν και Μπέργκμαν, είναι η μόνη οπτική που μετράει για τον Ταρκόφσκι, κάτι που εμμέσως το παραδέχεται και ο σκηνοθέτης. Αλλά ακόμα και με το «κατεβατό» αναφορών που συναντούμε σε όλη την έκταση του βιβλίου του Dyer, ο Ταρκόφσκι φέρεται να μένει πιστός στη δική του οραματική- καλλιτεχνική ξεροκεφαλιά και μόνον, ενώ ο συγγραφέας Dyer υποκύπτει σε έναν καταιγισμό αναφορών και σκέψεων, υποθέσεων ή βεβαιοτήτων, ώστε προς στιγμήν σκέφτηκα ότι τον έχουν παρασύρει τα αφρισμένα νερά του Νιαγάρα. Υπάρχουν και ευχάριστες, διασκεδαστικές στιγμές, όπως και στιγμές που έχουν να κάνουν με χιούμορ, με σλάπστικ, με γκαγκ, σαν να βρίσκεσαι στο Happy Hour του Μπάστερ Κήτον. Ή οι αδελφοί Λυμιέρ και το περίφημο τρένο τους, που φτάνει στον σταθμό της Σιοτά, το 1895, και παρομοιάζεται με τα τρένα της ταινίας Στάλκερ. Άλλωστε κι ο ίδιος ο Ταρκόφσκι (μέγας σινεφίλ επίσης) αναφέρει στο δικό του βιβλίο το περίφημο τρένο των αδελφών Λυμιέρ. Από τη δική μας μεριά, θα υποστηρίζαμε: ναι, δικαιολογείται και ο Κρις Μαρκέρ, ως αναφορά δώθε-κείθε, κι εμένα, βλέποντας το Στάλκερ, ο νους μου πήγε στο «Σας γράφω από ένα τόπο μακρινό» του Ανρί Μισώ, και στο Γράμμα από τη Σιβηρία,1957, του Κρις Μαρκέρ, αλλά δεν καταλαβαίνω, τι θέση έχει λίγες σειρές παρακάτω, φάντης μπαστούνι, το επεισόδιο με τον Τζώρτζ Κλούνεϊ και τη Νατάσσα Μακ’ Έλχοουν στο Σολάρις, 2002, του Στήβεν Σόντερμπεργκ ή η Μπο Ντέρεκ στο 10 του Μπλέικ Έντουαρντς. Αντιθέτως κατανοώ απολύτως τις αναφορές σε άλλες ταινίες του Ταρκόφσκι, όπως Σολάρις, Νοσταλγία, Καθρέφτης, σε ντοκιμαντέρ που γύρισε ο Ταρκόφσκι, όπως φυσικά και η εμμονή στο βιβλίο του Σμιλεύοντας τον χρόνο. Ή σε συγγραφείς, όπως ο Ρίτσαρντ Πράις, η Αν Άπλμπαουμ (Γκουλάγκ – Η αληθινή ιστορία), ο Αλμπέρ Καμύ, ο Φλωμπέρ, ο Ρολάν Μπαρτ… Ή σε ταινίες βιντεοάρτ, όπως το The Clock, 2010, του Κρίστιαν Μάρκλεϋ (ένα έργο όπου μοντάρονται συνενωμένα πλάνα από χιλάδες ταινίες, από τις οποίες έχουν επιλεγεί στιγμές όπου διακρίνεται η ώρα). Ή, σε ατρόμητους πολεμικούς φωτογράφους (Robert Capa). Και το πλέον παράδοξο: αναφορές σε στιγμιότυπα ζωής και εμπειριών εντελώς άσχετα με την ταινία Στάλκερ, σε γεγονότα που αναφέρονται σε φεστιβάλ (Κάννες, σε μεταγενέστερες του Στάλκερ εποχές, και απονομή του Χρυσού Φοίνικα, εξ ημισείας σε Μπρεσσόν και Ταρκόφσκι – και οι δύο ολιγομίλητοι και μουτρωμένοι για το μισό/μισό, αντί για την πίττα ολόκληρη, ο καθένας από τη μεριά του), σε τραγικά γεγονότα (τρεις θάνατοι από καρκίνο ανθρώπων που πήραν μέρος στα γυρίσματα του Στάλκερ, 1977, στα περίχωρα του Τσερνόμπιλ – πυρηνική έκρηξη, το 1986, άρα στην ταινία υπάρχει και κάτι το προφητικό – μηδέ του ίδιου του Ταρκόφσκι εξαιρουμένου) ή σε ευγενή κουτσομπολιά γύρω από τα παρασκήνια των γυρισμάτων του Στάλκερ, όπως και σε παρισινές συζητήσεις καλλιτεχνών και διανοουμένων γύρω από τα γκουλάγκ…, ή στα ρεπεράζ που κάνει ο Ταρκόφσκι παρέα με τον σεναριογράφο Τονίνο Γκουέρρα… Ή, και, σε αναμνήσεις του συγγραφέα του ανά χείρας βιβλίου από τη δική του παιδική ηλικία, η σχέση με τον πατέρα του, οι ερωτικές του περιπέτειες – στις τελευταίες περιπτώσεις ευλόγως αναρωτιόμαστε πόσο απομυθοποιείται και εκλαϊκεύεται, υπεραπλουστευμένη, μια κριτική προσέγγιση, τόσο σινεφιλική όσο και θεωρητική ενίοτε, όσον αφορά το μέγεθος μιας ταινίας όπως το Στάλκερ. Για να γίνει το βιβλίο περισσότερο εκλαϊκευτικό, άρα και πιο εμπορικό; Ευελπιστώ ότι δεν είναι αυτός ο λόγος. Πιστεύω ότι το βιβλίο, μεταξύ άλλων, είναι και ένας μακρύς εξωτερικός μονόλογος του συγγραφέα Dyer, ενίοτε συγκρατημένος, ενίοτε παραληρηματικός.

Το χαρακτηρίζω επίσης ως ένα βιβλίο εμπιστευτικής εξομολόγησης ενός σινεφίλ που θαυμάζει τον Ταρκόφσκι. Ενός θεατή που ξεκίνησε την πορεία της κινηματογραφοφιλίας του με το να βαριέται στις ταινίες του Ταρκόφσκι, και γράφει αυτό το βιβλίο προκειμένου να εξιλεωθεί. Ενός παίκτη μπροστά στην σκακιέρα, που πιέζει τον εαυτό του να μη φοβάται να αντιμετωπίσει τον απέναντι, ο οποίος υπήρξε εξαρχής φανατικός θαυμαστής του Ταρκόφσκι, από την πρώτη στιγμή. Ένας καθαρόαιμος (και κατά βάθος ντροπαλός;) πιστός του Ταρκόφσκι, ο οποίος δεν αντέχει, λόγω δειλίας ή αβεβαιότητας, να συμμετέχει δημιουργικά σε ένα αυστηρό συλλείτουργο με τον σκηνοθέτη, πρωτίστως. Αλλά όταν κάποια στιγμή βρίσκει το θάρρος, βρίσκει και την όρεξη «να τα πει χύμα».

Για μένα, το εγχείρημα του συγγραφέα είναι ευπρόσδεκτο, μέχρι ενός σημείου. Θα μπορούσαν να ισχύουν όλα αυτά που αναφέρω πιο πάνω, μιας και όλη τούτη η ασάφεια και πολυλογία αποτελεί, ταυτοχρόνως, και ένα ενδιαφέρον συστατικό αυτού του αμφίδρομου συγγραφικού εγχειρήματος. Όταν, από τη μια στιγμή στην άλλη, περνάς από την ανάγνωση μιας ταινίας σε στιγμές από τη ζωή σου, κυρίως την παιδική ή τη σεξουαλική, μου ομολογείς, έστω άτολμα, το εξής σαφές: ότι το μυαλό σου δραπετεύει από την ταινία και διακτινίζεται, σε απίθανους χώρους, διότι η ταινία σου έγινε αβάσταχτο φορτίο, συνενούσης και της δικής σου ανασφάλειας και δυσλειτουργικότητας μπροστά το εύρος της. Άρα, ευλόγως ένας αναγνώστης του βιβλίου και παράλληλα θεατής του Στάλκερ, ασχέτως αν είναι ενθουσιώδης με την ταινία ή ένας σκεπτικιστής, έχει τις απορίες του, έστω κι αν εμπλουτίζει τις κινηματογραφικές γνώσεις του, αρκούντως, διαβάζοντας το ΖΟΝΑ του Geoff Dyer. Εδώ, να τονίσουμε πόσο φιλόπονος εργάτης του γραπτού λόγου είναι ο Dyer: μας αποκαλύπτει επιμελώς όλα του τα βοηθήματα προκειμένου να γράψει αυτό το βιβλίο. Τις πηγές του, παραθέτει 199 σημειώσεις οι οποίες δείχνουν το πόσο μόχθησε και πόσο υπήρξε μανιώδης σκαπανέας, γράφοντας το βιβλίο του, προσθέστε και έναν ξεχωριστό επίλογο που έγραψε ειδικά για την ελληνική έκδοση, τον Ιούλιο του 2024. Και φυσικά, τα εύσημα πάνε και στις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, για την άψογη παρουσίαση του βιβλίου. Εξέδωσε ένα βιβλίο πολύ φλύαρο αλλά τουλάχιστον ειλικρινές.

Όμως, στην παρούσα έκδοση, καθώς νομίζω, κάτι ιδιαίτερα ενδιαφέρον (με την έννοια του καινούργιου, του νεωτερικού) δεν υπάρχει, και λέγοντας «κάτι» εννοώ κάτι με το οποίο θα μπορούσαμε να συνομιλήσουμε, εμείς οι θεατές οι οποίοι έχουμε σκεφτεί εντελώς άλλα πράγματα (και όχι τα τετριμμένα) από εκείνα του συγγραφέα του βιβλίου. Eπικοινωνούμε μαζί του, με δυσκολία, κυρίως στον τομέα των αναρίθμητων αναφορών και παραπομπών του, αφού (ως δέκτες ενός παραδείγματος) μας είναι αδύνατον να γνωρίζουμε οτιδήποτε για την ψυχική κατάσταση ενός νομπελίστα συγγραφέα (σε απλό παράδειγμα), ο οποίος έκλαιγε ασταμάτητα καθώς διάβαζε τους Αδελφούς Καραμαζώφ – παραθέτω ένα περιστατικό, ψαρεύοντας μες στο κείμενο. Ή, καθώς λέει ο ίδιος, στη σελίδα 183, αυτή η περίτεχνη – αν και κάπως αποπροσανατολιστική – μετατόπιση σε μια άλλη ταινία μού τράβηξε την προσοχή σε κάτι που ίσως γνώριζα, χωρίς όμως να το έχω συνειδητοποιήσει, για τον Ταρκόφσκι.

      Πράγματι, το κείμενο του Dyer βρίθει μετατοπίσεων σε πλήθος άλλων ταινιών, και όχι μόνο ταινιών αλλά και άλλων μορφών τέχνης, οι οποίες μετατοπίσεις μας φέρνουν συχνά σε άβολη θέση. Η κατάχρηση συνεχών μετατοπίσεων, χωρίς μέτρο, δείχνει έναν ξερόλα καθηγητή, ίσως και έναν επιδειξιομανή, έναν αδέξιο πατέρα-αφέντη, κυρίως όταν τα ψέλνει στον άξιο σκηνοθέτη Ζβιάγκιντσεφ επειδή, αν κατάλαβα καλά, στις ταινίες του ανακαλεί τις ταρκοφσκικές ταινίες Νοσταλγία, Στάλκερ και Σολάρις. Και ο Αντίχριστος του Λαρς φον Τρίερ δεν είναι επουδενί μια γελοία ταινία, ούτε η Σαρλότ Γκαίνσμπουργκ κάκιστη ηθοποιός. Ούτε είναι σοβαρή δικαιολογία όσα κρύβει η ομολογία του Dayer, στη σελίδα 182, είμαι τόσο απορροφημένος από το Στάλκερ, που δεν μπορώ να δω τίποτε άλλο εκτός από Ταρκόφσκι, τόσο εμποτισμένος από την οπτική του για τον κόσμο, που τη συγχέω με τον ίδιο τον κόσμο. Τόσο εύκολα, λοιπόν, κατεδαφίζεται ένας άλλος σκηνοθέτης μαζί με την ερμηνεύτριά του;    

Συνεχίζοντας την ανάγνωση του βιβλίου του Dyer, αποφάσισα ότι ως κριτικός ενός βιβλίου, πρέπει να είμαι το ίδιο ειλικρινής και «εξομολογούμενη» με τον συγγραφέα του βιβλίου. Το βιβλίο του, σύμφωνα με τη λογική της πορείας του, θα μπορούσε να είναι και ένας άτυπος διάλογος με την σκέψη του αναγνώστη, που συνάμα είναι και αποδέκτης/παραλήπτης των σημάτων/σημασιών της ταινίας. Όμως μάλλον συνεχίζει να είναι ένας μονόλογος μέχρι το τέλος: σαν να πήγε ο συγγραφέας σε έναν ψυχίατρο/ψυχαναλυτή και του αφηγείται την «ερωτική του σχέση» με μια κινηματογραφική ταινία, μη δίνοντάς του τη δυνατότητα, λόγω κεκτημένης ταχύτητας, να επέμβει ως αναλυτής. Στην προκειμένη περίπτωση, να συμμετέχει δημιουργικά σε όσα του λέει ο αναλυόμενος. Εκείνο που κυρίως συγκράτησα, με όλη την καλή μου διάθεση, και χωρίς να έχω ιδέα πάνω στο πώς ψυχαναλύεις έναν συγγραφέα διαβάζοντας το βιβλίο του, «διέγνωσα» κάποιον λογομανή εκμυστηρευόμενο, αρκετά νάρκισσο και κάπως ενοχικό. Δηλαδή, δεν μπορώ να υποστηρίξω με την πένα μου τα όσα θέλω να σας πω για να σας πείσω, άρα για να σας ικανοποιήσω, επιζητώ διάφορα άλλα δεκανίκια. Έχω διαβάσει δεκάδες κείμενα για το Στάλκερ, από συγγραφείς που δεν είχαν τίποτα άλλο να πουν, πέρα από να εκφράσουν δειλά και ταπεινά, το πόσο τους τρόμαξε η ταινία, τους συγκίνησε, τους κούρασε ή τους βοήθησε να πάνε παρακάτω στον δικό τους κόσμο απόλυτης καταστροφής ή αναζητούμενης ελπίδας – και όντως τα εκτίμησα βαθύτατα.

Το κυρίως ζητούμενο της ταινίας, όπως ήδη έχουμε καταλάβει από τα «συμφραζόμενα» εντός της ταινίας: τα πάντα τελούνται, διασχίζοντας –είτε με μεταφορικό μέσο, είτε περπατώντας –τη «μεταβιομηχανική ομίχλη» η οποία καταπλακώνει τα πάντα. Ή, αν θέλουμε να είμαστε ακριβέστεροι, το οδοιπορικό μας είναι μια δύο όψεων πραγματικότητα στην καρδιά μιας πυρηνικής καταστροφής (και όχι μόνον πυρηνικής). Αναζητώντας το Δωμάτιο στην καρδιά της Ζώνης, έναν χώρο όπου γίνεται πραγματικότητα η πιο μύχια επιθυμία του καθενός. Κατά την άποψή μου, σε αυτήν την καίρια στιγμή της ταινίας Στάλκερ δεν βρίσκεται μόνον ο πυρήνας της όλης δυστοπίας, αλλά απλώς, εντελώς αβίαστα, παρορμητικά, ξετυλίγεται και ένα παραμύθι. Όμως ο Ταρκόφσκι, με έντονα μες στο μυαλό του τα σημάδια από τα ερείπια του Στάλιγκραντ ή το τι θα μπορούσε να μαγειρεύεται μες στην κουζίνα του Τσερνόμπιλ, δεν είναι τόσο αφελής ώστε να μην μπορεί να διαχωρίσει το τι ακριβώς σημαίνει απόλυτη καταστροφή, και τι δυνητική διάσωση από την άλλη. Δηλαδή, να μην μπορεί να δώσει το μεγαλύτερο άδικο στο απόλυτο Κακό, που δεν το ακυρώνει ούτε ο ίδιος ο Θεός, ούτε καν το ανακουφίζει. Πολύ περισσότερο, ουδεμία παραμυθία χωράει εδώ, απολύτως τίποτα το παρηγορητικό που μπορεί να προσφέρει ανακούφιση. Άρα το παραμύθι μετατρέπεται σε εφιάλτη. Για τούτο, ως σκηνοθέτης, σκαρφίζεται το αυτονόητο. Μία μακράς διαρκείας συζήτηση μεταξύ των τριών ανδρών, που έτσι και στήσουμε αυτί (ευτυχείς όσοι γνωρίζουν ρωσικά, διότι αλίμονο αν περιμένεις το ακριβές νόημα των λόγων τους μέσω υποτίτλων) θα καταλαβαίναμε άλλα τόσα απ’ όσα καταλάβαμε ως τώρα.

Ο Geoff Dyer αναλαμβάνει να μας μεταφέρει πολλές από τις μικρές λεπτομέρειες που ρυθμίζουν τη λειτουργία ενός υπερφυσικού/μεταφυσικού Καταφυγίου, Κρεατομηχανής, Λαβυρίνθου (Ζώνης/ Δωματίου), μέσω των κινήσεων ή φράσεων, κυρίως μέσω της βίας των αψιμαχιών τριών εξουθενωμένων ανθρώπων, που όταν δεν έρχονται στα χέρια, εξαπολύουν λίβελους, ο ένας εναντίον του άλλου. Η κατάρα της μισαλλοδοξίας μας κυνηγά παντού, ισχυρίζεται ο στάλκερ που μένει απέξω επειδή θεωρεί τον εαυτό του ελεεινό, έξω από έναν χώρο όπου μόνον εκεί μέσα μπορεί να συντελεστεί το Θαύμα, διότι οι στάλκερ δεν επιτρέπεται να μπουν στο Δωμάτιο όταν έχουν έναν ιδιοτελή σκοπό μες στο κεφάλι τους. Ό,τι έχω, βρίσκεται σ’ αυτή τη Ζώνη, κλαψουρίζει ο στάλκερ, η ευτυχία μου, η ελευθερία μου, η αξιοπρέπειά μου. Φέρνω ανθρώπους εδώ, ανθρώπους απελπισμένους, τυραννισμένους που δεν έχουν τι άλλο να ελπίζουν. Αναφέρομαι κυρίως στην σκηνή, μια από τις τάχα μου κωμικές στιγμές του Ταρκόφσκι, στις οποίες δεν έχει δοθεί ποτέ η πρέπουσα σημασία (σύμφωνα πάντα με τον Geoff Dyer). Είναι η σκηνή με το τηλέφωνο που χτυπά ξαφνικά μέσα σε αυτό το κτίριο της απόλυτης καταστροφής, που όμως εξακολουθεί να μας προσφέρει τη θέα μιας φύσης καταπράσινης. Η φύση βγάζει, ως προφήτης των Ευαγγελίων ή ως Πυθία ή ως τελικός κριτής, τη γλώσσα στο «τσερνόμπιλ» και την κουνά περιπαικτικά. Μέσα στο λεκτικό παραλήρημα του Συγγραφέα, που μόνο όσοι γνωρίζουν ρώσικα μπορούν να το απολαύσουν πραγματικά, κάποιος μυστηριώδης τηλεφωνητής τους καλεί για να τους ρωτήσει εάν εκειπέρα είναι μια κλινική. Και, ο συγγραφέας του βιβλίου ΖΟΝΑ θα μας πει, επί λέξει (σελ. 145–146), εμείς απλώς αντιγράφουμε: ολόκληρη η ταινία αποτελεί, θαρρείς, μια μυστηριώδη, εκτεταμένη βερσιόν των διαφημιστικών σποτ που γύρισε η εταιρεία Orange σε συνεργασία με το Βρετανικό Κέντρο Κινηματογράφου, με το σλόγκαν «Μην αφήνεις ένα τηλέφωνο να σου καταστρέφει την ταινία». Αυτή η απροδιόριστη κωμική στιγμή, όπως επισημαίνει και ο Ρόμπερτ Μπερντ, έχει τις ρίζες της σε μια τεκμηριωμένη ιστορική ιδιορρυθμία: οι στρατιώτες που διέσχιζαν τα ερείπια του Στάλιγκραντ έπεφταν περιστασιακά πάνω σε διάφορα παράξενα απομεινάρια του πολιτισμού, για παράδειγμα τηλέφωνα που κουδούνιζαν. Προσωπικά, τη συγκεκριμένη σκηνή, τη θεωρώ από τις τραγικότερες, που έχω παρακολουθήσει σε ταινία. Είχα μια παρόρμηση, να σχίσω τα ρούχα μου και να ξεριζώσω τα μαλλιά μου. Ο καθείς, με τις αγκυλώσεις του.   

Και συνεχίζοντας, επί του υποκειμενικού, – αν μου έμειναν κάποια πράγματα από την ταινία Στάλκερ, που δεν θα τα χάσω ποτέ, είναι ο φόβος και η μελαγχολία από τις εικόνες της κινούμενης άμμου («κι όμως, κινείται!»), από το σκηνικό των αμμόλοφων (κοίτα να δεις, με τι δέος μπορεί να σε κουκουλώσει η σύγχρονη κινηματογραφική τεχνολογία, σε μπάζει στο τέχνασμα/ψέμα του σήμερα, προκειμένου να σε βουτήξει στην κολυμβήθρα του Σιλωάμ, του παρελθόντος και του μέλλοντος!), και από τα άχρηστα σκουριασμένα αντικείμενα που διακρίνονται μες στη θολούρα του ποταμιού, σε συνδυασμό πάντα με την κλοπή ενός ρολογιού για να σμιλεύεις τον χρόνο, τόσο αυτόν που έζησες όσο κι αυτόν που σου απομένει για να ζήσεις. Α, και το μοναχικό, ουρανοκατέβατο σκυλί, που τριγυρνά στα χαλάσματα, σημαίνοντας τα πάντα ή μη σημαίνοντας απολύτως τίποτα. Ο μόνος λόγος που βρίσκεται εδώ είναι επειδή πεινάει ή επειδή θέλει παρεούλα και παρηγοριά, λίγο νοιάζεται για τις υπερβατικές ικανότητες των οφθαλμών της ανάπηρης κορούλας του Στάλκερ.

     [Πόσο μ’ αρέσουν, φίλε μου, τα μάτια σου,/ με το αστραφτερό τους φλογερό παιχνίδισμα,/ όταν τ’ ανασηκώνεις φευγαλέα,/ και το βλέμμα σου, σαν αστραπή στον ουρανό,/ σαρώνει γρήγορα τα πάντα. Ιδού κάποιοι στίχοι ποιήματος του Φιοντόρ Τιούτσεφ, 1803-1873, όπως παρατίθενται μες στο βιβλίο του Ταρκόφσκι]

Πολλά, μες στην ταινία Στάλκερ τα μάντεψα, κι ούτε έχω απόλυτη εμπιστοσύνη στις μαντεψιές μου. Η μεγάλη δύναμη του κινηματογράφου βρίσκεται εδώ ακριβώς: σου δίνει άπειρες δυνατότητες να μαντεύεις, να αμφιβάλεις, να σωπαίνεις ή να φλυαρείς ακατάσχετα, είτε από μέσα σου είτε κοινοποιώντας παντού την ακράτεια της γλώσσας σου.

Το ερώτημα όμως συνεχίζει να τίθεται ως εξής, ξανά και ξανά. Εμείς, τι ακριβώς διασχίζουμε διαβάζοντας το βιβλίο του Dyer, ένα επιπλέον χρήσιμο (ούτως ή άλλως) συγγραφικό πόνημα ανάμεσα σε τόσα που έχουν γραφτεί για τη συγκεκριμένη ταινία; Το πνεύμα της κατασκευής μιας ταινίας; Την ατμόσφαιρα της κατασκευής, το σκηνικό της κατασκευής; Τι σκέφτονταν, τι είδους αλκοολούχα έπιναν αυτές οι αλκοόλ-ρουφήχτρες κινηματογραφικοί εργάτες όταν έφτιαχναν αυτήν την ταινία, πώς ξεπερνούσαν το πρόβλημα του αλκοολισμού τους προκειμένου να ανταποκριθούν στους ρόλους τους; Προκειμένου να δουλέψουν νηφάλιοι ώστε να δώσουν και σε μας ένα κατανοητό αποτέλεσμα: μια κινηματογραφική καταδίωξη αυτοκινήτων με την κλασική έννοια του όρου: η ύπαρξή της δεν υπαγορεύεται από κάποια ιδιαίτερη ανάγκη, πέρα από το να εκπληρώσει το αυθύπαρκτο κινηματογραφικό τελετουργικό της καταδίωξης με οχήματα. Σκηνικό-τόπος: στα συντρίμμια της μεταβιομηχανικής δυστοπίας, περιμένοντας να γίνει ένα θαύμα... Επομένως, συνεχίζει ο συγγραφέας Dyer, εκτός των άλλων, ο Στάλκερ βρίσκεται αντιμέτωπος και με το ενδεχόμενο της προδοσίας. Θα μπορούσαμε κάλλιστα να βρισκόμαστε σε μια αστυνομική ταινία ληστείας – μια αστυνομική ταινία επιστημονικής φαντασίας. Το «Στάλκερ» προσφερόταν πάντα για αλληγορικές αναγνώσεις και, δεδομένου ότι διαθέτει έναν ορισμένο χαρακτήρα προφητικό, οι αναγνώσεις αυτές δεν περιορίζονται αυστηρώς σε γεγονότα που συνέβησαν προτού γυριστεί η ταινία.

        Συμφωνούμε απολύτως με αυτές τις σκέψεις του συγγραφέα. Μόνο που δεν γνωρίζω πόσο «ανέμελοι» μπορούμε να είμαστε απέναντι στο παρακάτω (ΖΟΝΑ, μέρος δύο, σελίδα 143): Τι είδους συγγραφέας είμαι, λοιπόν, που καταλήγω να γράψω την περίληψη μιας ταινίας; Ιδίως απ’ τη στιγμή που λίγα πράγματα μισώ περισσότερο απ’ το να προσπαθεί κάποιος να με πείσει να δω μια ταινία αρχίζοντας «να την περιγράφει», εξηγώντας μου την πλοκή και καταστρέφοντας, έτσι, κάθε πιθανότητα να πάω να τη δω. Προς υπεράσπισή μου, θα έλεγα ότι το «Στάλκερ» είναι μια ταινία που μπορεί να συνοψιστεί σε περίπου δύο προτάσεις. Επομένως, αν περίληψη σημαίνει συμπύκνωση των γεγονότων σε επίπεδο σύνοψης, τότε αυτό το βιβλίο είναι το ακριβώς αντίθετό της: εμπλουτισμός και διεύρυνση. Και λίγο παρακάτω, σελ. 144. Εκείνο που θέλω να πω είναι ότι άμεση συνέπεια του γεγονότος ότι καταπιάστηκα με την περίληψη αυτή είναι πως δεν βρίσκομαι στην ίδια απελπισία με τον Συγγραφέα – της ταινίας πάντα, συμπληρώνω εγώ.

       Η τελευταία πρόταση νομίζω ότι είναι μια πολύ αποστομωτική απάντηση, τουλάχιστον ως προς το ζήτημα του αν έχουμε ή δεν έχουμε ακόμη ελπίδες για το Θαύμα, μακράν της απελπισίας μας, με το να γράφουμε βιβλία ή να σκηνοθετούμε ταινίες. 

 

 

* Μεσίας : Εκείνος που δίνει λύσεις σε μια οποιαδήποτε δύσκολη κατάσταση.

** Αντρέι Ταρκόφσκι, Σμιλεύοντας το χρόνο (πρωτότυπος τίτλος: Ο αποτυπωμένος χρόνος), μτφρ: Σεραφείμ Βελέντζας, Εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα 1987.

 

 

INFO

Geoff Dyer, ΖΟΝΑ, Μτφρ. Δημήτρης Κοτσέλης- Πιέτρο Ραντίν, Επιμέλεια έκδοσης: Δημήτρης-Χρυσός Τομαράς, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2026.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Προηγούμενο άρθρο5η Πανελλήνια Συνάντηση Λεσχών Ανάγνωσης με θέμα τη γλώσσα και τη μετάφραση
Επόμενο άρθροΗ κρυφή ιστορία των Βραβείων Γκονκούρ-πίσω από την αίγλη, ο φθόνος (της Μικέλας Χαρτουλάρη)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ