Πέμπτη, 29 Οκτωβρίου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ ΚΡΙΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΥ O Θησέας ως καταστροφέας από τον Dürrenmatt (γράφει η Νόρα Πυλόρωφ)

O Θησέας ως καταστροφέας από τον Dürrenmatt (γράφει η Νόρα Πυλόρωφ)

0
21
σκίτσο του Dürrenmatt

γράφει η Νόρα Πυλόρωφ 

 

Το εμβληματικό έργο του κορυφαίου Ελβετού συγγραφέα Friedrich Dürrenmatt «Μινώταυρος» κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις Εκδόσεις Ηριδανός με τη μορφή ενός καλαίσθητου λευκώματος και σε μετάφραση Ευαγγελίας Α. Νάνου. Το έργο πλαισιώνεται από οκτώ σκίτσα, φιλοτεχνημένα από τον ίδιο τον συγγραφέα, που απεικονίζουν τον Μινώταυρο σε διάφορες φάσεις της ζωής του.

Ο «Μινώταυρος» του Dürrenmatt αποτελεί ένα μικρό κόσμημα,  ένα  ατόφιο κομμάτι λογοτεχνίας, όπου η τέχνη του λόγου συμβαδίζει, τονίζει και εντείνει το περιεχόμενο και το νόημα του έργου.

Ο Dürrenmatt στον «Μινώταυρό» του  αντιστρέφει τον γνώριμο αρχαίο ελληνικό μύθο.  Παρουσιάζει τον  Μινώταυρο όχι σαν το τέρας που πρέπει να εξοντωθεί αλλά σαν ένα πλάσμα που προσπαθεί να καταλάβει τον κόσμο και τον εαυτό του. 

Η ιστορία αρχίζει στο σημείο μηδέν. Ο Μίνώταυρος ήρθε στον κόσμο από την ανίερη ένωση ανάμεσα στην Πασιφάη, την κόρη του Ήλιου και γυναίκα του βασιλιά της Κρήτης Μίνωα  και τον πανέμορφο λευκό ταύρο του Ποσειδώνα. Το πλάσμα, όπως το ονομάζει ο Dürrenmatt, που γεννήθηκε από αυτήν την ένωση έχει κεφάλι ταύρου και κορμί  ανθρώπου, και είναι φυλακισμένο σε έναν λαβύρινθο που φτιάχτηκε ειδικά γι’ αυτόν. Για να προστατευτεί ο έξω κόσμος από την παρουσία του, επειδή η διαφορετικότητά  του αποτελεί απειλή.  Και γιατί πρέπει να διατηρηθεί η υπάρχουσα τάξη πραγμάτων, να μην διαταραχτεί η ισορροπία που κινδύνεψε από την αφύσικη ένωση ζώου με άνθρωπο, και να μην μεταβληθεί ο κόσμος σε χάος.

Ο λαβύρινθος είναι ένα  κτίσμα χωρίς στέγη, ντυμένο με καθρέφτες, όπου ο Μινώταυρος καθρεφτίζεται και βιώνει τον εαυτό του σε πολλαπλές αντανακλάσεις. Η αντικατόπτριση αυτή του δίνει ένα συναίσθημα υπεροχής, γιατί αντιλαμβάνεται ότι τα είδωλα  που αντικρύζει στους καθρέφτες που τον περιτριγυρίζουν, είναι άλλοι πολλοί Μινώταυροι που μιμούνται κατά γράμμα τις δικές του κινήσεις,  άρα είναι όντα υποταγμένα στον ίδιο, νιώθει λοιπόν δυνατός, νιώθει ο αρχηγός τους και προσπαθεί  να επικοινωνήσει μαζί τους. Αυτό είναι το πρώτο βήμα στην πορεία της αυτογνωσίας και της  ενηλικίωσής του. Κάποια στιγμή αντιλαμβάνεται όμως, με τον τρόπο βέβαια που μπορεί να αντιληφθεί τις καταστάσεις, ότι ουσιαστικά, ναι μεν περιτριγυρίζεται από είδωλα του εαυτού του, αλλά δεν μπορεί να επικοινωνήσει μαζί τους.

Σε αυτό συντελεί και η εμφάνιση ενός όντος, ενός νεαρού κοριτσιού με σάρκα και οστά, που για τον Μινώταυρο αποτελεί πηγή έκπληξης αλλά και χαράς που γίνεται μεγαλύτερη, όταν αγγίζει το ον αυτό, το σφίγγει επάνω του, αισθάνεται τη σάρκα του και ενώνεται μαζί του. Και το σκοτώνει. Όχι γιατί το θέλει αλλά γιατί δεν μπορεί να μετρήσει σωστά τις δυνάμεις του, και φυσικά επειδή λόγω της απομόνωσής του δεν γνωρίζει πώς να δημιουργήσει μια φυσιολογική σχέση με κάποιον.

Όμως μετά το άδοξο τέλος του κοριτσιού  εμφανίζεται στον λαβύρινθο ως τιμωρός  ο Θησέας, επιφορτισμένος να  εξοντώσει το «τέρας» και να απαλλάξει τους Αθηναίους από τη βαριά απάνθρωπη φορολογία, τα εφτά αγόρια και κορίτσια που πρέπει να προσφερθούν θυσία στον άνθρωπο-ζώο σαν απόδειξη υποταγής του κράτους της Αθήνας στον Μίνωα.

Ο Dürrenmatt  βλέπει  στον Θησέα έναν καταστροφέα, έναν ολέθριο «πράκτορα της βίας», που τραυματίζει τον Μινώταυρο  και κατά συνέπεια του ξυπνάει  τα  πιο άγριά του ένστικτα – στην πραγματικότητα το ένστικτο αυτοσυντήρησης – και από άκακο πλάσμα, από αθώο θύμα των περιστάσεων, τον κάνει το τέρας που πιστεύουν οι άνθρωποι ότι είναι.

Έτσι ενώ  ο Μινώταυρος στην αρχή αντιμετωπίζει τα νεαρά αγόρια και κορίτσια με περιέργεια και ενδιαφέρον, η κατάσταση ξεφεύγει και  μετατρέπεται πολύ γρήγορα σε καταστροφική μανία από μέρους του, όταν   αντιλαμβάνεται ότι το καινούργιο πρόσωπο, αλλά και  τα παιδιά είναι ο εχθρός. Ότι τα όντα έξω απ’αυτόν είναι ο εχθρός, το «εσύ», που πρέπει να το πολεμήσει για να επιβιώσει ο ίδιος.

Ορμάει επάνω τους, τους ποδοπατάει, τους τρυπάει με τα κέρατα, τους αφανίζει σε μια εφιαλτική σκηνή, όπου κάτω από το αχνό φως του φεγγαριού εμφανίζονται από την ανοιχτή  οροφή τα όρνια, οι γύπες και τα κοράκια, εφορμούν και εισβάλλουν στο κουβάρι από τα λιανισμένα  και ποδοπατημένα σώματα των παιδιών, και αποτελειώνουν σε ένα πανδαιμόνιο κρωξιμάτων  και σε μια βροχή από φτερά και πούπουλα,  το ολέθριο  έργο του Μινώταυρου.

Έτσι λοιπόν ο Μινώταυρος μεταμορφώνεται σε τέρας, γίνεται αυτό που όλοι πιστεύουν γι’αυτόν. Ο Dürrenmatt  όμως  θεωρεί ότι ο Θησέας που δεν τον ονοματίζει καθόλου παρά μόνο μια και μοναδική φορά στο τέλος του βιβλίου, είναι ο εκπρόσωπος της βίας, της εξαπάτησης και της πονηριάς. Ο οποίος δεν ενδιαφέρεται να κατανοήσει τον Μινώταυρό αλλά χρησιμοποιώντας μια μάσκα ταύρου  τον παγιδεύει χωρίς κανένα ενδοιασμό, και με  ψυχρές υπολογισμένες κινήσεις, που φυσικά  ούτε μπορεί να τις φανταστεί αλλά και δεν  τις διαθέτει ο αντίπαλός του, καταφέρνει να τον εξοντώσει χτυπώντας τον πισώπλατα.

Eχθρός όμως είναι και  η Αριάδνη, η ετεροθαλής αδελφή του Μινώταυρου. Αυτή τον προδίδει  με έναν διαφορετικό τρόπο.  Του δένει με απαλές, σχεδόν τρυφερές κινήσεις τον κόκκινο μίτο,  το νήμα του αίματος, γύρω από τα κέρατά του  την ώρα που κοιμάται ανυπεράσπιστος,  όχι για να βοηθήσει να βγει ο Θησέας από τον λαβύρινθο αλλά για οδηγήσει τον εισβολέα μέσα στον λαβύρινθο. Δίνει έτσι στον Θησέα, για να του γίνει αρεστή, τη δυνατότητα να βρει πού είναι ο εχθρός του και προετοιμάσει την επίθεσή του.

Το κείμενο βρίθει συμβόλων και εμπεριέχει πολλαπλά μηνύματα και ευρύ πεδίο ερμηνειών.

Αρχέγονο σύμβολο ο λαβύρινθος με τους καθρέφτες, τις στροφές και τους ατέρμονες διαδρόμους. Η κυκλικότητά του  εντείνει την ανελευθερία και το απόλυτο αδιέξοδο, μέσα στα οποία είναι αναγκασμένο να ζει  το «πλάσμα».

Το κόκκινο νήμα από την άλλη συμβολίζει την εξαπάτηση και τη δολιότητα και την ύπουλη προδοσία. Η Αριάδνη «εξημερώνει» το ζώο, το «κανακεύει», και το προσφέρει βορά στα δολοφονικά ένστικτα του «ηρώα» Θησέα. 

Βασικό σύμβολο είναι και ο ήλιος, ο πατέρας της Πασιφάης που βλέπει τα πάντα,  o τροχός, όπως τον αποκαλεί ο συγγραφέας.  Αυτός ο  ήλιος-τροχός που εξακοντίζει φλόγινες ακτίνες στον εκτυφλωτικό ουρανό από την οργή του για το αμάρτημα της κόρης του  που πρόσβαλε τους θεούς, για την κατάρα που βαραίνει τον Μινώταυρο που δεν έφταιξε αυτός, όμως αυτός είναι που δέθηκε και βασανίζεται στον τροχό. Τον τροχό της μοίρας του , τον τροχό του θανάτου, γράφει ο Dürrenmatt.

Ο συγγραφέας ως παντογνώστης αφηγητής, χρησιμοποιεί μια τρυφερή γλώσσα όταν μιλάει για τον Μινώταυρο. Αντίθετα, το ύφος του σκληραίνει, η γλώσσα του παίρνει μια ψυχρή μεταλλική χροιά, όταν αναφέρεται στον   Θησέα, που τον περιγράφει σαν αδίστακτο, ψυχρό και υπολογιστή, ορθολογικά σκεπτόμενο άνθρωπο που δεν διατίθεται ούτε στο ελάχιστο να εξηγήσει, να δικαιολογήσει, να καταλάβει.

Το έργο είναι σκοτεινό και απειλητικό και δημιουργεί στον αναγνώστη αγωνία, ένταση και φόβο. Το ίδιο και οι πίνακές-σκίτσα που το συνοδεύουν. Σκοτεινοί και ζοφεροί, με έντονες γραμμές στο γκρίζο και στο μαύρο, σε διαθλάσεις, αντανακλάσεις και  παραμορφώσεις δημιουργούν στον θεατή-αναγνώστη ακόμα πιο έντονη την αίσθηση εγκλεισμού.

Που υπογραμμίζεται με τις διάφορες τεχνικές που χειρίζεται ο  Dürrenmatt, για να υποβάλλει στον αναγνώστη την κλειστοφοβική ατμόσφαιρα του λαβύρινθου, τη φρίκη των επιθετικών πουλιών με  το ανατριχιαστικό εκκωφαντικό φτερούγισμα τους, αλλά και τη σύγκρουση  των συναισθημάτων που βιώνει ο Μινώταυρος.

Σπάνια κείμενο συνταίριαξε με τέτοιον αριστοτεχνικό τρόπο ύφος, νόημα και συναίσθημα, και κατάφερε να κάνει τον αναγνώστη συμπάσχοντα στις σπασμωδικές και αγωνιώδεις προσπάθειες του πλάσματος να καταλάβει ποιος είναι αυτός και ποιος είναι ο απέναντί του, πού τελειώνει το «εγώ» και πού αρχίζει το «εσύ».

Η δομή της αφήγησης μπερδεύει και αποπροσανατολίζει τον αναγνώστη. Που χάνεται και αιχμαλωτίζεται σε ένα κείμενο που πάλλεται και τον κάνει να αισθάνεται ότι βρίσκεται και  ο ίδιος έγκλειστος και ανελεύθερος  στον λαβύρινθο και  βιώνει την αδικία και την απόγνωση που βιώνει ο άνθρωπος-ζώο.

Ο συγγραφέας επιτυγχάνει την ιδιαιτερότητα της γραφής του

-με την παρήχηση, που δίνει ρυθμό στην αφήγηση και είναι σαν κλειδί που αυξομειώνει την ένταση και την αγωνία, κόβει την ανάσα και κάνει τον αναγνώστη να ασφυκτιά.

-την κυκλικότητα που εντείνεται από την επανάληψη και υπογραμμίζει το αδιέξοδο και την επαναφορά στα ίδια σημεία.

-τον εγκιβωτισμό, όπου μια ιστορία περιλαμβάνεται μέσα σε μια άλλη και δημιουργεί πολλαπλά επίπεδα ενισχύοντας  την ιδέα του λαβυρίνθου. 

-τη γλωσσοπλαστική παραστατικότητα με τις καθηλωτικές, πολύ δυνατές περιγραφές, όπως αυτή που ο συγγραφέας αναφέρεται στο παιχνίδι φως-σκιά και στην επίθεση των πουλιών.

Σημαντικό χαρακτηριστικό είναι η χρήση πολύ μεγάλων προτάσεων που διακόπτονται από κόμματα και από παύλες, όπου η παρατακτική  ασθματική σύνταξη αναστατώνει τον αναγνώστη.

Ο Μινώταυρος του Dürrenmatt. είναι μια τραγική φιγούρα, αθώος και φταίχτης μαζί. Είναι μόνος του,  βρίσκεται αντιμέτωπος με αμέτρητες εκδοχές του εαυτού του, από τις οποίες  δεν μπορεί να ξεφύγει, αυτός ο «μοναχικός»,  ο «εγκλεισμένος και αποκλεισμένος», όπως τον αποκαλεί ο συγγραφέας. 

Ψάχνει να βρει την ταυτότητά του, παλεύει ανάμεσα στη ζωώδη και στην ανθρώπινη φύση  του, είναι ένα πλάσμα που αισθάνεται, παρατηρεί, προσπαθεί να κατανοήσει και να χτίσει γεφύρια είτε με τις αντανακλάσεις του είτε με τα όντα που εμφανίζονται μπροστά του. Ζει χωρίς επιλογή και χωρίς ελευθερία.

Νομίζω ότι ο Dürrenmatt. δεν μας θέτει το ερώτημα αν ο Μινώταυρος. είναι καλός ή κακός, Περισσότερο μας δίνει τη δυνατότητα να αναρωτηθούμε, γιατί νιώθουμε ότι η διαφορετικότητα μας απειλεί, πώς δημιουργείται ένα τέρας, πώς συμβάλλουμε εμείς σε αυτό, αν και πόσο αποκλεισμένοι είμαστε  εμείς στον δικό μας προσωπικό εγκλεισμό, στη δική μας υπαρξιακή μοναξιά, στα δικά μας αδιέξοδα. Εν κατακλείδι, μας προτρέπει να αναρωτηθούμε αν, για να κρατήσουμε ζωντανό το «εγώ», το ένστικτο μας οδηγεί να αφανίσουμε το «εσύ».

 

(*) Η Νόρα Πυλόρωφ είναι συγγραφέας και μεταφράστρια

Friedrich Dürrenmatt, Μινώταυρος, μτφρ. Ευαγγελία Α. Νάνου, Ηριδανός 

Προηγούμενο άρθροΜικρά και περίεργα για τα βιβλία #9 : Από τον Ρίπλεϊ στον Χέμινγουεϊ και από εκεί στη Γάζα και την Ιταλία (Από την Αλεξάνδρα Χαΐνη)
Επόμενο άρθροΜε τον Μίκη (της Τασούλας Τσιλιμένη)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ