της Ελένης Σβορώνου
Η Μέριν, η Λυσιάνα, η Λιβένα, η Κίρκη, η Λαμπίτσα και η γιαγιά της Σοφίας καθισμένες σε κύκλο, γύρω από τη φωτιά, μιλάνε μια παμπάλαιη γλώσσα, ψιθυρίζουν προφητείες, ερμηνεύουν τα σημάδια και μεσολαβούν, ως μάντισσες, ανάμεσα στη Θεά Φύση και στον έκπτωτο άνθρωπο. Αν ψάξει κανείς τη γενεαλογική τους ρίζα, θα φτάσει στην Μεγάλη Θεά μιας –ίσως—προγονικής μητριαρχικής κοινωνίας. Τις έχουμε λατρέψει από τα γεννοφάσκια μας, οι πολιτισμοί Μεσογείου ως γυμνόστηθες γυναίκες της Κρήτης, «πότνιες θηρών», ως Κυβέλες καθιστές σε θρόνο, ως θεές του φεγγαριού ενώ σε μύριες άλλες μεταμορφώσεις τους λατρεύτηκαν παντού.
Την ξέρουμε αυτή τη γυναικεία μορφή και από τα παραμύθια. Είναι “La que sabe”, το αρχέτυπο της γυναίκας που κατέχει τα μυστικά της ζωής επειδή βρίσκεται σε απευθείας επαφή με την άγρια φύση της, όπως τη λέει η Clarissa Pincola Estes, στο Γυναίκες που τρέχουν με τους λύκους. Συνήθως είναι γριά και άσχημη ή μοχθηρή μάγισσα. Στον κύκλο της φωτιάς όμως κάθονται λογοτεχνικές ηρωίδες της σύγχρονης νεανικής, ελληνικής και ξένης, λογοτεχνίας. Είναι όλες κορίτσια στην προεφηβεία ή την εφηβεία συν μία γιαγιά της ενήλικης λογοτεχνίας που διδάσκει τη μικρή εγγονή της.
Ο λόγος για τη Μέριν της Holly Surplice (Το άλογο των ονείρων),τη Λυσιάνα του Γιώργου Χατζόπουλου (Λυσιάνα), τη Λιβένα του Θοδωρή Παπαϊωάννου (Λιβένα), την πολυβραβευμένη Κίρκη του Χρυσόστομου Τσαπραϊλη (Κατέβασμα του φεγγαριού), τη Λαμπίτσα της Ανέτ Σχάαπ (Λαμπίτσα), που έκανε ιδιαίτερη αίσθηση στον κόσμο της εφηβικής λογοτεχνίας, και τη γιαγιά της μικρής Σοφίας στο κλασικό πλέον για τους Σκανδιναβούς Βιβλίο του καλοκαιριού της Τούβε Γιάνσον που κυκλοφόρησε το 1972 (και στα ελληνικά πρόπερσι). Σίγουρα θα μπορούσε να σκεφτεί κανείς και άλλες τέτοιες ηρωίδες της πρόσφατης νεανικής λογοτεχνίας που θα άξιζαν μια θέση στον ιερό κύκλο της φωτιάς. Και θα είχε ενδιαφέρον να τις προσκαλέσουμε διαβάζοντας ξανά τα έργα της πρόσφατης νεανικής λογοτεχνίας υπό αυτό το πρίσμα.
Ας μείνουμε όμως σε αυτές τις θηλυκές υπάρξεις που έχουν στο DNA τους κάτι από τα πλάσματα της Φύσης, του παραμυθιού και του μύθου.
Η Μέριν της Σκωτσέζας Holly Surplice ζει με τη μητέρα και τις δυο αδερφές της μακριά από την πόλη, κοντά στη θάλασσα και δίπλα στα βαθύσκιωτα δάση. Η μάνα σε βαθιά κατάθλιψη από τον πρόσφατο χαμό του συζύγου της. Η Μέριν σε βαθιά θλίψη από την απώλεια του πολυαγαπημένου πατέρα της. Η μεγάλη αδερφή σε κρίση εφηβείας διαποτισμένης από το πένθος. Η μικρή αδερφή κι εκείνη σταδιακά βυθίζεται στην παιδική μελαγχολία που προκαλεί η κατάθλιψη της μητέρας, μία κατάσταση που όλοι κρύβουν επιμελώς από τον έξω κόσμο. Ο έξω κόσμος όμως εισβάλλει στη ζωή της Μέριν με τη μορφή των άγριων νεαρών που εκφοβίζουν, απειλούν και βασανίζουν ζώα και ανθρώπους. Εκείνη όμως έχει τον τρόπο της. Μοναχική ύπαρξη, τα πάει καλά μόνο με τη φύση. Παρατηρεί, οσμίζεται, αφουγκράζεται το δάσος και τα ζώα. Ώσπου μια μέρα φτιάχνει, σα παιχνίδι, ένα άλογο από πέτρες, κλαδιά και φύλλα. Αυτό είναι. Το άλογο αυτό, ένας διαφορετικός «φανταστικός φίλος», θα τη βοηθήσει να κάνει το άλμα στη ζωή. Πρόκειται για το πρώτο λογοτεχνικό έργο της Holly Surprice που ως εικαστικός στήνει ένα βιβλίο -ποίημα και ωδή στη φύση την οποία γνωρίζει εις βάθος.
Η Λυσιάνα του Γιώργου Χατζόπουλου είναι μια έφηβη που επίσης έχει μόλις χάσει τον πατέρα της, υπό τραγικότερες όμως συνθήκες: σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα από το οποίο η ίδια μόνο επιβίωσε, μένοντας, φευ, παράλυτη. Η ανάπηρη κόρη και η μητέρα της (η πανέμορφη Ελένη, γιατρός, στη γοητεία της οποίας λίγοι άνδρες μπορούν να αντισταθούν) πηγαίνουν να ζήσουν σε ένα μικρό νησί (προφανώς στα Ψαρά, όπως συνάγεται από τα συμφραζόμενα) για μια νέα αρχή. Εκεί η Λυσιάνα, που είναι μια από τις πιο ανάγλυφες και ενδιαφέρουσες ανάπηρες ηρωίδες που έχουμε γνωρίσει –εσωστρεφής, αλαζονική, εκνευριστική αλλά και δυναμική σε βαθμό που όχι μόνο δεν προκαλεί οίκτο αλλά θέλεις να της μοιάσεις, κι ας ήσουν καθηλωμένη σε αμαξίδιο— θα εμπλακεί σε μια αστυνομικής φύσης υπόθεση. Δύο θάνατοι και μία εξαφάνιση φαίνεται να σχετίζονται με ένα οικολογικό έγκλημα, μια επένδυση Κινέζων που θα καταστρέψει το νησί. Τι ρόλο παίζει όμως η Κυρά Θαλάσσαινα, μία απομονωμένη κοινότητα γυναικών που επιδίδεται σε παράξενες έως και επικίνδυνες τελετουργίες και η ιδιαίτερη επικοινωνία της Λυσιάνας με μία φάλαινα; Το όνομα της Λυσιάνας παραπέμπει σε Νηρηίδα, τη Λυσιάνασσα, μία από τις 50 κόρες του Ποσειδώνα. Και είναι στον βυθό της θάλασσας που θα παιχτεί η τελική φάση του δράματος που θα μεταμορφώσει τη Λυσιάνα από οργισμένο κορίτσι σε ώριμη γυναίκα. Είναι εκεί, στην αρχέγονη μήτρα όλων μας, στη θάλασσα, όπου θα λύσει τη δύσκολη σχέση της με τη μάνα της αλλά και με την αναπηρία της και με τον θάνατο. Γιατί η Λυσιάνα είναι πλάσμα του νερού και της στεριάς μαζί.
Το όνομα δηλώνει και τη φύση της Λιβένας, του Θοδωρή Παπαϊωάννου: λιβένα, λέξη που παραπέμπει σε φυτό (σε αμάραντο ή σε καλέντουλα, όπως εξηγεί η ίδια η ηρωίδα στους φίλους της, φυτά της ίασης και της αθανασίας). Εδώ έχουμε να κάνουμε με ένα είδος δυστοπίας. Ένας κόσμος που σταδιακά μαραζώνει, αφυδατώνεται, ξεραίνεται. Μια κίτρινη σκόνη σκεπάζει τα πάντα. Απειλητικές πτήσεις φοινικοπτέρων προαναγγέλλουν, κάθε τόσο, το κακό. Μόνον ο ποιητής, ο Μάρκος Μ. (λογοτεχνική μεταφορά του ποιητή Μάρκου Μέσκου), καταλαβαίνει τους οιωνούς, προειδοποιεί και πλοηγεί τον κόσμο μέσα από τους στίχους του. Σώζει το τελευταίο δέντρο, αλλά ούτε αυτό είναι αρκετό. Μόνη λύση η υπόγεια ζωή. Mέσα από το μυστικό πέρασμα του τελευταίου δέντρου, οι κάτοικοι της άλλοτε ευτυχισμένης πολιτείας κατέρχονται στο υπέδαφος. Εκεί θα ζήσουν σα προνύμφες που πρέπει να εκκολαφθούν πριν βγούνε στο φως. Ποιος όμως θα τα τους οδηγήσει σε αυτή τη διαδρομή; Οι έκπτωτοι πιστεύουν στην προφητεία για την έλευση του Σωτήρα. Το «Θείο Βρέφος» θα γεννηθεί και θα είναι κορίτσι με τα σημάδια στους καρπούς του. Ο συγγραφέας επινοεί μια υπέροχη εικόνα που συνδέει άνθρωπο και δέντρο. Στους καρπούς του κοριτσιού υπάρχουν δυο σποράκια που ωριμάζουν και κινούνται στο σώμα της δηλώνοντας τον «εύθετο χρόνο», τη σωστή στιγμή για να ξεκινήσει η αποστολή των παιδιών. Η Λιβένα, μαζί με άλλα τέσσερα παιδιά, όλα με ένα χάρισμα αλλά και με μια φοβία που θα ξεπεράσουν μέσα από τη συντροφικότητα και τη δύναμη της ομάδας, αναλαμβάνουν τη μεγάλη έξοδο στην υπέργεια, κατεστραμμένη, ζωή και θα αναζητήσουν τον Άνθρωπο που έχει διαφυλάξει τα απαραίτητα για να αρχίσει πάλι η ζωή στη γη: υγιές χώμα, καθαρό νερό και σπόρους.


Με το επίσης χαρακτηριστικό όνομα Κίρκη, η ηρωίδα του Τσαπραϊλη θα γνωρίσει τις Νεράιδες του νερού, τις Καλότυχες, και την τρομερή τους δύναμη. Κι εδώ η λύση στην αδικία και την υπέρβαση του μέτρου έρχεται από τη φύση δια μέσου των μυθικών πλασμάτων που έπλασε η λαϊκή φαντασία για να εκφράσει το ιερό.
Η Λαμπίτσα της Oλλανδέζας Annet Schaap, ορφανή κι αυτή από μητέρα, θα ανακαλύψει έναν άλλον κόσμο όπου άνθρωπος και φύση ανταλλάσσουν τα χαρακτηριστικά τους καταρρίπτοντας όλα τα στεγανά ανάμεσα στον άνθρωπο και το ζώο, τα δυο φύλα, και πολλά άλλα. Η Φύση διδάσκει την ελευθερία. Αλλά πρέπει να έχεις το βλέμμα της Λαμπίτσας, πονεμένο παιδί κι αυτή, για να το δεις.
Η γιαγιά της μικρής Σοφίας, τέλος, το πιο δημοφιλές βιβλίο για ενήλικες που έγραψε το 1972 η δημιουργός των Μούμιν, η Φινλανδή Tuve Jansson , είναι ίσως ένας προπομπός αυτής της τάσης επαναμάγευσης του κόσμου. Δεν είναι ίσως τυχαίο ότι το βιβλίο μεταφράστηκε στα ελληνικά μόλις το 2024. Το ζητά η εποχή μας. Η γιαγιά, εδώ, μεταδίδει στην επίσης ορφανή Σοφία τα μυστικά του νησιού της εναλλάσσοντας, κι αυτή, ως ένα βαθμό, τα χαρακτηριστικά της με τη φύση, χωρίς όμως να έχουμε πραγματικές μεταμορφώσεις και υβριδικές μορφές ανθρώπων και ζώων ή φυτών. Αλλά καθώς βλέπουμε αυτή την ηλικιωμένη γυναίκα να φιδοσέρνεται ανάμεσα στα δέντρα, να αφουγκράζεται τους ήχους και να νιώθει τον παλμό της θάλασσας είναι σα να γίνεται η ίδια το νησί. Η Σοφία μεγαλώνει για να γίνει μία «Μέριν», «Λυσιάνα», «Λιβένα», «Κίρκη» ή «Λαμπίτσα»!
Και ο κύκλος γύρω από τη φωτιά θα συνεχίσει να μεγαλώνει. Φαίνεται σαν αυτές οι ηρωίδες να λένε στην Γκρέτα Τούνμπεργκ: «Ωραίες και αξιέπαινες οι προσπάθειές σου, αλλά η λύση δε θα βρεθεί στις διεθνείς διασκέψεις του ΟΗΕ για το κλίμα και τη βιοποικιλότητα. Εκεί το παιχνίδι είναι ήδη χαμένο. Όχι λόγω έλλειψης πολιτικής βούλησης (υπάρχει κι αυτή) αλλά επειδή εκεί μιλάνε λάθος γλώσσα. Είναι η γλώσσα της καρτεσιανής λογικής, του «σκέφτομαι, άρα υπάρχω». Αμ δε! Η ζωή είναι κάτι πολύ ευρύτερο από αυτό. Και αυτό το κατέχουν «αυτές που ξέρουν». Κορίτσια «με όστρακα και θαύματα πιασμένα στα μαλλιά».
Info
Ελληνική λογοτεχνία
Θοδωρής Παπαϊωάννου, εικ. Μάρια Μπαχά, Λιβένα, Ίκαρος, 2026.
Χρυσόστομος Τσαπραϊλης, Το κατέβασμα του φεγγαριού, Ίκαρος, 2025.
Γιώργος Χατζόπουλος, Λυσιάνα, με όστρακα και θαύματα πιασμένα στα μαλλιά της. Πατάκης, 2026.
Ξένη λογοτεχνία
Tuve Jansson, μτφ. Α. Νάτση, Το βιβλίο του καλοκαιριού, Αίολος, 2024.
Annet Schaap, μτφ. Μ. Μπονάτσου, Λαμπίτσα, Καστανιώτης, 2025.
Holly Surplice, μτφ. Α. Αγγελίδης, To άλογο των ονείρων, Ίκαρος, 2026.
Μελέτη





















