γράφουν οι Τάνια Ζουρνατζή και Ισιδώρα Μάλαμα
Δήμητρα Μήττα και γραφή είναι δυο έννοιες αδιαχώριστες. Δήμητρα Μήττα και λογοτεχνία είναι δύο έννοιες ταυτόσημες. Δήμητρα Μήττα και θέατρο είναι δυο έννοιες συμπληρωματικές. Άοκνη θιασώτης της τέχνης και δη της τέχνης της γραφής, η Δήμητρα Μήττα καταθέτει κάθε φορά στο χαρτί κείμενα-αφορμές για σκέψη και προβληματισμό, κείμενα που καλούν τον αναγνώστη να εγκύψει με αφοσίωση στις προβληματικές συνθήκες που ζει ο κάθε Άλλος, ο κάθε ξένος και ο κάθε διαφορετικός, με αποτέλεσμα μετά την ανάγνωση να έχει επέλθει η οικείωση: ο Άλλος δεν είναι πια απέναντι, είναι δίπλα μας, βαδίζει πλάι μας, σε μια νοητή προέκταση όλοι αυτοί οι Άλλοι είναι ο πολυδιάστατος εαυτός μας. Κι αυτή η εξακτίνωση του εαυτού και ο πολλαπλασιασμός του στα ποικίλα δυνητικά μας πρόσωπα είναι, αναμφίβολα, αυτό που καθιστά επιτυχημένο ένα συγγραφικό εγχείρημα.
Μια τέτοια κατάτμηση κι ανασυγκόλληση του εαυτού στα πλείστα κομμάτια του επιχειρεί η συγγραφέας και μέσα από το τελευταίο της πόνημα με τίτλο Εσύ πού ήσουν, έναν τίτλο λυγμό, που με τον ερωτηματικό του τόνο εισάγει τον αναγνώστη από την αρχή σε μια διαδικασία απολογισμού για όλες εκείνες τις περιπτώσεις/ καταστάσεις στις οποίες αυτός, απλώς, δεν ήταν. Το παράπονο/ κλάμα/ η έμμεση απαίτηση του τίτλου, Εσύ πού ήσουν;, ανοίγει έναν μεγάλο κύκλο, το κέντρο του οποίου σφραγίζει η γενική απουσία του σημερινού ανθρώπου από όλα, η υλική/ σωματική μα και η πνευματική/ ψυχική απουσία του ακόμη κι από αυτά στα οποία παρίσταται. Από το ίδιο, ωστόσο, κέντρο εκκινούν πολυάριθμοι ομόκεντροι κύκλοι, στην ακτίνα των οποίων εκτείνονται οι επιμέρους απουσίες που σημειώνει ο άνθρωπος στην καθημερινότητά του.
Η συλλογή Εσύ πού ήσουν; αποτελείται από 42 σύντομα διηγήματα, τα οποία λειτουργούν ως αυτόνομα αφηγηματικά σύμπαντα, ενώ ταυτόχρονα συνδέονται μεταξύ τους μέσω κοινών θεματικών αξόνων και μιας διακριτής συγγραφικής φωνής. Σε αυτά τα 42 διηγήματα ο αναγνώστης ανακαλύπτει έναν κόσμο βαθιά ανθρωποκεντρικό, στο επίκεντρο του οποίου βρίσκονται πρόσωπα κοινωνικά εκτεθειμένα και ψυχικά ευάλωτα. Οι ήρωες της Μήττα δεν παρουσιάζονται ως «ηρωικές» μορφές· αντιθέτως, είναι άνθρωποι που βιώνουν την πίεση της καθημερινότητας, της μοναξιάς και της κοινωνικής περιθωριοποίησης και είναι αυτοί που δίνουν στη συγγραφέα την ευκαιρία να αναδείξει διαφορετικές όψεις της σύγχρονης αλλοτρίωσης.
Ποιοι, λοιπόν, είναι οι πρωταγωνιστές/αντιήρωες που συνθέτουν αυτό το μωσαϊκό χαρακτήρων; Αν θέλαμε να τους εντάξουμε σε κατηγορίες, θα μπορούσαμε να καταλήξουμε, με αδρές γραμμές, στις εξής:
- Οι κοινωνικά αόρατοι άνθρωποι.
Εκείνοι που βρίσκονται στο περιθώριο της κοινωνικής προσοχής. Πρόκειται για ηλικιωμένους, μοναχικούς ανθρώπους ή πρόσωπα που έχουν σταδιακά αποκοπεί από τον ενεργό κοινωνικό ιστό. Οι χαρακτήρες αυτοί βιώνουν την εγκατάλειψη όχι μόνο σε πρακτικό επίπεδο αλλά και υπαρξιακά, καθώς αισθάνονται ότι η κοινωνία τούς αντιμετωπίζει ως «παρωχημένες» παρουσίες χωρίς ουσιαστική αξία. Η απομόνωσή τους συνδέεται συχνά με την αδυναμία επικοινωνίας και με την αίσθηση ότι ο σύγχρονος κόσμος δεν διαθέτει χώρο για τη μνήμη, τη φθορά και την ανθρώπινη ευαλωτότητα.
- Τα πρόσωπα της έμφυλης και οικογενειακής καταπίεσης.
Ιδιαίτερη θέση στη συλλογή κατέχουν γυναίκες οι οποίες βρίσκονται εγκλωβισμένες σε βίαιες ή καταπιεστικές σχέσεις. Η βία δεν παρουσιάζεται μόνο ως σωματική, αλλά και ως ψυχική και λεκτική φθορά που διαβρώνει σταδιακά την προσωπικότητα του ατόμου. Οι ηρωίδες αυτές συχνά αδυνατούν να αντιδράσουν δυναμικά, επειδή έχουν εσωτερικεύσει κοινωνικές αντιλήψεις που ταυτίζουν την υπομονή με την «κανονικότητα». Έτσι, η σιωπή και η ανοχή μετατρέπονται σε μηχανισμούς επιβίωσης, ακόμη κι όταν οδηγούν στην αυτοακύρωση.
- Οι αποκλεισμένοι εξαιτίας της διαφορετικότητάς τους.
Σε αρκετά διηγήματα εμφανίζονται πρόσωπα που βιώνουν τον αποκλεισμό λόγω της ταυτότητας ή της διαφορετικότητάς τους. Νέοι άνθρωποι, παιδιά ή έφηβοι, έρχονται αντιμέτωποι με την κοινωνική απόρριψη και τη δυσκολία αποδοχής. Η συγγραφέας φωτίζει κυρίως τη μοναξιά που γεννά η αδυναμία επικοινωνίας με το οικογενειακό και κοινωνικό περιβάλλον. Οι ήρωες αυτοί δεν συγκρούονται ανοιχτά με την κοινωνία· συνήθως αποσύρονται εσωτερικά, βιώνοντας μια βαθιά αίσθηση αποξένωσης.
- Οι εγκλωβισμένοι στη σιωπή και στη συνήθεια.
Μια άλλη σημαντική ομάδα χαρακτήρων αφορά ανθρώπους που ζουν μέσα σε σχέσεις φθαρμένες από τον χρόνο και τη συναισθηματική αδράνεια. Η καθημερινότητα λειτουργεί ως μηχανισμός σταδιακής απομάκρυνσης, ενώ η επικοινωνία αντικαθίσταται από τη σιωπή. Στα πρόσωπα αυτά η αλλοτρίωση δεν εκδηλώνεται θεαματικά· εκφράζεται μέσα από μικρές χειρονομίες, παύσεις και εσωτερικά αδιέξοδα. Η συνήθεια υπερισχύει της ουσιαστικής επαφής, οδηγώντας σε μια μορφή συναισθηματικής απονέκρωσης.
- Οι ήρωες της υπαρξιακής απομόνωσης.
Είναι αυτοί που επιλέγουν συνειδητά την απομάκρυνση από τον κοινωνικό περίγυρο. Ο έξω κόσμος παρουσιάζεται ως πεδίο απειλής, βίας ή ασφυκτικής πίεσης, γι’ αυτό και η απομόνωση λειτουργεί ως ένας αμυντικός μηχανισμός προστασίας. Ωστόσο, αυτή η επιλογή δεν οδηγεί σε ελευθερία. Αντίθετα, οι ήρωες παγιδεύονται σε έναν κλειστό εσωτερικό κόσμο, όπου κυριαρχούν ο φόβος, η αδυναμία επικοινωνίας και η αίσθηση αδιεξόδου.
- Οι ήρωες, θύματα της αλλοτρίωσης, εξαιτίας ακραίων κοινωνικών συνθηκών.
Σε ορισμένα πάλι διηγήματα η κοινωνική κρίση αποκτά σχεδόν δυστοπικές διαστάσεις. Οι ανθρώπινες σχέσεις απογυμνώνονται από κάθε στοιχείο αλληλεγγύης και μετατρέπονται σε σχέσεις ανταγωνισμού ή αλληλοεξόντωσης. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η συγγραφέας αναδεικνύει την ηθική αποσύνθεση που προκαλεί ο φόβος και η κοινωνική απορρύθμιση. Ο άνθρωπος δεν παρουσιάζεται πλέον ως φορέας ανθρωπιάς, αλλά ως ύπαρξη που κινείται με βάση την επιβίωση και την αυτοσυντήρηση.
Οι ιστορίες της Μήττα έχουν την εξής ιδιαιτερότητα: Δεν επιδιώκουν να γίνουν αρεστές μέσα από τη δημιουργία μιας ιδιαίτερης συνθήκης· δεν επιδιώκουν να κάνουν καμία επίδειξη ύφους και δύναμης γραφής· δεν επιδιώκουν να κάνουν εντύπωση ούτε με το «πώς» ούτε με το «τι» που τις χαρακτηρίζει· δεν έχουν ανάγκη να είναι αρεστές. Κι αυτό γιατί είναι απλές κι αληθινές, είναι ιστορίες ανθρώπων της διπλανής κλειστής πόρτας. Και η λογοτεχνία που είναι απλή κι αληθινή a priori αντιβαίνει στους κανόνες της πραγματικότητας που ζούμε, η οποία αρέσκεται στην επιτήδευση και στην ψευδαίσθηση. Κι επειδή ο άνθρωπος μπορεί να ζει στην πραγματικότητα αυτή, υφέρπει, ωστόσο, μέσα του η αγάπη για την αλήθεια, οι ιστορίες της Μήττα αγαπιούνται αμέσως. Αγαπιούνται γιατί οι αναγνώστες βρίσκουν στο πρόσωπο των ηρώων τη δική τους αλήθεια: τη δυσκολία του να μην μπορείς να βγεις από το αδιέξοδο και την τραγικότητα του να το κανονικοποιείς, όπως κανονικοποιεί την κακοποίησή της η Αλόπη, που φτάνει σε σημείο να ευγνωμονεί τον πατέρα που κακοποιούσε την ίδια και τη μητέρα της, με το σκεπτικό ότι την έσωσε από τον έρωτα που τόλμησε κάποτε να νιώσει.
Η συλλογή της Μήττα φέρνει τον αναγνώστη συχνά σε αμηχανία. Γιατί την ίδια στιγμή που ρωτά επίμονα «Εσύ πού ήσουν;», την ίδια στιγμή σε φέρνει αντιμέτωπο με την πραγματικότητα εκείνη που θέλει τον άνθρωπο να μη θέλει κανέναν κοντά του, να παρομοιάζει τη συνύπαρξη με τη δική του προσωπική κόλαση. Την αλλοτρίωση αυτή της σχέσης μας με τους άλλους πραγματεύεται το διήγημα «Ο τηλεφωνικός θάλαμος», στο οποίο οι άλλοι συνιστούν μια σύγχρονη κόλαση. Όπως κόλαση είναι πια και ό,τι ζητά τη φροντίδα ή τον χρόνο μας. Κόλαση είναι να ξεσκονίζεις τις κορνίζες των αγαπημένων, για αυτό καλό είναι να τις μαζέψεις και να τις καταχωνιάσεις σε ένα μελλοντικά σκονισμένο ντουλάπι. Κόλαση είναι να προγραμματίζεις, να σχεδιάζεις, να οργανώνεις. Να ντύνεσαι και να ετοιμάζεσαι για να ικανοποιήσεις την κοινωνική σου φύση, καθώς κι αυτή έχει αρχίσει να σε εγκαταλείπει. Κόλαση είναι ο έξω κόσμος όπου είσαι επιρρεπής στα λάθη. Κόλαση είναι να λαχταράς, να φοβάσαι, να αναστατώνεσαι. Κόλαση είναι να πηγαίνεις στο γραφείο, να συναναστρέφεσαι με τους συναδέλφους, να κοιτάς, να σε κοιτούν. Κόλαση είναι το πέρασμα του χρόνου, η καταγωγή, ο τόπος. Για αυτό ο άνθρωπος βρίσκει διέξοδο, τελικά, στον εγκλεισμό, φυσικό και ψυχικό, ελαττώνει δηλαδή και τη φυσική του παρουσία στον έξω κόσμο και κλειδώνει στεγανά και την ψυχή του, να μην έρχεται σε επαφή με τα ερεθίσματα που προκαλεί ο Άλλος, περιχαρακώνεται σε έναν μικρό τηλεφωνικό θάλαμο, αναζητώντας την αιωνιότητα και την ουτοπία. Κι εκεί αράζει ικανοποιημένος μέσα στην ιδιοτέλειά του. Μόνο που σε λίγο θα χρειαστεί τα αντικαταθλιπτικά του…
Ενδιαφέρον παρουσιάζει μια ομάδα πέντε διηγημάτων με τον κοινό τίτλο «Εγκατάλειψη». Και τα πέντε αυτά διηγήματα αποτελούν μια εξαιρετική σπουδή πάνω στην τρίτη ηλικία, τη θεσμική ή κοινωνική εγκατάλειψή της, αλλά και το υπαρξιακό αδιέξοδο που γιγαντώθηκε την περίοδο του εγκλεισμού και της πανδημίας. Ο αναγνώστης νιώθει τη δύσβατη πορεία που χαράζουν μόνοι οι άνθρωποι της τρίτης ηλικίας, κουβαλώντας μαζί με τα χρόνια τους και το βάρος που ο κοινωνικός περίγυρος τους έχει φορτώσει, με τη στυγνή λογική της αγοράς που θέλει παρείσακτους όσους δεν ικανοποιούν τα νούμερα της παραγωγής και τους στόχους του κεφαλαίου· τη μοναξιά, το αίσθημα της περιθωριοποίησης, της απομόνωσης, ακόμη κι όταν περιβάλλονται από άλλους.
Το διήγημα «Εγκατάλειψη 2» αποτυπώνει το βαρύ κλίμα της απομόνωσης και της μοναξιάς που βιώνει μια ηλικιωμένη γυναίκα, η κυρία Νίτσα, κατά τη διάρκεια των περιορισμών της πανδημίας. Κλεισμένη στο σπίτι της, προσπαθεί να γεμίσει τις ατέλειωτες ώρες της με δουλειές και με την τακτοποίηση παλιών φωτογραφιών. Η διαδικασία αυτή, όμως, της προκαλεί έντονη θλίψη και σωματικό πόνο, καθώς οι φωτογραφίες και οι ψηφιακές οθόνες λειτουργούν ως επώδυνες υπενθυμίσεις της απουσίας των αγαπημένων της προσώπων. Η καθημερινότητά της έχει μετατραπεί σε μια απρόσωπη ρουτίνα: το φαγητό αφήνεται στο πατάκι της εξώπορτας, οι γείτονες είναι βυθισμένοι στην απάθεια και η επικοινωνία περιορίζεται σε ψυχρούς, «μηχανικούς» ήχους τηλεφώνων, στους οποίους κάποια στιγμή αρνείται πλέον να απαντήσει. Μέσα σε αυτή την ασφυκτική κατάσταση, η ανάγκη της για «ανάσα» και ελευθερία την οδηγεί στο μπαλκόνι, όπου επιχειρεί να κάνει το απονενοημένο διάβημα, αναζητώντας μια λυτρωτική αίσθηση πτήσης. Η τραγική αυτή πτώση, ωστόσο, διακόπτεται απότομα από τη φωνή της νοσηλεύτριας/φροντίστριας που την ξυπνά για το πρωινό της. Το διήγημα κλείνει με την επώδυνη συνειδητοποίηση ότι η ηρωίδα βρίσκεται ξανά εγκλωβισμένη στο κρεβάτι της, στερούμενη ακόμη και το δικαίωμα να διαχειρίζεται ή να δίνει ένα τέλος στην ίδια της τη ζωή.
Το διήγημα «Εγκατάλειψη 4» διαδραματίζεται κατά τη διάρκεια της πανδημίας. Η 58χρονη κόρη της κυρίας Ευσεβίας βρίσκεται σε αυστηρή απομόνωση στον 4ο όροφο της πολυκατοικίας της, καθώς διαγνώστηκε με τον ιό. Το μεγάλο της πρόβλημα δεν είναι η δική της ασθένεια, αλλά η απόλυτα εξαρτημένη, απαιτητική και χειριστική μητέρα της, την οποία φροντίζει εικοσιτετράωρα μια ημι-νόμιμη μετανάστρια, η Όλυα. Καθώς η υγεία της κόρης απειλείται από τον ιό και ο χρόνος πιέζει, αρχίζει να αναζητά απεγνωσμένα λύσεις για το πώς θα πληρώνεται η Όλυα αν η ίδια νοσηλευτεί ή πεθάνει. Τα παιδιά της βρίσκονται μόνιμα στο εξωτερικό και οι δεσμοί τους έχουν χαλαρώσει, ενώ η λύση ενός δικηγόρου της γεννά μακάβριες υποψίες για κακομεταχείριση της μητέρας της ή οικονομική εκμετάλλευση. Μέσα στο παραλήρημα του εγκλεισμού και του φόβου ότι η μητέρα της θα εγκαταλειφθεί αβοήθητη, οδηγείται σε μια ακραία απόφαση: για να τη γλιτώσει από το μαρτύριο της εγκατάλειψης, αποφασίζει ότι η μητέρα της πρέπει να πεθάνει πριν από εκείνη. Γίνεται, λοιπόν, ο δολοφόνος της ίδιας της μάνας, προσφέροντάς της έναν ανώδυνο θάνατο. Αφού την κηδεύει μόνη, παίρνει μια βαλίτσα και εισάγεται στο νοσοκομείο. Χωρίς να ειδοποιήσει τα παιδιά της, έχοντας μόνο μια πικρή σκέψη αγάπης γι’ αυτά, μπαίνει «στην τρύπα του νοσοκομείου» έτοιμη να αναμετρηθεί με τη δική της μοίρα.
Τελικά όλοι οι ήρωες της δημιουργού, είτε τους δίνει όνομα είτε όχι, φαίνεται ότι παλεύουν για να καλύψουν μία ανάγκη τους: την ανάγκη να δώσουν και να δοθούν και το ατελέσφορο που εισπράττουν ως αντάλλαγμα· την ανάγκη να απεκδυθούν τον ρόλο που τους έχει ανατεθεί να υποδύονται και να ζήσουν με το καθαρό τους πρόσωπο· την ανάγκη να τα βγάλουν πέρα ακόμη κι όταν είναι με την πλάτη στο πάτωμα κι αδύναμοι να σηκωθούν· την ανάγκη να μη νιώθουν ότι εγκαταλείπονται ή ότι εγκαταλείπουν· την ανάγκη να νιώσουν ότι μπορούν να αγαπηθούν αλλά και να αγαπήσουν· την ανάγκη τους να μη νιώθουν φόβο από οποιοδήποτε τέρας κατά καιρούς κατακλύζει την ανθρωπότητα κι ενσπείρει τον τρόμο, ακινητοποιώντας τα «θέλω» και επιβάλλοντας τα «πρέπει», τσαλαπατώντας τα όνειρα και στυλώνοντας την αμφιβολία για το αύριο· την ανάγκη τους να μη νιώθουν τέρατα όταν αποκλίνουν από τα «πρέπει» κι ακολουθούν τα «θέλω» τους· την ανάγκη τους να διώξουν το τέρας που καταδιώκει την ανθρωπινότητά τους.
Στο διήγημα με τίτλο «Η Συνήθεια» παρουσιάζεται η καθημερινότητα ενός εγωκεντρικού άνδρα, άνω των πενήντα ετών, ο οποίος ζει απόλυτα υποταγμένος στις μικρές, απαράλλακτες συνήθειές του. Η σύντροφός του (η οποία αναφέρεται απλώς ως «η σχέση») υπομένει στωικά την παντελή έλλειψη ενσυναίσθησης, την αδιαφορία και την ανευθυνότητά του. Ο ήρωας λειτουργεί ως ένας «βολεμένος» ενήλικας που αποφεύγει τις ευθύνες και αντιμετωπίζει τη σύντροφό του σαν υποκατάστατο μητέρας. Η ιστορία κορυφώνεται με την αποκάλυψη της συναισθηματικής του αποσύνδεσης, καθώς εκείνος παραμένει εγκλωβισμένος στον μικρόκοσμό του, αφήνοντας τη γυναίκα που υποτίθεται ότι αγαπά εντελώς μόνη, ακόμη και όταν εκείνη υποφέρει σωματικά ή ψυχικά.
Ολοκληρώνοντας αυτή τη συνομιλία της δημιουργού με τα δημιουργήματά της, θα θέλαμε να σταθούμε με ιδιαίτερο ενδιαφέρον στο προτελευταίο διήγημα της Συλλογής με τίτλο «Δε φταίω εγώ», το οποίο θίγει με πολύ συγκινητικό αλλά και ρεαλιστικό τρόπο θέματα όπως το κοινωνικό βάρος που υφίστανται οι γυναίκες για να παραμείνουν «νέες» και «ευχάριστες», την εργασιακή ανασφάλεια και τον ηλικιακό ρατσισμό, την καραντίνα όχι ως φυλακή, αλλά ως ευκαιρία αποβολής των κοινωνικών προσωπείων και επιστροφής στην αυθεντικότητα του εαυτού μας.
Το διήγημα παρακολουθεί την εσωτερική και εξωτερική μεταμόρφωση μιας μεσήλικης εργαζόμενης γυναίκας απέναντι στο αναπόφευκτο πέρασμα του χρόνου και τη γήρανση. Στο πρώτο μέρος, η ηρωίδα δίνει μια καθημερινή μάχη με τον χρόνο. Για να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της δουλειάς της και στα κοινωνικά πρότυπα, ξυπνά όλο και νωρίτερα, ενώ χρησιμοποιεί το αυτοκίνητό της ως «σταθμό» μακιγιάζ. Με τον τρόπο αυτό, προσπαθεί να κρύψει τις ρυτίδες, την αγωνία της και το γεγονός ότι μεγαλώνει σε ένα εργασιακό περιβάλλον που την προσπερνά. Η καμπή έρχεται όταν η ηρωίδα κουράζεται να αντιμάχεται το ακατόρθωτο και αποφασίζει να αφεθεί. Συνειδητοποιεί ότι η γήρανση δεν επηρεάζει μόνο την εξωτερική της εμφάνιση (το «έξω»), αλλά προχωρά βαθιά στο σώμα, τον οργανισμό και τον εσωτερικό της κόσμο (το «μέσα»). Σταδιακά, εγκαταλείπει όλες τις μικρές καθημερινές διορθωτικές της συνήθειες, τα καλλυντικά, ακόμα και τα ιατρικά και προστατευτικά εξαρτήματα. Ο μόνος της φόβος παραμένει η σωματική παρακμή και η απώλεια της αυτοεξυπηρέτησης. Η περίοδος του δίμηνου εγκλεισμού (λόγω της πανδημίας) λειτουργεί για εκείνη ως ευλογία και λύτρωση. Δουλεύοντας αποτελεσματικά από το σπίτι, απαλλάσσεται οριστικά από το άγχος του ντυσίματος, του μακιγιάζ και της κοινωνικής υποκρισίας. Όταν επιστρέφει στο γραφείο, οι συνάδελφοί της δυσκολεύονται να την αναγνωρίσουν: αντικρίζουν μια γυναίκα με κοντά, φυσικά λευκά μαλλιά, εντελώς άβαφη, αλλά πεντακάθαρη, ήρεμη και αυθεντική. Έχοντας πετάξει οριστικά τη μάσκα της νεότητας, αποδέχεται το πέρασμα του χρόνου, γνωρίζοντας ότι η επόμενη «διορθωτική μάσκα» που θα της φορεθεί θα είναι πια εκείνη του θανάτου.
H σύγκρουση, βασικό στοιχείο της πλοκής γενικότερα στη λογοτεχνία, συνιστά και στην περίπτωσή μας κομβικό δομικό στοιχείο για την εξέλιξη της εκάστοτε ιστορίας. Μόνο που η σύγκρουση αυτή είναι αφενός πολυδιάστατη αφετέρου σιωπηλή, ανεκδήλωτη. Με άλλα λόγια, οι ήρωες της Μήττα φαίνεται να έχουν εσωτερικεύσει ως κανονικότητα την καταπίεση των κοινωνικών «πρέπει» κι έτσι αυτή η σύγκρουση με την εγκαθιδρυμένη κοινωνική συνθήκη μετακυλίεται σε μια σύγκρουση με τους άλλους, η οποία ωστόσο και πάλι συμπιεσμένη στα γρανάζια του κώδικα της ψευδοηθικής αλλάζει μορφή, για να μετασχηματιστεί τελικά σε σύγκρουση με τον εαυτό. Ακόμη κι αυτή η σύγκρουση όμως μένει ανείπωτη, δεν εξωτερικεύεται, δεν εκφράζεται, δεν συνειδητοποιείται από τους ήρωες, με αποτέλεσμα οι ήρωες αυτοί να καθίστανται τραγικά πρόσωπα όχι λόγω των διλημμάτων και των συγκρούσεων που τους ταλανίζουν, αλλά λόγω της αδυναμίας τους να αντιληφθούν το δίλημμα και να βρουν δρόμο για την ανοιχτωσιά, της αδυναμίας τους να ξεφύγουν από τα δίχτυα της συνήθειας και της βολής.
Χαρακτηριστικά που έχουν τη σημασία τους στη διηγηματογραφία της Μήττα είναι ο συμβολισμός/η αλληγορία του λόγου, η γραμμικότητα του χρόνου, το ανοιχτό ή το μη-τέλος. Ως προς το πρώτο, ο αναγνώστης διαβάζει ιστορίες στις οποίες χαρακτήρες, πράγματα και δράσεις συμβολίζουν καθολικότερες έννοιες και ιδέες, κρύβοντας το πραγματικό τους νόημα πίσω από μια επιφανειακή εικόνα. Σε αυτό το πλαίσιο, συχνά οι ήρωες μένουν δίχως όνομα ή το όνομά τους είναι ασαφές ακόμη και για την ίδια την αφηγήτρια, καθώς στο πρόσωπό τους αντικατοπτρίζεται ο κάθε ήρωας της ζωής. Άλλοτε πάλι, κατονομάζονται ρητά –η κυρία Αθηνά, η Κυράννα, η κυρά Νίτσα, η Ελένη, η Αλόπη–, γιατί μέσα από τη συγκεκριμενοποίηση του προσώπου καθίσταται ευκολότερη η επίδοση ενός ρεαλιστικού πλαισίου στη συνθήκη που περιγράφεται. Με λίγα λόγια, ακόμη και οι ήρωες με ονομαστική ταυτότητα λειτουργούν ως σύμβολα κοινωνικών ομάδων. Με τον τρόπο αυτό, ο αναγνώστης προσκαλείται σε μια ενεργητική ανάγνωση, επιχειρώντας συνεχείς αποκωδικοποιήσεις των παραλληλισμών που η συγγραφέας τεχνηέντως έχει εντοπίσει και εκφράσει.
Οι ήρωες της Μήττα για τον αναγνώστη χαρακτηρίζονται από το ά-χρονο και το ά-τοπο, από μια αοριστία ή μια μακρινή συγκεκριμενοποίηση που δημιουργεί μια ασφαλή απόσταση. Κατά συνέπεια, δεν επιχειρείται εξαρχής η ταύτιση και είναι ευχερέστερη η προσέγγιση – πιο εύκολα εγκύπτουμε σε ένα πρόβλημα που δεν μας αφορά άμεσα. Στη συνέχεια, ωστόσο, ο αλληγορικός λόγος ξεκινά να λειτουργεί υποδόρια και το ά-χρονο και ά-τοπο από μη υπαρκτό κι αόριστο καθίσταται απλώς οικουμενικό, και κάπου εκεί ο αναγνώστης αποκτά την αίσθηση του ανήκειν. Σε αυτό το πλαίσιο, η απουσία ταυτολογικών και, κυρίως, χωροχρονικών προσδιορισμών δεν έγκειται στην ανάγκη αποστασιοποίησης του αναγνώστη από την εκάστοτε παθογένεια αλλά στην ανάγκη ανώδυνης ενσωμάτωσης σε αυτήν. Με λίγα λόγια, το κρυπτογραφημένο μήνυμα παραμένει πάντα εκεί, βαθιά κρυμμένο πίσω από τα πρόσωπα και τις καταστάσεις, μα η ανακάλυψή του από τον αναγνώστη είναι ένας λυτρωτικός μα και τραγικός, συνάμα, μονόδρομος.
Όσον αφορά τη γραμμικότητα του χρόνου, η Μήττα σπάει τα συμβατικά δεδομένα που θέλουν τις αναχρονίες απαραίτητο συστατικό ενός καλού διηγήματος. Ο χρόνος τρέχει μπροστά και οι ήρωες τον ακολουθούν σπασμωδικά κι αμήχανα, όπως ακριβώς συμβαίνει στη ζωή. Ας μη γελιόμαστε· η καλή λογοτεχνία, όταν ξέρει να παρακολουθεί την αλήθεια της ζωής, δεν χρειάζεται προκατασκευασμένες τεχνικές για να αποφύγει να καταστεί ανιαρή. Η συγγραφέας παρακολουθεί τον ασθματικό βίο των ηρώων, που βαίνουν ολοταχώς σε ένα μη-τέλος, καθώς απλώς περιδινίζονται σε έναν φαύλο κύκλο. Κι έτσι φτάνουμε στο άλλο χαρακτηριστικό των διηγημάτων της Μήττα, που είναι το ανοιχτό, ή καλύτερα το «μη-τέλος». Τούτος ο νεολογισμός έχει τη σημασία του: το ανοιχτό τέλος σημαίνει ότι η ιστορία ολοκληρώνεται χωρίς να δίνονται οριστικές απαντήσεις, λύσεις στα προβλήματα των ηρώων ή μια ξεκάθαρη έκβαση. Ο συγγραφέας, δηλαδή, αφήνει σκόπιμα αδιευκρίνιστη την τύχη των χαρακτήρων, ενθαρρύνοντας τον αναγνώστη να φανταστεί τη συνέχεια ή να ερμηνεύσει τα γεγονότα με βάση τις δικές του εμπειρίες και αξίες. Στην περίπτωση αυτή ο συγγραφέας περισσότερο θέτει ερωτήματα παρά δίνει απαντήσεις, μετατοπίζοντας το κέντρο βάρους από την πλοκή στην ερμηνεία, δίνοντας έμφαση στην εμπειρία της ανάγνωσης και όχι μόνο στην έκβαση της ιστορίας. Τι συμβαίνει, ωστόσο, όταν το τέλος δίνει την εντύπωση ότι είναι ανοιχτό, αλλά ουσιαστικά αυτοαναιρείται; Δηλαδή, υπάρχει, για να τονίσει ότι ο κοινωνικός και προσωπικός εκφυλισμός δεν έχει τέλος και η εμπλοκή μας στα γρανάζια του είναι αδιέξοδη; Για να τονίσει ότι ακόμη και να θέλει ο αναγνώστης να γράψει το δικό του τέλος, αυτό είναι αδύνατον. Γιατί είναι απλώς αδύνατον να ξεφύγει από τα δίχτυα της αλλοτρίωσης.
Όλα αυτά, λοιπόν, σημαίνουν ότι μέσα στα διηγήματα κρύβεται ένα απαισιόδοξο μήνυμα από τη συγγραφέα; Κι εδώ έρχεται η απάντηση που αφορά τον τρόπο με τον οποίο ένας λογοτέχνης ή μια λογοτέχνιδα σήμερα επιδιώκει να ταρακουνήσει τα βαλτώδη κοινωνικά νερά. Η Δήμητρα Μήττα προσφέρει ένα μη-τέλος στον αναγνώστη, μία αδιέξοδη πλοκή προς την οποία οι ήρωες –και πίσω από αυτούς και όλοι εμείς– αιτιοκρατικά κινούνται. Ο λόγος, πιστεύουμε, είναι ότι μόνο όταν παγιδευτεί και στριμωχτεί άσχημα ο αναγνώστης και όταν φτάσει στην α-πορία –δηλαδή στην απουσία περάσματος–, μόνο τότε είναι που νιώθει, όπως γράφει κι ο Αριστοτέλης στο έργο του Μετά τα Φυσικά (993a30, κ.ε.), σαν μια διάνοια δεμένη που επιδιώκει λύση (λύσιμο). Αν με αυτόν τον τρόπο η ἀπορία γίνεται αφετηρία φιλοσοφικής αναζήτησης για τον Σταγειρίτη, για τη Μήττα τούτη η απορία είναι το μοναδικό εναπομείναν εργαλείο, που μπορεί να γίνει αφετηρία προσωπικής και κοινωνικής αλλαγής.
Πριν, λοιπόν, διαβάσει κανείς το βιβλίο, αλλά κυρίως μετά την ανάγνωσή του, ας αφιερώσει λίγο χρόνο να υποβάλει στον εαυτό του την ερώτηση του τίτλου, Εσύ πού ήσουν;, επιχειρώντας έναν απολογισμό για τις αδικαιολόγητες απουσίες που σημείωσε στο ημερήσιο 24ωρο απουσιολόγιο της ζωής.
(*) Τάνια Ζουρνατζή, φιλόλογος, Ισιδώρα Μάλαμα, φιλόλογος
Δήμητρα Μήττα, 2026, Εσύ που ήσουν; Εκδόσεις Ειρήνη






















