του Θανάση Μήνα
Το Πιερ, ή οι αμφισημίες είναι πρώτα απ’ όλα ένα φιλοσοφικό μυθιστόρημα με γοτθική ατμόσφαιρα Νέας Αγγλίας και μεγάλη ψυχολογική ένταση. Περιστρέφεται γύρω από τον ιδεαλιστή νεαρό αριστοκράτη Πιερ Γκλεντίνινγκ. Για να προστατεύσει την τιμή του εκλιπόντος πατέρα του, ο Πιερ προσποιείται έναν γάμο με την Ίζαμπελ Μπάνφορντ -μια γυναίκα που ισχυρίζεται ότι είναι η ετεροθαλής αδερφή του. Αυτό καταστρέφει τη ζωή του, οδηγώντας τον στη δυστυχία και τελικά στον θάνατο.
Σε ό,τι αφορά την ιστορία της έκδοσης του βιβλίου, διαβάζουμε στον επίσημο ιστότοπο melville.org:
«Η πρώτη αμερικανική έκδοση δημοσιεύθηκε στις 6 Αυγούστου 1852 από τις εκδόσεις Harper & Brothers, στη Νέα Υόρκη. (Ήταν) Δεμένη και διανεμήθηκε στην Αγγλία τον Νοέμβριο του 1852 από τις εκδόσεις Sampson Low, Son & Co., Λονδίνο. Μια δεύτερη αμερικανική έκδοση περίπου 260 αντιτύπων τυπώθηκε το 1855, μετά από πυρκαγιά στην αποθήκη των Harpers που κατέστρεψε το μεγαλύτερο μέρος του εναπομείναντος αποθέματος της πρώτης έκδοσης».
Είναι αξιοσημείωτο ότι δεν υπήρξε αυτόνομη βρετανική έκδοση του βιβλίου, γεγονός που οπωσδήποτε οφείλεται στην χλιαρή έως αρνητική υποδοχή από τους Βρετανούς κριτικούς του ταξιδιωτικού περιπετειώδες ρομάντζου Μάρντι (1849) και του Μόμπι Ντικ (1851). Ο Άγγλος εκδότης του Μέλβιλ, ο Ρίτσαρντ Μπέντλεϊ, αρνήθηκε να δημοσιεύσει οτιδήποτε δικό του, εκτός αν ο συγγραφέας του επέτρεπε να «κάνει ή να αναθέσει σε έναν συνετό λογοτεχνικό φίλο τις τροποποιήσεις που είναι απολύτως απαραίτητες για να εκτιμηθεί σωστά ο Πιερ [στη Μεγάλη Βρετανία]». Ο Μέλβιλ αρνήθηκε.
Αντιμετωπίζοντας εξαιρετικά αμφιλεγόμενα ζητήματα όπως η αιμομιξία και ο ηθικός σχετικισμός, και χλευάζοντας άγρια το αμερικανικό λογοτεχνικό κατεστημένο, ο Πιερ και ο συγγραφέας του δέχτηκαν επίθεση από κριτικούς. Οι πωλήσεις ήταν πολύ χαμηλές, και ο συνδυασμός της αποτυχίας και της εχθρότητας των κριτικών προκάλεσε νευρικό κλονισμό στον Μέλβιλ. Σίγουρα επηρέασε την προσέγγισή του, αναγκάζοντάς τον να στραφεί στη συγγραφή σύντομων δημοσιογραφικών κειμένων, πριν επιχειρήσει ένα τελευταίο ολοκληρωμένο μυθιστόρημα με το A Confidence Man του 1857 (στα ελληνικά έχει αποδοθεί ως Ο μεγάλος απατεώνας, Πατάκης, 2021).
Ο δεκαεννιάχρονος Πιερ Γκλεντίνινγκ είναι ο τελευταίος άρρεν κληρονόμος μιας διακεκριμένης οικογένειας στρατιωτικών της Αμερικανικής Επανάστασης, οι οποίοι κατόπιν «διακρίθηκαν» στις σφαγές των αυτοχθόνων. Με σύντομες νύξεις, ο Μέλβιλ μας υπενθυμίζει συχνά ότι ο πλούτος της οικογένειας οφείλεται στη βία. Ο Πιερ ζει σε μια αγροτική περιοχή των Σαντλ Μέντοουζ, στην Πολιτεία της Νέας Υόρκης, με την στοργική χήρα μητέρα του, που παραμένει μια τοπική καλλονή. Σχεδόν φλερτάρει με την επιβλητική μητέρα του, στην οποία απευθύνεται ως «αδελφή» και αυτή με τη σειρά της τον προσφωνεί «αδελφό». Είναι αρραβωνιασμένος με την όμορφη, ξανθιά Λούσι Τάρταν. Μέχρι εδώ, σαν να βρισκόμαστε σε έναν βουκολικό, αριστοκρατικό παράδεισο. Η πρόζα του Μέλβιλ σε αυτά τα αρχικά επεισόδια είναι μια εξαιρετικά εύπεπτη και φλύαρη μίμηση της συναισθηματικής μυθοπλασίας, αν και προδίδει σατιρικές προθέσεις – για παράδειγμα, προς τον θεσμό της οικογένειας ή προς τον ρομαντικό έρωτα.
Όλα δείχνουν να κυλούν ήρεμα, σχεδόν προμελετημένα στη ζωή του Πιερ, ώσπου λαμβάνει ένα γράμμα από μια μυστηριώδη γυναίκα ονόματι Ίζαμπελ Μπάνφορντ, η οποία αποκαλύπτει ότι είναι καρπός της προγαμιαίας σχέσης του πατέρα του. Ο Πιερ αποφασίζει να κάνει «το σωστό» και να αναγνωρίσει την Ίζαμπελ. Για να προστατεύσει τη φήμη του πατέρα του και να αποφύγει ένα σκάνδαλο, εγκαταλείπει την περιουσία του και προσποιείται έναν γάμο με την Ίζαμπελ. Αποξενώνεται έτσι από τη μητέρα του, η οποία τελικά τον αποκληρώνει. Ο Πιερ, η Ίζαμπελ και μια ατιμασμένη υπηρέτρια, η Ντέλι, μετακομίζουν μετά από κόπους στη Νέα Υόρκη. Ο Πιερ προσπαθεί να εργαστεί ως επαγγελματίας συγγραφέας, αλλά αντιμετωπίζει τρομερές δυσκολίες, ψυχολογικά βασανιστήρια και φτώχεια. Η Λούσι τελικά μετακομίζει μαζί τους, ισχυριζόμενη ότι είναι ξαδέρφη του Πιερ, με αποτέλεσμα μια αμφιλεγόμενη, ψευδο-αιμομικτική διαβίωση. Οδηγημένος στα άκρα από την εχθρότητα των πρώην φίλων του και την απόρριψη του εκδότη του, ο Πιερ πυροβολεί τον ξάδερφό του Γκλεν Στάνλεϊ, ο οποίος ήταν ερωτευμένος με τη Λούσι. Ακολουθεί η τραγική κορύφωση του δράματος.
Στην εποχή του, οι κριτικοί δεν στάθηκαν καθόλου φιλικοί προς το μυθιστόρημα:
«Οι χαρακτήρες είναι παράλογα παράδοξοι και υπερβολικά υπερβολικοί. Τα περιστατικά είναι αδύνατα, στην πραγματική ζωή, και ολόκληρο το βιβλίο είναι εντελώς ανάξιο της ιδιοφυΐας του κ. Μέλβιλ […] Νιώθει περισσότερο άνετα με τις πολλαπλές περιπλοκές της εξάρτισης ενός πλοίου παρά με τις λεπτότητες των ψυχολογικών φαινομένων». –Washington National Era, 19 Αυγούστου 1852
Πριν γράψει τον Πιερ, ο Μέλβιλ φέρεται να διάβασε κείμενα του Ζαν-Ζακ Ρουσσώ και του του Τόμας Καρλάιλ, καθώς και τις Εξομολογήσεις ενός Άγγλου οπιομανούς του Τόμας ντε Κουίνσι. Ωστόσο, δύο άλλα έργα θα αποτελούσαν τα σημεία αναφοράς για τους περισσότερους φιλοσοφικούς στοχασμούς που αναπτύσσει ο συγγραφέας: ο Άμλετ και η Θεία Κωμωδία.
Οι «αμφισημίες» στον τίτλο του βιβλίου, που δεν είναι άλλες από τις αντιφάσεις στην ψυχοσύνθεση του κεντρικού χαρακτήρα, προσιδιάζουν στη διστακτικότητα και στην εσωτερική σύγκρουση ανάμεσα στο καλό και στο κακό του πρίγκηπα της Δανιμαρκίας. Το δε κείμενο του Δάντη λειτουργεί περίπου ως ηθικός κώδικας για το μυθιστόρημα του Μέλβιλ: η διαλεκτική ανάμεσα στην αμαρτία, την τιμωρία και την εξιλέωση. Είναι επίσης ενδιαφέρον το ό,τι ένας προτεστάντης συγγραφέας από τη Νέα Αγγλία, ο οποίος ανατράφηκε με «σκληρή» καλβινιστική εκπαίδευση, εμπνεύστηκε από ένα κείμενο συνδεδεμένο με τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία. Όμως η Θεία Κωμωδία, λόγω τις κριτικής που ασκεί ο συγγραφέας της στον καθολικό κλήρο, είχε θεωρηθεί πρόδρομος της Μεταρρύθμισης από προτεστάντες θεολόγους όπως ο Τζον Μπέιλ. Εξάλλου και ο προτεσταντισμός του ίδιου του Μέλβιλ ήταν γεμάτος αμφιβολίες (ή αμφισημίες), γεγονός που αποτυπώθηκε στον χαρακτήρα του καπετάνιου Αχαάβ του Μόμπι Ντικ.
Ο Πιερ αποφασίζει ότι δεν πρέπει να απομακρυνθεί από την πρόκληση που θέτει η ύπαρξη της χαμένης αδερφής. Αν αναγνώριζε την αδερφή του, θα έφερε ντροπή στην οικογένειά του κατηγορώντας έμμεσα τον νεκρό πατέρα του για μοιχεία, πάνω στο πορτρέτο του οποίου ο ήρωας συχνά στοχάζεται στο δωμάτιό του. Έτσι φέρεται να αποφασίζει να σώσει τα αγαπημένα του πρόσωπα προσποιούμενος ότι παντρεύτηκε την Ίζαμπελ για να αποτρέψει την αποκάλυψη της αλήθειας για την καταγωγή της. Το γεγονός ότι ο Πιερ και η Ίζαμπελ μπορεί να τρέφουν περισσότερα από οικογενειακά συναισθήματα ο ένας για τον άλλον υπονοείται όσο το επιτρέπουν τα βικτωριανά πρότυπα. Ο Μέλβιλ τα προκαλεί ακόμα περισσότερο με τον ερχομό στη Νέα Υόρκη της Λούσι, η οποία, παρασυρμένη από τον μάταιο έρωτά της, προτείνει να συμβιώσει στο ίδιο σπίτι με τον Πιερ και την Ίζαμπελ – προφανώς κάτι ανήκουστο για τα ήθη της εποχής εκείνης, και όχι μόνο.
Στη Νέα Υόρκη, ο Πιερ αποκηρύσσεται επίσης από τον πλούσιο αστό ξάδερφό του, και ως εκ τούτου αναγκάζεται να εγκατασταθεί σε μια παλιά εκκλησία που έχει μετατραπεί σε μποέμικο κοινόβιο αποτυχημένων συγγραφέων. Γεγονός που επιτρέπει στον Μέλβιλ να αφιερώσει αρκετές σελίδες χλευάζοντας τις μόδες της εποχής, όπως τον υπερβατισμό και τις φιλοσοφικές πρωτοπορίες που παρελαύνουν υπό τη σημαία του γερμανικού ιδεαλισμού. Εγκαταλείποντας την πλοκή, ο Μέλβιλ καταφεύγει σε μια πολυσέλιδη σάτιρα του εμπορίου βιβλίων και του φιλισταϊσμού που θεωρεί ότι επικρατεί στους κύκλους της λογοτεχνίας. Λαμβάνοντας υπόψη την τύχη του συγγραφέα -ο Πιερ θα σηματοδοτούσε το τέλος της συγγραφικής του επιτυχίας και ο ίδιος δεν θα αναγνωριζόταν καθολικά παρά μόνο μια γενιά μετά τον θάνατό του- αυτή η σάτιρα είναι μαζί αστεία και διπλά θλιβερή. Συνιστά, ωστόσο, μια μεγάλη παρέκκλιση από την κύρια ιστορία, όσο και από την ψυχολογική εστίαση του μυθιστορήματος, και εδώ ακριβώς εδράζεται η φήμη του Πιερ ως «δυσανάγνωστου».
Ο Μέλβιλ πίστευε ότι έγραφε ένα οικογενειακό, συναισθηματικό γοτθικό μυθιστόρημα, του οποίου η αναμενόμενη επιτυχία θα αντιστάθμιζε τη χασούρα που είχε από τα πειράματα του Μάρντι και του Μόμπι Ντικ. Ενώ έστησε μια μακάβρια και μελοδραματική πλοκή, παρόμοια μ’ αυτή των δημοφιλών μυθιστορημάτων, και την εμπλούτισε με λυρικούς τόνους, εντούτοις δεν μπόρεσε να κρύψει κάτω από το ανώδυνο συναίσθημα τη μηδενιστική επίθεσή του στις οικογενειακές αξίες, την πλουτοκρατία, το αμερικανικό ταξικό σύστημα, το εμπόριο των ιδεών και τελικά, όπως και στην τραγωδία του Αχαάβ, την ίδια την ανθρώπινη φύση και τον κόσμο που δημιούργησε.
Χέρμαν Μέλβιλ, Πιερ, ή οι αμφισημίες, μτφρ. Σοφία Αυγερινού, Μάγμα, 2026























