γράφει η Βαρβάρα Ρούσσου
Αν δεν σφάλλω, ο φετινός Μάρτιος, του οποίου η 21η έχει καθιερωθεί ως Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης, υπήρξε ένας από τους πλουσιότερους σε ποιητικές εκδηλώσεις, αναγνώσεις και αφιερώματα, ενώ έως το τέλος του έπονται και άλλες, κυρίως σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη αλλά και ορισμένες επαρχιακές πόλεις. Η εικόνα αυτή δείχνει πράγματι μια πυκνή ποιητική κινητικότητα ταυτόχρονα όμως δεν παύει να υπενθυμίζει ότι το κύριο βάρος των ορατών και ηχηρών καλλιτεχνικών συμβάντων εξακολουθεί να στα μεγάλα αστικά κέντρα διαιωνίζοντας τη διαφορά κέντρου-περιφέρειας.
Η ίδια αυτή πληθωρική παρουσία της ποίησης στον δημόσιο χώρο του Μαρτίου επαναφέρει ένα ερώτημα που επιστρέφει επίμονα: γιατί να διαβάζουμε ακόμη ποίηση; Το ερώτημα δεν είναι ούτε καινούργιο ούτε αφελές. Κάθε φορά που η λογοτεχνία πιέζεται να αποδείξει τη χρησιμότητά της απέναντι στην πληροφορία, την ταχύτητα, την εικονολατρεία ή την τεχνοκρατική γλώσσα, η ποίηση καλείται σχεδόν απολογητικά να εξηγήσει την ύπαρξή της. Το ζήτημα με έκανε να ανασύρω και να ξαναδώ παλιότερα κείμενα του ξένου τύπου που είχαν μείνει στο συρτάρι μου εδώ και χρόνια και αφορούν στο ερώτημα αυτό. Δεν είναι τυχαίο μάλιστα ότι απασχόλησε ορισμένα έγκυρα αγγλόφωνα έντυπα, από το The Atlantic και το The New Yorker έως τον Guardian και τους Financial Times.
Η πιο εμβληματική παρέμβαση απ’ όσες κανακοίταξα παραμένει, ίσως, το δοκίμιο του Dana Gioia, «Can Poetry Matter?», που δημοσιεύθηκε στο The Atlantic το 1991. Παρά τα τόσα χρόνια που μεσολάβησαν και τις τόσο διαφορετικές συνθήκες το κείμενο έχει νόημα. Ο Gioia θέτει το ζήτημα με οξύτητα, αλλά όταν φτάνει στο κέντρο του θέματος, «γιατί χρειαζόμαστε την ποίηση;» το επιχείρημά του, αν και ισχυρό, δεν είναι επαρκές. Επιμένει κυρίως στη σημασία της ποίησης για τη γλώσσα: μια κοινωνία που χάνει την ικανότητα να προσέχει, να εκτιμά και να κρίνει τη δύναμη των λέξεων γίνεται ευάλωτη στον ρητορικό εκφυλισμό του δημόσιου λόγου. Αλλά αν η ποίηση ήταν πολύτιμη μόνο επειδή διατηρεί τη γλώσσα ενεργή, τότε παρόμοια υπεράσπιση θα μπορούσε να διατυπωθεί και για το μυθιστόρημα, το δοκίμιο ή τη φιλοσοφία. Το επιχείρημα είναι αναγκαίο, όχι όμως και ικανό και επιπλέον διδακτικό και εύκολο. Η ποίηση δε συνδέεται μόνο τη γλωσσική εγρήγορση αλλά από τη φύση της, ακόμη, και όταν είναι αφηγηματική, συμπυκνώνει την εμπειρία, διατηρεί και μεταδίδει συμπυκνωμένα, μαζί σκέψη, συναίσθημα, συν-κίνηση (με την έννοια του affect) και μετασχηματίζει τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τον χρόνο, τη μνήμη, το σώμα.
Κάπως εδώ ο Louis Menand, στο The New Yorker, είναι πιο καίριος, ακριβώς επειδή είναι πιο επιφυλακτικός. Στο «Can Poetry Change Your Life?» δεν καταφεύγει σε μεγάλες σωτηριολογικές βεβαιότητες. Ξεκινά, αντίθετα, από την αμηχανία με την οποία υπερασπιζόμαστε την αξία της ποίησης και από το γεγονός ότι η επίδρασή της δεν είναι ορατή αλλά συχνά έμμεση, βραδεία και δύσκολα μετρήσιμη. Αυτή η οπτική είναι ίσως πιο πειστική από μια απλή επίκληση της «υγείας της γλώσσας»: η ίδια η φύση της ποίησης έχει την ικανότητα να μας συνοδεύει ακόμη και στην καθημερινότητα όπως ένα τραγούδι ακόμη κι αν δεν είναι έμμετρη. Εγκαθίσταται στην καθημερινότητα, ο στίχος πετάγεται αυτόματα εκεί που θεωρούμε ότι κολλάει και μετασχηματίζεται.
Από διαφορετική αφετηρία, ο Sean O’Brien στον Guardian υποστηρίζει ότι η ποίηση αξίζει ακριβώς επειδή είναι συχνά δύσκολη. Η δυσκολία της, για εκείνον, δεν είναι εμπόδιο αλλά πρόσκληση να κατοικήσουμε «αβεβαιότητες, μυστήρια, αμφιβολίες» αντί να τρέξουμε σε γρήγορα συμπεράσματα. Εδώ το επιχείρημα μετατοπίζεται από τη «χρησιμότητα» προς την άσκηση της προσοχής. Η ποίηση μας βγάζει από την κατανάλωση του άμεσου νοήματος και μας ζητεί να μείνουμε μέσα στην αμφισημία, στον υπαινιγμό, στη συμπύκνωση ιδίως σήμερα μπορεί να λειτουργεί ενάντια στην ταχύτητά μας. Η δυσκολία της δεν είναι μειονέκτημα αλλά αντίσταση. Κι όμως, ούτε αυτό αρκεί από μόνο του: δεν διαβάζουμε ποίηση μόνο επειδή είναι δύσκολη, ίσως μάλιστα γι αυτό την αποφεύγουν πολλά άτομα. Όμως, η ποίηση δεν είναι πάντα δύσκολη αλλά συχνά άμεσα αναγνώσιμη και με την αμεσότητα μεταφοράς του βιωματικού υλικού και τη συντομία της γίνεται ευθύβολη.
Ακόμη και το άρθρο των Financial Times με το ερώτημα αν η ανάγνωση ποιημάτων μπορεί να κάνει κάποιον καλύτερο ηγέτη είναι ενδεικτικό της σύγχρονης ανάγκης να βρεθεί για την ποίηση μια θέση μέσα σε έναν κόσμο εργαλειακών αξιών. Εκεί η ποίηση συνδέεται με τη διαύγεια, την ψυχική αντοχή, την ενσυναίσθηση και την ανεκτικότητα στην αβεβαιότητα. Είναι ενδιαφέρον ότι ακόμη και ένας κατεξοχήν οικονομικός και επαγγελματικός χώρος καταφεύγει στην ποίηση για να περιγράψει ό,τι λείπει από την καθαρά τεχνοκρατική σκέψη. Αλλά το κέρδος δεν είναι ότι η ποίηση μας κάνει «αποτελεσματικότερους». Είναι μάλλον ότι μας θυμίζει τα όρια της αποτελεσματικότητας ως μοναδικού μέτρου της ανθρώπινης αξίας και μας καλεί να αντισταθούμε σε αυτό, να μιλήσουμε γι αυτό να απομακρυνθούμε από αυτό.
Αν, λοιπόν, θέλουμε να απαντήσουμε σοβαρά στο γιατί να διαβάζουμε ποίηση, θα έπρεπε ίσως να συνθέσουμε όλα τα παραπάνω χωρίς να εγκλωβιστούμε σε κανένα μόνο από αυτά. Ή να βρούμε τα δικά μας επιχειρήματα ή και κανένα ακόμη γιατί τελικά ας γυρίσουμε το ερώτημα σε «γιατί να θέλει η ποίηση υπεράσπιση;».
Ας ξαναδούμε κάποιες από τις «ιδιότητες» της ποίησης ιδίως το να φέρνει γρηγορότερα, πιο συμπυκνωμένα, πιο άμεσα και ίσως γι’ αυτό πιο ηχηρά στον δημόσιο χώρο τη μνήμη, το τραύμα, τη νίκη, τον θυμό, τον ανατρεπτικό έρωτα, την εξορία εκείνων που για καιρό είχαν στερηθεί τη φωνή ή δεν είχαν τρόπο να αρθρώσουν. Ας δούμε την ποίηση ως αισθητικό πολιτικό κοινωνικό συμβάν, ως τελετουργία. Ίσως έτσι να μπορεί συχνά να βρίσκει ευκολότερα δρόμους προς τους νέους, τους νεότερους, ακόμη και τους πολύ μικρούς και να θυμίζει τη βαθιά συγγένειά της με τη μουσική, με τον ρυθμό, με την κίνηση, με τον χορό. Κάτι στη φύση της την κάνει να περνά γρηγορότερα από τη σελίδα στη φωνή και από τη φωνή στο κοινό βίωμα απ’ όπου εκκινεί.
Ίσως γι’ αυτό ο Μάρτιος επιστρέφει κάθε χρόνο με τόσες αναγνώσεις, απαγγελίες και αφιερώματα για να ξαναδώσει στον ποιητικό λόγο τη συλλογική, τελετουργική, συμμετοχική διάστασή του. Όχι επειδή χρειάζεται μια εθιμοτυπική γιορτή για να δικαιολογήσει την ύπαρξή της, αλλά επειδή ακόμη και τώρα, μέσα στην κόπωση του δημόσιου λόγου, εξακολουθούμε να αναζητούμε εκείνη τη μορφή γλώσσας που δεν μεταδίδει απλώς πληροφορία, αλλά ξανακάνει τον κόσμο αισθητό. Και αυτός είναι ίσως ο ακριβέστερος λόγος για να διαβάζουμε ποίηση: για να μάθουμε να συν-αισθανόμαστε.






















Στη χώρα μας, δημιουργείται μια πίεση “bottom up” να διαβάζεται ποίηση σε δημόσιες αναγνώσεις, γιατί ακριβώς γράφεται ποίηση – όσοι και όσες γράφουν είναι όλο και περισσότεροι/-ες. Ας προσπαθήσουμε λοιπόν να σκεφτούμε την ερώτηση “γιατί αισθανόμαστε (ακόμα) την ανάγκη να γράφουμε ποίηση;” – με το “όλο και περισσότερο” αντί για “ακόμα”.
Έχω την αίσθηση, ότι διαβάζουμε ακόμη ποίηση,ορισμένοι μετά μανίας μάλιστα,επειδή μας ακολουθεί από παλιά η ανάμνηση,πως αυτή είναι ο ηθικός φορέας μιας αλήθειας, που μας προφυλάσσει από τη σύγχυση.Αν και η εποχή του ιδεαλισμού έχει παρέλθει ,αυτή η ανάμνηση φαίνεται να παραμένει αναλοίωτη’ και η αλήθεια της ποίησης μοιάζει σήμερα ακόμα ποικιλόμορφη και ιδιαιτέρως αιχμηρή, όπως το απαιτούν οι περιστάσεις .Ειρήνη Κίτσιου.