Πέμπτη, 30 Απριλίου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ GRAPHIC NOVELS Graphic novel και ιστοριογραφική μεταμυθοπλασία : η περίπτωση της ‘Βαβέλ’ του Soloup...

Graphic novel και ιστοριογραφική μεταμυθοπλασία : η περίπτωση της ‘Βαβέλ’ του Soloup (της Κατερίνας Προκοπίου)

0
265

 

της Κατερίνας Προκοπίου (*)

 

                                                                                                                         Ο κόσμος είναι το χειρόγραφο ενός άλλου,                                                                                                                               μόνον η ύπαρξη τον αποκρυπτογραφεί.                                                                                                                                                                   Karl Jaspers

Ο Soloup και αυτή τη φορά (όπως στο ‘Αϊβαλί’) δημιουργεί έναν πολυφωνικό κόσμο, μία κειμενική Βαβέλ, με πολλά «διακείμενα», το νόημα του οποίου κατασκευάζεται μέσω της αλληλεπίδρασής του με άλλα κείμενα (μύθους, εικαστικά έργα, φιλοσοφικά κείμενα, κινηματογραφικά έργα, κόμικς, ιστορικά ντοκουμέντα, φωτογραφίες, τραγούδια). Αυτά τα ‘διακείμενα’  μεταφέρουν στο προσκήνιο μηνύματα ενός άλλου χωροχρόνου, γι αυτό προϋποθέτουν έναν αναγνώστη  ενεργό, που θα πρέπει να διαθέτει επαρκείς ικανότητες, να τα αποκωδικοποιήσει και να τα επανανοηματοδοτήσει στα νέα συμφραζόμενά τους.  Η διακειμενικότητα προσδίδει στην αφήγηση νέες δυνατότητες, καθώς ανοίγει έναν διαλογο με τον αναγνώστη μέσα από την ‘ειρωνική αντίστοιξη’ αυθεντικού και πεποιημένου, μυθοπλασίας και εξωμυθοπλαστικής πραγματικότητας.

Στο πρώτο κεφάλαιο, Γένεσις, ο Soloup αρχίζει το έργο του με μια σατιρική εκδοχή, με μια εικονογραφημένη επανακειμενοποίηση (re-textualization) σε  graphic novel του πρώτου βιβλίου της Βίβλου, της ‘Γένεσης’, μέχρι το κεφάλαιο ΙΑ΄. Εν αρχή, από τη δημιουργία του κόσμου, ο συγγραφέας τοποθετεί τη γένεση της ασυνεννοησίας των ανθρώπων. Επάνω στον Μύθο, στην αρχέγονη αφήγηση, θα φέρει  και θα κουμπώσει στη συνέχεια την υποκειμενική του έρευνα και ερμηνεία των γεγονότων, μετουσιώνοντάς τες σε πλοκή του graphic novel του. Θα φέρει και θα κουμπώσει πάνω στον Μύθο τα ιστορικά γεγονότα συνειρμικά, ακολουθώντας τη λειτουργία της μνήμης. Με την αφηγηματοποίηση και την ερμηνεία του ο συγγραφέας συνδέει τον Μύθο με την Ιστορία σε μια μετα-ιστορική ηροδότεια αφήγηση, σε μια ιστοριογραφική μεταμυθοπλασία, που συνδυάζει Ιστορία και μυθοπλασία. Οπτικοποιεί τη σύγκλιση μνήμης και τεκμηρίωσης, γεγονότος και μυθοπλασίας, δείχνοντας πώς το παρελθόν δεν ανακαλείται απλώς, αλλά ανακατασκευάζεται. Προς επιβεβαίωση αυτών, εν αρχή του graphic novel, στις πρώτες σελίδες, ταυτόχρονα με τη δημιουργία του κόσμου, δημιουργεί και το ‘ποιητικο εγώ’ του. Στο πρώτο σκίτσο του έργου υποδηλώνεται και ο ίδιος ως συνδημιουργός αυτού του κόσμου (βλέπε τις πολλαπλές συνυποδηλώσεις στο σκίτσο του δημιουργού Θεού – Σκεπτόμενου του Ροντέν, που κρατά πενάκι σκιτσογράφου).

Ο Soloup δημιουργεί ένα απροσδόκητο διακειμενικό πλέγμα, που οδηγεί, σε αντίθεση με το θέμα του (έλλειψη επικοινωνίας μεταξύ των ανθρώπων) στην υπόγεια επικοινωνία, με παιγνιώδη τρόπο, του συγγραφέα με τον αναγνώστη του. Παράλληλα με τη συνομιλία του με τη Βίβλο, ‘συνομιλεί’ – μέσω του σκίτσου και του αναγνώστη, που παραμένει από την αρχή μέχρι το τέλος ενεργός – με σημαντικά εικαστικά έργα, όπως με τον ‘Σκεπτόμενο’ του Ωγκίστ Ροντέν, τον Vitruvian Man του Leonardo da Vinci, με το έργο του Φρανθίσκο Γκόγια ‘Ο Κρόνος καταβρoχθίζει τον γιο του’, με τον ‘Πύργο της Βαβέλ’ του Φλαμανδού Πίτερ Μπρίγκελ του πρεσβύτερου. Παρωδεί τα έργα του Michelangelo ‘The Fall and Expulsion from Garden of Eden’ και ‘Η δημιουργια του Αδάμ’, το έργο του Βέλγου Ρενέ Μαγκρίτ  το ‘Ceci n’est pas une pipe’, καθώς και την Πλάκα του Pioneer, που στείλαμε στο Διάστημα το 1972 ως μήνυμα της ανθρωπότητας προς εξωγήινους πολιτισμούς,σα να μη μας έφτανε η γήινη Βαβέλ μας.

Στο δεύτερο κεφάλαιο, Woof,  ο συγγραφέας ως χαρακτήρας πλέον του έργου αρχίζει το road movie της αναζήτησης των γεννητόρων του μέσα στις πόλεις (Σμύρνη, Θεσσαλονίκη, Βρυξέλλες) έχοντας ασαφείς μνήμες γι αυτούς, όπως  ‘Η Αλίκη στις πόλεις’ του Wenders. Ταυτόχρονα αναζητά τους φίλους του στο Βέλγιο, στις Βρυξέλλες, στην ανάποδη Βαβέλ των ορυχείων. Εκεί μπροστά στον ναό του Αγίου Ιωάννη του Βαπτιστή της Εκκλησίας των Μπεγκίνων, του υπερασπιστή των μεταναστών και των πολιτικών προσφύγων, θέτει, μέσα από τα σχήματα της αντίθεσης και της μεταφοράς, το φιλοσοφικό ζήτημα του ζώου ως  Άλλος, της ετερότητας, της σχέσης με τους άλλους, της ασυνεννοησίας.

Από τη δύσκολή θέση της ασυνεννοησίας (επιθετικά ‘αλλόγλωσσα’ σκυλιά) τον σώζει το σκίτσο ενός φοξ τεριέ, που παραπέμπει στον Μιλού του Τεντέν του Βέλγου Ερζέ. Με αυτή την ‘οπτική μεταφορά’ (φοξ τεριέ – κόμικς – επικοινωνία) ο συγγραφέας αυτοαναφορικά σχολιάζει την επικοινωνία συγγραφέα – αναγνώστη στη συνδημιουργία της νοηματοδότησης του graphic novel. Το κείμενο λειτουργεί ως διαδραστικό αντικείμενο, που απαιτεί το παιχνίδι και τη συμμετοχή του αναγνώστη και όχι ως τόπος αποκάλυψης του μηνύματος του συγγραφέα – αυθεντία. Επιπλέον το φοξ τεριέ, στην κουβέντα του με τον πρωταγωνιστή, μιλά αυτοαναφορικά για το ίδιο το έργο και αποκαλύπτει τον τρόπο κατασκευής του (σελίδα 59).

Εκτός της  αυτοαναφορικότητας, την πλασματικότητα του κόσμου του graphic novel αποκαλύπτει επίσης η αποσπασματικότητα της αφήγησης και η ειδολογική μείξη. Τα έξι κεφάλαια του graphic novel, που δίνουν την εντύπωση ασύνδετων μεταξύ τους αυτοτελών αφηγήσεων, δημιουργούν μια ιδιόμορφη ειδολογική διαμεσικότητα, καθώς κάτω από την ομπρέλα του graphic novel διαπλέκεται η ιερή μυθολογία της Βίβλου (πρώτο κεφάλαιο) με τις συνομιλίες φιλοσοφικών κειμένων, σειρών κόμικς, road movies (δεύτερο κεφάλαιο), με τη συνένετευξη (τρίτο κεφάλαιο), με  την ιστοριογραφική μεταμυθοπλασία ( τέταρτο κεφάλαιο), με το ντοκιμαντέρ (πέμπτο κεφάλαιο) και τη μουσική και τη φιλοσοφία (έκτο κεφάλαιο). Μια ειδολογική διαμεσικότητα, που καθιστά το graphic novel πεδίο διαλόγου και προϋποθέτει τον ενεργό αναγνώστη – συνδημιουργό, για να αποκαταστήσει με τη νοηματοδότηση τη συνεκτικότητα  των φαινομενικά ασύνδετων αφηγήσεων.

Στο τρίτο κεφάλαιο, Συνέντευξη με έναν Άγγελο, έχουμε αλλαγή του αφηγητή, ο κυρ Άγγελος, παλιός ανθρακωρύχος, δίνει συνέντευξη στη δημοσιογράφο φίλη του δημιουργού. Ο κυρ Άγγελος υμνεί το θαύμα της ζωής με διακείμενο έργα των Ιαπώνων καλλιτεχνών Hokusai και Hiroshige και με την ‘οπτική μεταφορά’ του όρους  Φούτζι ως σύμβολο ζωής, ομορφιάς και των γερανών ως σύμβολα μακροζωίας, αρμονίας. Καθώς ο Άγγελος εξηγεί το πώς οι άνθρωποι φτάσαμε από την επικοινωνία και τη συνεργασία στην ασυνεννοησία, στην επαναπαράσταση και εκ νέου νοηματοδότηση μέσω του σκίτσου του έργου ‘The Great Wave off Kanagawa’ ,  το όρος Φούτζι αντικαθίσταται από τον πύργο της Βαβέλ (σελ. 78) σε μια αντιτιθέμενη ‘συνομιλία’, ‘ειρωνική ασυνεννοησία’, θα λέγαμε, εικόνας και λόγου.

Στο τέταρτο κεφάλαιο, Βρυξέλλες, ο συγγραφέας προσπαθεί να ανασυνθέσει την ιστορία των γεννητόρων του μέσα από τις διαδρομές τους στις πόλεις Σμύρνη, Θεσσαλονίκη, Βρυξέλλες, Αθήνα. Βασίζεται στις πηγές του (η Ιστορία ως πλέγμα κειμένων), στα φωτογραφικά και κειμενικά (άδεια γάμου) ντοκουμέντα, που διαθέθει, και προσπαθεί να συνθέσει την ταυτότητά του ως κειμενική και διακειμενική κατασκευή, ακολουθώντας το είδος της ιστοριογραφικής μεταμυθοπλασίας. Συνδυάζει ιστορικά ντοκουμέντα και μυθοπλασία στην προσπάθειά του να ‘κατασκευάσει’ την ιστορία των γεννητόρων του, οι οποίοι ως ανώνυμοι ‘ηττημένοι’ (οι fallen angels του υπότιτλου) αποκλείστηκαν από το αφήγημα της επίσημης Ιστορίας. Χρησιμοποιεί τη μυθοπλασία, για να καλύψει τα κενά μεταξύ των ελάχιστων, αποσπασματικών φωτογραφικών και κειμενικών ντοκουμέντων, που διαθέτει, για να συνθέσει μια ‘ιστορία από τα κάτω’, μια ‘μικροϊστορία’, των παππούδων του και παράλληλα των ανθρακωρύχων του Βελγίου. Με τα σχόλια του σκύλου στις σελίδες, 104, 109, 113, ο συγγραφέας υιοθετεί άλλο ένα χαρακτηριστικό της ιστοριογραφικής μεταμυθοπλασίας τη χρήση της παρωδίας και του παιγνιώδους ύφους.

Στο πέμπτο κεφάλαιο, Pneumoconiosis, ο συγγραφέας δίνει με τον τρόπο του ντοκιμαντέρ μέσα από τη ‘μικροϊστορία’ του Άγγελου, τη σύγχρονη ιστορία της Ελλάδας και την ιστορία της πανσπερμίας των ανθρακωρύχων του Βελγίου.

Το πρώτο σκίτσο του έκτου και τελευταίου κεφάλαιου, Λευκά τριαντάφυλλα, αποτελεί οπτικοποίηση του υπότιτλου  When the fallen angels rise και φέρνει στο μυαλό μας συνειρμικά τα έργα του Wim Wenders ‘Wings of Desire’ και ‘Faraway, So Close!‘, με τους έκπτωτους αγγέλους να κυκλοφορούν μεταξύ των ανθρώπων και να στοχάζονται την αξία της ανθρώπινης ζωής.

Στο ελληνικό καφενείο των Βρυξελλών παρακολουθούμε μια παρέα συνταξιούχων ανθρακωρύχων, μεταναστών από διάφορες χώρες, να  αποχαιρετούν με ένα επικήδειο γλέντι, με τραγούδια του Καζαντζίδη, τον άρτι θανόντα φίλο τους, τον κυρ Άγγελο, και να αποκαλύπτουν το ΄θαύμα΄του, την ‘ανάποδη Βαβέλ’ της φιλίας. Στο σκίτσο της σελίδας 201 ο συγγραφέας αφιερώνει μια ολόκληρη σελίδα στον πύργο της ‘ανάποδης Βαβέλ’, το καφενείο, των fallen angels του υπότιτλου, που αναστήθηκαν και δε χάθηκαν στα έγκατα της ‘ασυνεννοησίας’ των ορυχείων του Βελγίου, χάρη στη συνειδητοποίηση του ‘θαύματος της ανάποδης Βαβέλ’.

 

Το ‘θαύμα της ανάποδης Βαβέλ’ μεταφράζει στα ελληνικά, στον συγγραφέα, ο αδέσποτος σκύλος του!  Στα δύο τελευταία καρέ του graphic novel κυριαρχεί η φιγούρα του σκύλου ως σύμβολο φιλίας. Εμείς, μέσα από το βλέμμα του σκύλου (του Άλλου). Μας κοιτάζει και ‘είμαστε’, γιατί η σχέση του εαυτού συνδέεται πάντα με την ετερότητα. Το βλέμμα του σκύλου δείχνει ότι τα σύνορα μεταξύ εμού και του άλλου, δεν είναι κλειστά, μπορούμε να τα διασχίσουμε, να νικήσουμε την ασυνεννοησία. Μας κοιτάζει και ‘είμαστε’. Εν ζωή. Αλλά, όπως υποδηλώνει το σκίτσο της σελίδας 202,  ‘είμαστε’ και μετά θάνατον χάρη στο βλέμμα του Άλλου.

 

(*) Η Κατερίνα Προκοπίου είναι φιλόλογος, Med

 

Solup, Babel, Ίκαρος

Προηγούμενο άρθροΌψεις του εμπορικού κινηματογράφου της δεκαετίας του 1980 (του Βαγγέλη Τζούκα)
Επόμενο άρθροΗ εσωτερική αναρρίχηση και το κυνήγι «Μιας αχόρταγης σκιάς» (της Όλγας Σελλά)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ