γράφει η Παναγιώτα Τυρπάνη (*)
Ο κόσμος μας είναι ποίηση λες.
(Σοφία Μιμιλίδου, «Ειδο-ποιήσεις»)
Κουβαλώντας στις αποσκευές της μία ποιητική συλλογή εφηβικών ανησυχιών, τις Απορίες Αθωότητας (2016),[1] η Σοφία Μιμιλίδου θα διανύσει μεγάλη απόσταση στον ποιητικό στίβο, μέχρι να προσφέρει στο κοινό της την προσφάτως εκδομένη δεύτερη ποιητική της συλλογή, τις Ειδο-ποιήσεις (2025).[2] Με το νέο αυτό εγχείρημα, η ποιητική φωνή της Σοφίας Μιμιλίδου θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι «ενηλικιώνεται», απομακρύνεται αισθητά από το πρώτο της φανέρωμα, χωρίς να το απαρνείται, αλλά χωνεύοντάς το σε μια προσπάθεια ωριμότερης αφομοίωσης και δημιουργικότερης ανασύνθεσης των ποιητικών της ερεθισμάτων. Η αξιοσημείωτη αυτή καλλιτεχνική εξέλιξη θα πρέπει βέβαια να συσχετιστεί με την ενημερωμένη θεωρητική σκευή της δημιουργού, τόσο ως φιλολόγου όσο και ως συστηματικής αναγνώστριας και μελετήτριας της κλασικής και σύγχρονης λογοτεχνικής παραγωγής. Απότοκο αυτής της εξέλιξης, το νέο πόνημά της, οι Ειδο-ποιήσεις, θα απευθύνουν έναν πικρό αποχαιρετισμό στην αμετάκλητα χαμένη παιδική και εφηβική ηλικία. Η απώλεια αυτή βιώνεται μέσα από διαψεύσεις των οραμάτων και ματαιώσεις προσδοκιών που οδηγούν την ποιήτρια σε δύσβατα μονοπάτια «ποιητικής ενηλικίωσης», διαγράφοντας μια πορεία μοναχική και συνάμα μεταμορφωτική.
Η πρώτη διάψευση που οδηγεί την ποίηση της Μιμιλίδου στην ενηλικίωσή της έχει να κάνει με την επώδυνη συνειδητοποίηση της διασαλευμένης σχέσης του σύγχρονου ανθρώπου με τη μητέρα φύση, η οποία θεματοποιείται κυρίως στην πρώτη υποενότητα της συλλογής με τίτλο «Επικίνδυνα καιρικά φαινόμενα». Οι διαστάσεις του οικολογικού προβληματισμού, εν προκειμένω, δεν περιορίζονται σε μια ηθικολογική καταγγελία της ακόρεστης ανθρώπινης επικράτησης επί του φυσικού περιβάλλοντος, αλλά επεκτείνονται σε καταστάσεις υπαρξιακά απειλητικές για την ανθρώπινη ζωή, οι οποίες εξαναγκάζουν το άτομο να περιχαρακωθεί ερμητικά στον φαινομενικά ασφαλή χώρο της οικίας του, προκειμένου να διασφαλίσει την επιβίωσή του. Η αναφορά στις ειδο-ποιήσεις των ελληνικών αρχών της πολιτικής προστασίας, που έχουν σκοπό να προφυλάξουν τους πολίτες από τις -πλέον καθόλου σπάνιες- ακραίες καιρικές συνθήκες, δίνει έναν επίκαιρο κοινωνικοπολιτικό χαρακτήρα σε μια αριστοτεχνικά δομημένη εδεμική έκπτωση. Παραθέτουμε ενδεικτικά:
Μου στέλνεις να τ’ αφήσουμε για σήμερα·
το κινητό σού έβγαλε ειδοποίηση
ότι στις έξι αναμένεται βροχή.
Μας την έσκασε πάλι ο Μάης,
άδικα έπλενα μπαλκόνια το πρωί·
ας βάλω μέσα τη μπουγάδα.
«Ανοιξιάτικη μπόρα|Σελ-φον» (σελ. 17)
Η οικολογική καταστροφή όμως τελικά ανάγεται σε ένα πολυσύνθετο φαινόμενο που συσχετίζεται άρρηκτα με τη διαφθορά της εξουσίας, το κυνήγι του χρήματος, τον υπερτουρισμό, την ακόρεστη βουλιμία του ανθρώπου για κέρδος και δύναμη. Το ποιητικό υποκείμενο κινείται στον χώρο του άστεως, σκιαγραφεί βροχερά σκηνικά («Βρεγμένη», «Ανοιξιάτικη μπόρα-Σέλ-φον»), πειραματίζεται στιχουργικά («Greek pride»), μεταπηδά από την ερωτική απογοήτευση («Βρεγμένη», «Φθινοπωρινό κρύωμα», «Ανοιξιάτικη μπόρα-Σέλ-φον») στη μετανάστευση εγκεφάλων («Πέταγμα»).[3] Η ματιά όμως γυρνά επίμονα προς τα μέσα, προς το ίδιο το ποιητικό υποκείμενο και τον ψυχισμό του, για να αποτυπώσει τον εσωτερικό παλμό και την ένταση των εσωτερικών του μεταπτώσεων. Παραθέτουμε σχετικό απόσπασμα:
Η σκάλα που ανεβαίνεις
είναι μια σκάλα
από νεκρά δελφίνια.
Είσαι άνθρωπος
Κι αυτό θα πει πως η πλαστική σου ζωή
είναι πολύ σημαντική.
Η καρδιά σου όσο μεγαλώνεις
αποκτά κουμπιά
που λογαριάζουνε το καθετί,
πόσα παίρνεις, πόσα δίνεις,
τι κρατάς και τι αφήνεις,
μόνο η νίκη και η ήττα ποτίζουν την ψυχή.
Λες πως υποφέρεις, μα
όλο σωπαίνεις,
δεν προλαβαίνεις να σκεφτείς
μ’ αυτή την πλαστική σακούλα στο κεφάλι σου,
που παραμορφώνει όσα βλέπεις,
που δεν σε σώζει απ’ τον σάπιο αέρα,
που σε κάνει να αναπνέεις τη δική σου αναπνοή,
που αμπαλάρει την κραυγή
και αριστοτεχνικά
σε πνίγει.
«Η σακούλα» (σελ. 25)
Μια δεύτερη διάψευση που θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε ότι σηματοδοτεί τη μετάβαση της γραφής της Μιμιλίδου σε μια ωριμότερη φάση ενηλικίωσης είναι ο τρόπος με τον οποίο βιώνεται η εμπειρία του θανάτου. Στις Ειδο-ποιήσεις, η επίμονη θανατολογία ανθρώπων —οικείων και μακρινών, ανώνυμων και επώνυμων, μυθικών και πραγματικών— δεν εκτοπίζεται στον ανώδυνο χώρο ενός διακοσμητικού περιβλήματος, αλλά, αντίθετα, ανάγεται σε βασική συνιστώσα της ποιητικής συλλογής και βιώνεται ως πένθος προσωπικό και βαθιά υπαρξιακό. Οι ενότητες «Ο συνδρομητής που καλέσατε δεν είναι διαθέσιμος» και «Έχετε μη αναγνωσμένα μηνύματα» συνθέτουν ένα επιμνημόσυνο requiem σε νεκρές φιγούρες που επιζητούν μια δεύτερη ζωή μέσα στο πεδίο της ποιητικής πραγματικότητας. Η επίμονη παρουσία των νεκρών στους στίχους της Μιμιλίδου προκαλεί μια ιδιάζουσα μορφή ενοχής των επιζώντων, μοτίβο που διακόνησαν συστηματικά οι εκπρόσωποι της μεταπολεμικής ποίησης και η κριτική ονόμασε «σύνδρομο του Ελπήνορα».[4] Αυτό σημαίνει ότι οι νεκροί ζητούν τη δικαίωση της αδικοχαμένης ύπαρξής τους και, κατά κάποιο τρόπο, την εξιλέωση για τον αντι-ηρωικό θάνατό τους, μέσα από τη διατήρηση στη μνήμη των ζωντανών και την επιβίωσή τους στην ποίηση. Παραθέτουμε ενδεικτικά:
Το πρόβλημα με τους πεθαμένους
Όταν με επισκέπτονται στον ύπνο μου
Είναι ότι φέρουν πάνω τους την όψη της ρουτίνας.
Καμία λάμψη πάνω απ’ τα κεφάλια τους
Κι η σκιά στη θέση της.
Κάθονται να φάμε μαζί,
Μου ζητούν να τους ψήσω καφέ,
ενώ συνήθως μένουν σιωπηλοί,
τόσο πολύ που θεωρώ πως είναι ζωντανοί,
ότι ποτέ δεν έλειψαν.
«Το πρόβλημα με τους πεθαμένους» (σελ. 53)
Νεκρο-ζώντανες μορφές ανθρώπων, λοιπόν, στοιχειώνουν τη ζωή του ποιητικού υποκειμένου, μετεωριζόμενες ανάμεσα στο πραγματικό εδώ και το μυθοποιημένο Επέκεινα. Η μορφή της γιαγιάς από το οριστικά χαμένο παρελθόν, ο Άλκης Καμπανός, ο Χρήστος, ο Θάνος Μικρούτσικος, οι νεκροί της βομβαρδιστικής επίθεσης στη Σρι Λάνκα του 2019, τα αθώα θύματα του εγκλήματος των Τεμπών, ακόμα και το παλιό οικογενειακό αυτοκίνητο συνθέτουν ένα ποιητικό νεκροστέφανο πένθους και σιωπής. Ειδικά, το ποίημα «Όνειρον», το οποίο περιγράφει τον βίαιο ξεριζωμό της γιαγιάς της γιαγιάς της ποιήτριας από τις πατρίδες του Πόντου και τελικά τον θάνατό της, αποτελεί έναν δυστοπικό μεταμνημονικό λόγο που συνδέεται με το προσωπικό, συλλογικό και πολιτισμικό τραύμα των προγόνων. Η σύνδεση με το προγονικό τραύμα δεν επιτελείται μέσω της ανάμνησης, αλλά μέσω της φαντασιακής επένδυσης των κληροδοτημένων από τους προγόνους αφηγήσεων, οι οποίες επηρέασαν τόσο καταλυτικά το ποιητικό υποκείμενο, σε σημείο που καταγράφονται στη συνείδησή του σαν ένα είδος δικής του προσωπικής μνήμης και μη βιωμένης εμπειρίας. Πρόκειται γι’ αυτό που η Marianna Hirsch ορίζει ως μεταμνήμη.[5]
Από τότε η μνήμη ρίζωσε στα χέρια και έγινε τρέμουλο,
ρίζωσε στα πόδια και έγινε χορός,
ρίζωσε στα μάτια κι έγινε δάκρυα,
ρίζωσε στην καρδιά κι άνθισε πικρό τραγούδι
«ν’ ανασπάλω κι επορώ»[6]
Τη μνήμη μας
δεν μπορούν ποτέ να την ξεριζώσουν.
«Όνειρον» (σελ. 64-65)
Τέλος, η ενότητα «Missing Alert: Μία γυναίκα εξαφανίστηκε» προσδίδει έμφυλο πρόσημο στην απώλεια και αποτίει έναν φόρο τιμής στα θύματα των γυναικοκτονιών. Την ενότητα ανοίγει το ποίημα «Γηναίκα» που εντάσσεται στην επιτελεστική ποίηση, καθώς η λειτουργία του δεν περιορίζεται στο γραπτό επίπεδο, αλλά ολοκληρώνεται μέσα από την προφορική εκφορά του λόγου. Η επαναληπτική δομή και η έντονη σωματικότητα των ρημάτων ενεργοποιούν τη φωνή και το σώμα, μετατρέποντας το ποίημα σε πράξη. Έτσι, το νόημα προκύπτει ως βιωματική εμπειρία και όχι ως απλή αναγνωστική πρόσληψη. Η επιτελεστικότητα του ποιήματος συνδέεται άμεσα με την αναπαράσταση του γυναικείου σώματος ως χώρου ιστορικής και συλλογικής βίας. Η ταύτιση γυναίκας και γης («Γηναίκα») ενεργοποιεί μια συμβολική μήτρα μέσα στην οποία εγγράφονται η μητρότητα, η προδοσία και η κακοποίηση, όχι ως αφηγηματικά μοτίβα αλλά ως σωματικές πράξεις. Η επανάληψη λειτουργεί ως μηχανισμός μνήμης και αντίστασης, καθιστώντας το ποίημα μια μορφή λεκτικής και σωματικής διαμαρτυρίας:
Γυναίκα γη ω γύναι
Γη γυναίκα
Γηναίκα που ανθεί και ευωδιάζει
Γηναίκα που μαραίνεται και πάλι μπουμπουκιάζει
Γηναίκα που αιμορραγεί, που βιάζεται
Γηναίκα που καίγεται
Που μαχαιρώνεται κι ουρλιάζει
Γηναίκα που αγαπά
Γηναίκα που κοιλοπονά
Και γεννά ξανά και ξανά και ξανά
Τον σωτήρα
Που θα την προδώσει.
«Γηναίκα» (σελ. 29-31)
Η ποίηση της Μιμιλίδου ωστόσο έχει ως κεντρικό θέμα την απώλεια και εκφράζει τη θλίψη και την υπαρξιακή αγωνία, ακόμα κι όταν το ποίημα δεν μιλά για θάνατο. Και αυτό συμβαίνει, γιατί ο θάνατος δεν νοείται μόνο ως μια απειλητική επέλαση του βιολογικού τέλους της ζωής, αλλά αισθητοποιείται και στην κοινωνική και υπαρξιακή του διάσταση ως απώλειας του νοήματος της ζωής και της ύπαρξης. Μία από τις αιτίες που οδηγούν στον λεγόμενο υπαρξιακό θάνατο είναι ο ψηφιακός κόσμος, η σαρωτική επέλαση του οποίου αποτελεί την τρίτη διάψευση που, κατά τη γνώμη μας, οδηγεί την ποίηση της Μιμιλίδου στη φάση της ενηλικίωσης.
Οι ακόλουθοι που αντικαθιστούν τους φίλους, τα φίλτρα που παραμορφώνουν τη φυσική πραγματικότητα, τα ηλεκτρονικά μηνύματα που παίρνουν τη θέση της δια ζώσης επικοινωνίας, συνθέτουν έναν ψηφιακό κόσμο, όπου η αυθεντική ανθρώπινη επαφή υποχωρεί, τα συναισθήματα απογυμνώνονται από το βάθος τους και η μοναξιά, αντί να μειώνεται, εντείνεται πίσω από την ψευδαίσθηση της συνεχούς σύνδεσης και εγγύτητας. Το «γκόστινγκ», το «ανμπόξινγκ», οι φωτισμένες οθόνες, τα αδιάβαστα μηνύματα, τα παραμορφωτικά φίλτρα θα αποτελέσουν λογοτεχνική πρώτη ύλη και θα εμφορηθούν ποιητικές διαστάσεις, αποτυπώνοντας τον παλμό μιας κοινωνίας που μιλά μέσα από σιωπές και επικοινωνεί χωρίς να αγγίζεται. Η ποιητική αισθητοποίηση των νέων ψηφιακών συνθηκών δεν υπηρετεί την εντυπωσιοθηρία και τον συρμό της εποχής, αλλά λειτουργεί ως πράξη αποκάλυψης: ξεσκεπάζει τη ρηχότητα και φωτίζει το εφήμερο των ανθρώπινων σχέσεων, καταγράφει την εμμονή στο φαίνεσθαι και τη σιωπηλή απογύμνωση του είναι. Ο τίτλος της υποενότητας «Τηρείτε τις αποστάσεις ασφαλείας» είναι ενδεικτικός αυτής της αποξένωσης του σύγχρονου ανθρώπου. Παραθέτουμε ενδεικτικά:
Τώρα που το χέρι σου
έγινε ποντίκι υπολογιστή
ξέχασε να χαϊδεύει·
τώρα που αντιδράς σαν εικονίδιο
και για να νιώσεις όμορφη
κρεμάς στα παζάρια του κόσμου το αρραγές είδωλο
ακολουθώντας ακατανόητες πομπές σωμάτων
χωρίς να ρωτάς: «Πού πηγαίνουμε;»·
τώρα που οι φίλοι
έγιναν θολές μουγγές εικόνες
και τα αισθήματά τους μετριούνται σε κιλομπάιτ·
τώρα που πας να πεις δυο λόγια
χωρίς γραμμάτων σχήματα
πυροβολώντας νοήματα
που πάλιωσαν απ’ την πολυχρησία·
οι λέξεις κι ανάπηρες ακόμα
θα σε εκδικούνται.
Τώρα που από όνομα
κατάντησες αντωνυμία
ποιο φίλτρο να βάλεις στη ζωή
να την αλλάξεις
έτσι που σκούριασε μες στη φθηνή ψευτιά της.
«Οι ακόλουθοι» (σελ. 41)
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο της διάψευσης των οραμάτων και των προσδοκιών της ενήλικης ζωής, το ποιητικό υποκείμενο, αντί επιλόγου, παροτρύνει και προ-ειδοποιεί το αναγνωστικό κοινό να βάλει λίγη ποίηση στα λόγια του σαν μια επαναστατική πράξη αντίστασης απέναντι στην ασχήμια του κόσμου («Δεν προλαβαίνουμε»). Με αυτό τον τρόπο επανέρχεται στην ιδεαλιστική θεώρηση της ποίησης, όπως αυτή καταγράφεται στον πρόλογο της συλλογής («Της Μούσας»), καθώς την προσεγγίζει ως μια θεόπνευστη μελωδία της Μούσας, της «θεάς της αφθαρσίας», η οποία, μπορεί να μην επουλώνει τα τραύματα, αλλά έστω τα ανακουφίζει, φυτεύοντας κόκκινα λουλούδια στις πληγές του κόσμου.
Καταληκτικά, μέσα από μια συνολική θεώρηση των Ειδο-ποιήσεων καταλαβαίνουμε ότι ο συνεκτικός αρμός που ενώνει τα ποιήματα και τις επιμέρους ενότητες μεταξύ τους δεν είναι άλλος από τη νοσταλγική αναπόληση ενός οριστικά χαμένου παρελθόντος, συνδυαστικά με την οδυνηρή διαπίστωση της επικράτησης ενός δυστοπικού παρόντος που δεν ανταποκρίνεται στις παιδικές και εφηβικές προσδοκίες, με την απογοήτευση αυτή να διαφαίνεται ήδη από τις Απορίες Αθωότητας. Αντί για τον κόσμο που ονειρεύεται, το ποιητικό υποκείμενο αναγκάζεται να αντιμετωπίσει έναν άλλο κόσμο που ζει με τα φαντάσματα του παρελθόντος: τους αγαπημένους που χάθηκαν, τα οράματα που διαψεύστηκαν, τον έρωτα που δεν ευοδώθηκε. Μέσα από αυτές τις εμπειρίες ωριμάζει και ενηλικιώνεται ποιητικά. Τελικά, η μόνη διέξοδος σωτηρίας που υποφώσκει είναι η τέχνη της ποίησης, η οποία με τη λυτρωτική της επενέργεια, μας προ(σ)καλεί σε ένα αβέβαιο ταξίδι που σκορπά το φως, διασώζει την παιδικότητα και υπόσχεται να αλλάξει τον κόσμο.
(*) Η Παναγιώτα Τυρπάνη είναι φιλόλογος
Σοφία Μιμιλίδου, Ειδο-ποιήσεις, Ιωλκός, 2025
![]()
[1] Σοφία Μιμιλίδου, Απορίες Αθωότητας, Αθήνα: Ιωλκός, 2016.
[2] Σοφία Μιμιλίδου, Ειδο-ποιήσεις, Αθήνα: Ιωλκός, 2025.
[3] Το ποίημα «Πέταγμα» πήρε το πρώτο βραβείο στον Πανελλήνιο διαγωνισμό για νέους ποιητές «Παύλος Ναθαναήλ» της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών το 2018.
[4] Για το μοτίβο της νεκροφάνειας των παλιών συντρόφων και των αφανών θυμάτων πολέμου στην παραγωγή της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς βλ. τη μελέτη του Παναγιώτη Νικολαΐδη, «Διάλογος με τους νεκρούς: Από τον Γιώργο Σεφέρη στον Τάκη Σινόπουλο», Κονδυλοφόρος 1 (2002) 193-203. Σχετικά με το ενοχικό σύνδρομο των επιζώντων για τον θάνατο των οικείων τους, η Δώρα Μέντη αναφέρει ότι οι ποιητές της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς «κέρδισαν από τη μία μεριά το ανεκτίμητο δώρο της ζωής, σφραγίστηκαν όμως από την άλλη με το σύνδρομο του Ελπήνορα, θεώρησαν δηλαδή τους εαυτούς τους ευνοούμενους της τύχης που επιβίωσαν μέσα σε ένα σκοτεινό τοπίο θανάτου, τους έμελλε όμως να ζήσουν με τη βαριά σκιά του θανάτου, την επώδυνη μνήμη των χαμένων συντρόφων και τη βασανιστική αίσθηση των διαψευσμένων οραμάτων τους», από τη μελέτη «Ο επιζών: Ένα δραματικό προσωπείο της μεταπολεμικής ποίησης», στο βιβλίο της ίδιας Πρόσωπα και προσωπεία. Εκδοχές της λογοτεχνικής ταυτότητας σε νεότερους Έλληνες ποιητές. Αθήνα: Gutenberg, 2007, σ. 179-180).
[5] Marianne Hirsch, The Generation of Postmemory: Writing and Visual Culture After the Holocaust, New York: Columbia University Press, 2007.
[6] Η έμφαση είναι της ποιήτριας.











![Τα μεταμφιεσμένα (βιβλία) εκτός Απόκρεω [της Μαρίζας Ντεκάστρο]](https://www.oanagnostis.gr/wp-content/uploads/2026/02/ccb052aebf9ab89eb4ba0dcadf63d752-218x150.jpg)














