της Ελένης Γεωργοστάθη
Ίσως η πιο συνηθισμένη ερώτηση που δεχόμαστε από τα παιδιά όταν πάμε στα σχολεία να μιλήσουμε για τα βιβλία μας είναι: «Πώς σας κατεβαίνουν οι ιδέες;» Ή «Από πού έρχεται η έμπνευση;» Άντε να εξηγήσεις στα παιδιά κάτι τόσο περίπλοκο – ή και τόσο απλό εντέλει. Γιατί κατέληξα πως είναι απλή η απάντηση όταν διάβασα το βιβλίο Βρέχει μολυβάκια.
Στο οποίο βιβλίο από τη σειρά «Χωρίς σωσίβιο» των εκδόσεων Πατάκη ο ήρωας βρίσκεται αντιμέτωπος με το λευκό χαρτί πασχίζοντας να σκεφτεί μια καλή ιδέα για μια «πρόταση με πολλή φαντασία», όπως έχει ζητήσει η δασκάλα του. Το παλεύει, το προσπαθεί, ιδέα δεν προκύπτει κι αποφασίζει να πάει για ύπνο. Κι εκεί, μες στην άγρια νύχτα, έξω αρχίζει να βρέχει. Δεν πέφτουν όμως νεροσταγόνες από τον ουρανό. Βρέχει μολυβάκια! Μολυβάκια που κάποιοι τρέχουν και τα μαζεύουν με τους κουβάδες.
Άραγε την είδαν όλοι τη μολυβοκαταιγίδα; Πρόλαβαν να μαζέψουν μολυβάκια; Γιατί ο κόσμος το πρωί μοιάζει να μην έχει ιδέα γι’ αυτό που έζησε ο ήρωας του βιβλίου; Μήπως γιατί δεν είναι συγγραφείς; Και τι είναι τελικά αυτά τα μολυβάκια; Μήπως κάτι σαν επιφοίτηση, ο γλόμπος της έμπνευσης, κάποιο μαγικό εργαλείο, κάποιο φίλτρο, ένα πασπαρτού, κάτι τέλος πάντων που σε κάνει συγγραφέα;
Όχι, ή μάλλον όχι μόνο αυτό. Η βροχή από μολυβάκια του Βαγγέλη Ηλιόπουλου είναι κυρίως ο διαφορετικός τρόπος, το λοξό βλέμμα με το οποίο βλέπει ο συγγραφέας τον κόσμο. Η μη αναμενόμενη ματιά πάνω στα πράγματα, αυτή ακριβώς που γεννά την τέχνη, κάθε είδους τέχνη. Είναι η ματιά του μικρού ήρωα του Μαρκ Γιάνσεν που βλέπει να ξεπετιούνται φανταστικά τέρατα μέσα σ’ ένα ειδυλλιακό δάσος (βλ. εδώ). Είναι η ματιά του Διονύση Σαββόπουλου, που, κατηφορίζοντας στα είκοσι με το φορτηγό από τη Σαλονίκη, βλέπει μέσα απ’ τις φωτιές και τα περαστικά πρόσωπα του θεσσαλικού κάμπου να γεννιούνται ιστορίες και να γίνονται τραγούδια. Είναι η ματιά κάθε δημιουργού, αυτή που στέκεται στην περαστική λεπτομέρεια, στο απτό και το συνηθισμένο, και το μεταλλάσσει σε κάτι σπάνιο και μοναδικό, σ’ αυτό που λέμε καλλιτεχνικό έργο.
Άραγε μπορούν όλοι να δουν έτσι διαφορετικά την πραγματικότητα; Μάλλον μόνο οι συγγραφείς, σκέφτεται ο μικρός ήρωας του Βρέχει μολυβάκια. Η μαμά του, ας πούμε, δεν πήρε χαμπάρι τη μολυβοβροχή. Είναι άραγε κακό αυτό; Όχι βέβαια. Δεν είναι εξάλλου όλοι οι άνθρωποι ίδιοι. Το σημαντικό όμως, όπως συμβαίνει στο βιβλίο, είναι το ίδιο το σχολείο να ενθαρρύνει τη λοξή, απρόβλεπτη ματιά, να παρέχει εναύσματα δημιουργικής διαφυγής από την τακτοποιημένη, «λογική», εργαλειακή διαχείριση του γραπτού λόγου και να δίνει την ευκαιρία και στη φαντασία ν’ ανοίξει τα φτερά της.
Και κάτι ακόμα, σε σχέση με τον τρόπο που είναι φτιαγμένο το βιβλίο: Σε μια εποχή που κατακλυζόμαστε από θεωρητικίζοντα βιβλία για παιδιά επί παντός επιστητού, βιβλία που παλεύουν να φυτέψουν με τρόπο κάποτε φλύαρο ή δήθεν παιγνιώδη κι εντέλει χαοτικό αφηρημένες έννοιες στα παιδικά κι ίσως ανέτοιμα για κάτι τέτοιο κεφάλια, είναι εξαιρετικά παρήγορο να συναντιέσαι μ’ ένα παιδικό βιβλίο που τόσο εμπνευσμένα, τόσο αβίαστα κι απλά, εξοικειώνει τα παιδιά με αυτό που λέμε συγγραφική έμπνευση. Και που επιπλέον ο συγγραφέας του δε βρίσκεται με μια ιδέα-πυροτέχνημα έτοιμη να σκάσει στα χέρια του. Τη διαχειρίζεται, την εξελίσσει, γεννά μέσα από αυτή μια ολοκληρωμένη ιστορία. Στην ίδια γραμμή και η εικονογράφηση, που, ενώ δεν εγκαταλείπει τη σφαίρα του πραγματικού, με καθημερινές εικόνες από το σπίτι ή τον δρόμο, κατορθώνει να εισαγάγει σε αυτή εξίσου αβίαστα με το κείμενο το φανταστικό στοιχείο.
Βαγγέλης Ηλιόπουλος, Βρέχει μολυβάκια, εικονογράφηση Ρένια Μεταλληνού, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2025
![]()











![Τα μεταμφιεσμένα (βιβλία) εκτός Απόκρεω [της Μαρίζας Ντεκάστρο]](https://www.oanagnostis.gr/wp-content/uploads/2026/02/ccb052aebf9ab89eb4ba0dcadf63d752-218x150.jpg)










