της Λουκίας Δέρβη
Την δεκαετία του ΄80 η ζωή στη Γλυφάδα ήταν για τους νέους ένα ατελείωτο πανηγύρι. Η ζωή των ντόπιων είχε μπολιαστεί με τους Αμερικάνους από τη Βάση και τις οικογένειές τους και με τους Λιβανέζους που είχαν αρχίσει κι αυτοί να καταφτάνουν μετά τον εμφύλιο στην πατρίδα τους. Σε κάθε συνοικία υπήρχε κι ένα Αμερικανάκι που πήγαινε στο Αμερικάνικο σχολείο και μας έφερνε πράγματα από τη Βάση που δεν υπήρχαν στην Ελλάδα εκείνη την εποχή.
Στην γειτονιά μου έμενε ο Μαρκ, όλοι όμως τον φωνάζαμε Μάρκο, ένα ψηλό ξανθό αγόρι στη δική μου ηλικία, γύρω στα δώδεκα που έκανε παρέα με τον Χάρη και τον Γιώργο και που μου έδωσε να δοκιμάσω για πρώτη φορά στη ζωή μου μπισκότα oreo. Ήταν τέτοια η γλύκα τους που αμέσως τον συμπάθησα και γίναμε φίλοι. Το πατρικό μου βρισκόταν ανάμεσα στο σπίτι του και αυτό του Χάρη και του Γιώργου (των διδύμων) και καθώς τότε όλοι κάναμε ποδήλατο ο Μάρκος ερχόταν πρώτα από εμένα και με καλούσε να βγω με εκείνη την χαρακτηριστική κραυγή της αρκούδας «αούυυυα». Μόλις τον άκουγα πεταγόμουν όρθια, έπαιρνα το ροζ ποδηλατάκι μου και έβγαινα στο δρόμο. Πηγαίναμε λίγο πιο κάτω στα δίδυμα, ο Μάρκος ξαναέκανε την αρκούδα και μετά από λίγο έβγαιναν και τα δίδυμα. Εκεί, στο δρόμο μπροστά στο σπίτι τους, τα αγόρια ξεκινούσαν το παιχνίδι. Έκαναν κόντρες και άλματα και εγώ που ήμουν το κοινό τους ανακήρυσσα τον νικητή. Δεν καταλάβαινα τότε πως όλα αυτά γίνονταν για να με εντυπωσιάσουν, ο έρωτας για μένα ήταν κάτι απαγορευμένο και τα τρία αυτά αγόρια τα έβλεπα σαν αδέρφια μου, τέτοιο αγοροκόριτσο που ήμουν. Άλλωστε πιο άνετα αισθανόμουν με τη δική τους συντροφιά παρά με τα κορίτσια της ηλικίας μου που τα έβρισκα πολύ σνομπ.
Μια μέρα μείναμε μόνοι οι δυο μας με τον Μάρκο στο δρόμο γιατί τα δίδυμα έπρεπε να γυρίσουν σπίτι τους για ένα ιδιαίτερο μάθημα. Μπροστά μας μια ανηφόρα που τελείωνε σε έναν χωματόδρομο όπου βρισκόταν το σπίτι της κυρίας Μ. που μας κέρναγε σπιτική λεμονάδα κάθε χρόνο όταν της λέγαμε τα κάλαντα με την αδερφή μου. Ο Μάρκος μου πρότεινε να ανταλλάξουμε ποδήλατα και να συναγωνιστούμε ποιος θα έφτανε πρώτος στο σπίτι της κυρίας Μ.
Έβαλα τα δυνατά μου και παρολίγο να τον νικήσω αλλά το BMX ποδήλατό του ήταν πολύ βαρύ για τα μικρά μου χέρια και πόδια. Κάποια στιγμή έπεσα και χτύπησα πολύ άσχημα στο γόνατο. Ο Μάρκος με κοιτούσε περίλυπος χωρίς να ξέρει τι να κάνει. Γύρισα σπίτι και η μητέρα μου μού απαγόρεψε να ξανακάνω ποδήλατο με τα αγόρια. Μάταια έκανε ο Μάρκος την αρκούδα απ’ έξω. Κάποια στιγμή σταμάτησε να με φωνάζει.
Λίγο καιρό μετά έμαθα πως ο πατέρας του Μάρκου είχε πάρει μετάθεση και θα έφευγε από την Ελλάδα μαζί με την οικογένεια. Όπως γινόταν πάντα η οικογένειά του έβγαλε στην αγορά για πούλημα όλα τα αντικείμενα που δεν ήθελαν να πάρουν μαζί τους. Μπαίναμε όλοι στο σπίτι τους και μπροστά σε κάθε αντικείμενο υπήρχε ένα άσπρο χαρτί με την τιμή του. «American sale» λεγόταν. Η μητέρα μου ενθουσιασμένη αγόρασε ένα ασημί σακάκι της μητέρας του Μάρκου από την Αμερική. Κι εγώ κοίταζα στενοχωρημένη μια τον Μάρκο και μια τα πράγματα που άφηνε πίσω, μαζί και το ποδήλατό του, μέχρι που το βλέμμα μου έπεσε πάνω σε ένα μικρό αντικείμενο. Ήταν μια ξύλινη χειροποίητη αρκούδα που ψάρευε. Σήκωσα την αρκούδα να την περιεργαστώ και είδα πως στην άκρη της πετονιάς υπήρχε μια καρδούλα με το αρχικό γράμμα «Χ». Ξαφνιασμένη γύρισα και κοίταξα τον Μάρκο αλλά εκείνος είχε εξαφανιστεί. «Μαμά» είπα στη μητέρα μου «θα μου την αγοράσεις;». «Εντάξει, Χριστίνα» έκανε εκείνη και νομίζω πως αμέσως κατάλαβε όπως αμέσως καταλαβαίνουν οι μαμάδες.
Φύγαμε από το σπίτι του Μάρκου χωρίς να ξέρω πως δεν θα τον ξαναέβλεπα ποτέ. Όταν φτάσαμε σπίτι, βράδυ πια, ξάπλωσα στο κρεβάτι μου και κοίταζα την αρκούδα όταν άκουσα – για τελευταία φορά – τον Μάρκο να με αποχαιρετάει: «αούυυυα!».











![Τα μεταμφιεσμένα (βιβλία) εκτός Απόκρεω [της Μαρίζας Ντεκάστρο]](https://www.oanagnostis.gr/wp-content/uploads/2026/02/ccb052aebf9ab89eb4ba0dcadf63d752-218x150.jpg)













