Τετάρτη, 29 Απριλίου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ Αλ. Σταμάτης: «Φύγετε όσο μένει καιρός» (της Βαρβάρας Ρούσσου)

Αλ. Σταμάτης: «Φύγετε όσο μένει καιρός» (της Βαρβάρας Ρούσσου)

0
325

 

της Βαρβάρας Ρούσσου

Ο γνωστός ως κατεξοχήν πολυγραφότατος πεζογράφος Αλέξης Σταμάτης επιστρέφει στην ποίηση με ένα ιδιαίτερο, ήδη από τον τίτλο, βιβλίο.

Η συλλογή απαρτίζεται από  τρεις ενότητες ωστόσο με συνάφεια μεταξύ τους: «Το πένθος των κβάντων», «Το χαμένο ημερολόγιο του Αρθούρου Ρεμπώ» και «Εγκυκλοπαίδεια των όσων δεν θα συμβούν». Η συλλογή κλείνει με το τελικό «ΥΓ» όπου το επιλογικό ποίημα-ενότητα «Φύγετε όσο μένει καιρός».

Ανατρέχοντας στα πρώτα ποιητικά βιβλία του Σταμάτη διακρίνονται σπερματικά χαρακτηριστικά αυτού του τελευταίου: ποιήματα που εκτείνονται πέρα από τη μια σελίδα, συνδυασμός στοχασμού πάνω στην διυλισμένη από την ανάλυση εμπειρία με την αφηγηματικότητα, λεξιλόγιο δανεισμένο από την επιστημονική ορολογία (όπως εξάλλου δείχνουν οι τίτλοι των τριών πρώτων συλλογών του Κόσμος γωνία 1992, Αρχιτεκτονική εσωτερικών χώρων 1993 και Απλή μέθοδος των τριών 1995) τεχνικά προσαρμοσμένο στις ποιητικές περιστάσεις και ένας λυρισμός που δεν προκύπτει από τη ρητή παρουσία του συναισθήματος αλλά από την αφήγηση της συνθήκης που το παρήγαγε.  Η κυριολεξία των μαθηματικών, της γεωμετρίας και της φυσικής αλλά και ο διπλός χαρακτήρας της αρχιτεκτονικής μεταξύ τέχνης και τεχνολογίας φαίνεται να διατηρούν την ισορροπία εκείνη που απαιτεί η ποίηση: ακρίβεια στην επιλογή των λέξεων και πύκνωση παράλληλα με την απόσυρση του στοχασμού προς την αφαιρετική γενίκευση. Η ασθένεια των απαλών πραγμάτων ήρθε λοιπόν ως έκτη ουσιαστικά συλλογή και συμπυκνώνει την ποιητική πορεία του Σταμάτη.

Το πρώτο μέρος του βιβλίου, σχεδόν με χρονολογική σειρά, η κρισιμότητα συμβάντων ή και ο εσωτερικός τους αντίκτυπος στην ποιητική φωνή αποδίδεται με το ύφος του μεταγενέστερου ώριμου παρατηρητή. Πέρα από τον τίτλο της ενότητας και εκείνοι των ποιημάτων αναδεικνύουν το άτομο/εαυτό και το βίο του ως υποκείμενα σε νόμους της φυσικής, πέρα από κοινωνική και ιστορική συνθήκη. Παραδείγματα: «Τραγούδι για ένα εξαφανισμένο σωματίδιο», «Πίνακας ασυνεχούς χρόνου», «Το σύμπαν ως υποθετικός δίδυμος» κ.ά. Στο ποίημα «Τελετή αναλήψεως για μια ασυμπτωτική μητέρα» η σταδιακή απομάκρυνση της μητέρας αποδίδεται από τη φωνή εκφοράς και με ορολογίες επιστήμης: «Όταν λέω “μητέρα”, / εννοώ:/ είχε τη βαρύτητα ενός πλανήτη,/αλλά με τη χάρι της αστάθειας.[…]Μόνο η καμπύλη της,/το τόξο ανάμεσα στην ύλη και την υποχώρηση.».

Ομοίως, η παρατήρηση της εισόδου στην εφηβεία και η αρχή της ενηλικίωσης στο επόμενο ποίημα ορίζεται στον τίτλο ως «Μεταστοιχείωση» και εξηγείται: «Η μεταστοιχείωση δεν είναι μεταμόρφωση./Είναι το σβήσιμο της ανάγκης για μορφή.// Δε γίνομαι κάτι άλλο./Απλώς παύω να είμαι κάτι συγκεκριμένο». Στους στίχους αυτούς διακρίνεται η χαρακτηριστική για τον τρόπο του Σταμάτη σύνδεση: ο στοχασμός επί της εμπειρίας καθώς αυτή ανακαλείται σε μεταγενέστερη, ωριμότερη, φάση εξασφαλίζοντας λόγω της χρονικής απόστασης την εκτίμηση του βιώματος και μετεφέροντας το ίζημά του από το χώρο του απόλυτα προσωπικού στο συλλογικό ώστε να μπορεί να εδραιωθεί η αναγνωστική επικοινωνία.

Στην ίδια ενότητα εισάγονται ξανά, με την παρεμβολή αποστασιοποιημένων από το συναίσθημα λέξεων της επιστήμης, η απώλεια και το πένθος: άνθρωποι που πέθαναν ή απομακρύνθηκαν οριστικά, στοιχεία του εαυτού που χάθηκαν ανεπιστρεπτί. Έτσι, το λυρικό στοιχείο αναδύεται, όταν υπάρχει, σχεδόν ισορροπιστικά προς την «ψυχρότητα» των λέξεων-δανείων της φυσικής όπως στο «Τραγούδι για ένα εξαφανισμένο σωματίδιο», όπου το πένθος ορίζεται ως «μια απαλή εξασθένιση των δεδομένων». Το πλέον χαρακτηριστικό είναι «Η καμπύλη του εγώ» όπου τίθεται το ζήτημα της συνοχής του εγώ, της ρευστότητάς του, της διαμόρφωσής του εαυτού και της κίνησής του στον κόσμο, της αμφισβήτησης της σταθερής ουσίας του, ιδίως μετά από την απώλεια. Παράλληλα, υπάρχει η σκέψη -όχι ως μεταφυσική πίστη αλλά ως επιστημονική υπόθεση- για ύπαρξη του «εγώ» ως άλλη μορφή ακόμη και μετά θάνατον. Η χρήση της κβαντικής ορολογίας (σωματίδια, φως) υποδηλώνει ότι ο θάνατος και η απώλεια δεν συνιστούν το τέλος αλλά μια μεταβολή της ύπαρξης σε άλλη μορφή: «Μου πήρε χρόνια να καταλάβω/ πως το «εγώ» δεν είναι σημείο.//Δεν τέμνει τον χρόνο-/τον διαγράφει με καμπύλες//[…] Όταν με ρωτούσαν ποιος είμαι,/απαντούσα με στιγμιότυπα:/- η φωνή μου τη μέρα που έφυγες/- η εφηβεία μου στο πίσω κάθισμα/-ο τρόμος μπροστά στην ακινησία του πατέρα/-το δέρμα μου όταν δεν το άγγιζε κανείς/[…] Ο εαυτός δεν είναι κατοικία./Είναι αλλαγή κατεύθυνσης./Είναι η απόκλιση/ την ώρα που σκέφτεσαι αλλιώς,/ χωρίς να ξέρεις γιατί.» Φαίνεται ως ένα είδος «clinamen» που στην ατομική θεωρία και τον Επίκουρο είναι η απρόβλεπτη κίνηση των ατόμων που επιτρέπει τη δημιουργία και την ελευθερία.

Η δεύτερη ενότητα παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον καθώς κινείται στο γνωστό πλαίσιο της βιογραφίας ενός εμβληματικού λογοτέχνη. Ο ίδιος ο βίος αλλά και ο άγνωστος λόγος για τον οποίον ο Ρεμπώ, νεότατος, έκλεισε κάθε λογαριασμό με την ποίηση και άλλαξε ζωή τροφοδότησαν πολλές φορές το έργο νεότερων λογοτεχνών. Ο Σταμάτης δημιουργεί μια σειρά ποιημάτων με ημερολογιακό, όπως αναφέρει και ο τίτλος, χαρακτήρα: το φανταστικό ποιητικό ημερολόγιο του Ρεμπώ για το τέλος της περιόδου της Αφρικής και έως το θάνατό του. Εδώ η χρήση των επιστημονικού λεξιλογίου υποχωρεί αισθητά χωρίς εντελώς να χάνεται η αντίληψη για το άτομο ως μονάδα μετρήσιμη και περιγράψιμη με όρους φυσικής. Ωστόσο, η φύση των ποιημάτων επιβάλλει τον προσωπικό εξομολογητικό τόνο, την άνοδο του λυρικού στοιχείου και την αφηγηματικότητα καθώς η φωνή εκφοράς-Ρεμπώ καταθέτει τις εμπειρίες και εντυπώσεις των τελευταίων χρόνων της ζωής του μακριά από την ποίηση. Η επικέντρωση στο εμπόριο, τα βιώματα της αφρικανικής ενδοχώρας και βέβαια η περίοδος της οδυνηρής επιστροφής στη Γαλλία και η πορεία προς το θάνατο διατηρούν μια ποιητικότητα αλλά κυριαρχεί η αφήγηση με περιγραφές που συνδέονται με τις σκέψεις του Ρεμπώ. Η ενότητα αυτή φαίνεται σαν να περιέχει σπερματικά περισσότερο εκτεταμένες αφηγήσεις, θα έλεγα σαν να αποτελούν το πρωταρχικό υλικό και το σκηνικό διηγημάτων. Η ποίηση για τον Ρεμπώ παραμένει πλέον μακρινή εμπειρία: «Μη ρωτήσεις για την ποίηση·/δεν υπάρχει./ Ό,τι ήταν να γίνει,/έγινε πριν το σπέρμα προλάβει να γίνει φωνή.// Οι λέξεις δεν ανήκουν σε εσένα πια·/ανήκουν σε όσους σε ξέχασαν.» («Χειρόγραφη σημείωση»). Περισσότερη ένταση διακρίνεται στα ποιήματα όπου καταγράφεται η επιστροφή στο σπίτι της μητέρας («Η καρδιά του τοίχου», «Σπίτι στο Roche»), η μοναξιά του νοσοκομείου, η αίσθηση του επερχόμενου τέλους, ο τρόπος που βιώνει ο Ρεμπώ το χώρο και τους ανθρώπους λίγο πριν πεθάνει, η παράδοσή του στην παρηγορητική και φροντιστική Isabelle που φέρνει στον ποιητή την έννοια της τρυφερής εγγύτητας. Κυριαρχούν λυρισμός, συγκινησιακή φόρτιση με τρόπο λιτό, χωρίς πολύπλοκα σχήματα. Η ποίηση για τον Ρεμπώ περνά σχεδόν στο παρασκήνιο, υπάρχει ως φάντασμα και ορθά αποφεύγεται να δοθεί οποιαδήποτε εξήγηση της σιωπής.

Η τρίτη ενότητα, αν και με μορφολογικό ενδιαφέρον καθώς δομείται εν είδει λεξικού/εγκυκλοπαίδειας, ουσιαστικά αποτελεί σειρά στοχασμών όπου η αόριστη συρρικνωμένη αφήγηση είτε είναι η αφορμή είτε δεν υπάρχει. Ο χώρος στην ενότητα αυτή φαίνεται να αποκτά ιδιαίτερη αρχιτεκτονική σημασία είτε είναι Σύμπαν («Λήμμα 2: Σύμπαν Ενδοιασμού (μεταφ. Φρ., λογοτεχνική-φιλοσοφική σύνθεση») είτε ο Κύβος («Λήμμα 4: Ο Κύβος (ουσ., αρσενικό-γεωμετρία, φιλοσοφία, μυθοπλασία, πολιτισμός). Τα ιδιόμορφα αυτά ποιήματα κινούνται στα όρια ποιητικού πεζού και δοκιμίου.

Ο επίλογος το ποίημα «Φύγετε όσο μένει καιρός» συναιρεί ξεκάθαρα το ατομικό με το συλλογικό καθώς η προσωπική απόσυρση συνδέεται με μια γενικότερη ολοκληρωτική δυστοπία που αφήνει ελπίδα επιβίωσης μόνο σε έναν άλλο κόσμο: «Μια πινακίδα./Φύγετε όσο μένει καιρός.// Λίγοι τη διάβασαν./ Έφυγαν./Κι αλλού βρήκαν ζωή./»

Ένα σταθερό στοιχείο του βιβλίου αποτελεί η σωματική διάσταση: το σώμα, ιδίως στη δεύτερη ενότητα που πάσχει και ακρωτηριάζεται, χάνοντας την αίσθηση ολότητας και αρτιότητας, είναι η ύλη απ’ όπου εκκινούν και καταλήγουν όλα, αισθάνεται και συν-αισθάνεται και αποτελεί το σημείο του εαυτού που περισσότερο υπόκειται στην αστάθεια και «μεταστοιχείωση». «Αυτός που ήμουν δεν έχει πια σώμα να γυρίσει» («Χειρόγραφη σημείωση»). Εδώ ο ρεαλισμός αποτυπώνει την φρικτή εμπειρία και τα περισσότερα ποιήματα μένουν στην κυριολεξία της αφήγησης και της περιγραφής: «Έβγαλα το παπούτσι απ’ το σάπιο πόδι·/ το ύφασμα κόλλησε πάνω στην πληγή». («Οδός του κρύου ανέμου»). Ανάμεσα στον εαυτό που δεν υπήρξε («Αποστολή προς τον εαυτό που δεν υπήρξε»), την ελιοτική διάσταση του χρόνου («Χρονική αναδίπλωση #∞) το σώμα είναι που κινείται, μετρά το χρόνο, αφήνει ίχνη: «όταν απομακρύνεσαι από έναν άνθρωπο,/το σώμα του αποκτά δεύτερο τόπο.» («Τελευταία θέση ύπνου»), ανάμεσα στο μέρος-μέλος-κομμένο πόδι («Το πόδι») και το όλον «Και τότε κατάλαβα πως το σώμα,/ακόμα κι ακρωτηριασμένο,/είναι μορφή χρόνου./» («Το σώμα»).

Για τα ποιήματά του ο Σταμάτης επεξεργάζεται τον ελεύθερο στίχο επιμένοντας στη στίξη (κάνει συχνή χρήση άνω τελείας), στην παύση/τέλος στίχου και στις ομάδες στίχων που απαρτίζουν το κάθε ποίημα. Δεν πρόκειται για στροφές αλλά για στιχικές ομάδες με συγκεκριμένο νοηματικό φορτίο, άλλοτε σε συνέχεια άλλοτε σαν μικρές παρεκβάσεις με ενδιάμεσα κενά-ενεργές παύσεις του λόγου που επιτονίζουν κάθε φορά το νόημα.

Η συλλογή του Σταμάτη, παρά το ότι εκτείνεται από την κβαντική φυσική μέχρι τη βιογραφική μυθοπλασία, εμφανίζει συνοχή και παρουσιάζει ενδιαφέρον: για τις συνάψεις, όπως τις προανέφερα, ιδίως του πρώτου μέρους, για τη σύζευξη λυρισμού και σχεδόν εργαστηριακού λόγου που επιδιώκει την ανατομία δύσκολων/επώδυνων βιωμάτων χωρίς τα ποιήματα να εκπίπτουν σε αισθηματολογία.

Το δεύτερο μέρος αποτέλεσε ένα επικίνδυνο διακύβευμα: να εκτραπεί η εικόνα του Ρεμπώ από το πραγματικό ή να αγκυρωθεί στα βιογραφικά, όπως συμβαίνει συχνά όταν ο περιπετειώδης ή μυστήριος βίος των καλλιτεχνών μυθοποιημένος επισκιάζει το ίδιο το έργο τους. Επιχειρώντας να παραμείνει στο πλαίσιο του ανθρώπινου χωρίς μύθο και ο Σταμάτης οικοδομεί δυνατές στιγμές.

Γενικά όμως και στα τρία μέρη η έκταση, βασικό δομικό στοιχείο της ποίησης του Σταμάτη, συχνά αποδυναμώνει την ένταση και ενώ ορισμένα τμήματα των ποιημάτων λειτουργούν ευθύβολα ως αποφθέγματα ή ορισμοί (π.χ. «Το “εγώ” δεν είναι σημείο») στο σύνολό τους τα μεγαλύτερα ποιήματα (δεύτερη και τρίτη ενότητα), συνήθως οι αφηγήσεις, πλατειάζουν σε ορισμένα σημεία τους. Ίσως η μετακίνηση του δημιουργού από την ποίηση στην πεζογραφία και πάλι πίσω έχει επηρεάσει, ιδίως το δεύτερο μέρος. Αν και τεχνικά η έκταση αυτή μπορεί να αιτιολογηθεί φαίνεται ενίοτε δυσλειτουργική.

Στη συλλογή αυτή ο Σταμάτης επιλέγει να κινηθεί πάνω σε δύσκολους υπαρξιακούς άξονες και καθώς ανατέμνει συναισθήματα και βιώματα η λέξη «ασθένεια» του τίτλου αιτιολογείται ενώ οι εμπειρίες, τα φαινομενικά «απαλά πράγματα», τελικά εγγράφονται ως διόλου απαλά ίχνη. Η «ασθένεια» δεν είναι μόνο η φθορά, αλλά η ίδια η επίμονη μνήμη αυτών των πραγμάτων.

 

Αλέξης Σταμάτης Η ασθένεια των απαλών πραγμάτων, Κάπα εκδοτική, 2025

Προηγούμενο άρθροO Ralph Towner (1940-2026) μέσα από την προσωπική πορεία του και τους Oregon (του Γιάννη Μουγγολιά)
Επόμενο άρθροΟ Μαξ στην ουρά για το Άουσβιτς (διήγημα της Εύης Καρκίτη)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ