του Θανάση Μήνα
«Αγαπητέ Τζον (Φρίμαν)
Προσευχήθηκα απόψε πριν σου γράψω αυτή την επιστολή, όταν νεαροί Αφροαμερικανοί βγήκαν στους δρόμους για να διαμαρτυρηθούν για τη δολοφονία του Τζορτζ Φλόιντ από τον Ντέρεκ Σόβιν στη Μινεάπολη. Για άλλη μια φορά, ένας λευκός αστυνομικός σκότωσε έναν μαύρο. Αυτή είναι μια τρομακτική στιγμή για μένα, μια μαύρη γυναίκα του Νότου που φροντίζει τους βωμούς της ιστορίας εδώ και 30 χρόνια. Αυτή είναι μια φλεγόμενη εποχή και είμαι αρκετά εξοικειωμένη με τη φωτιά»
– Από επιστολή της Honorée Fanonne Jeffers με ημερομηνία 01.06.2020. Γράφτηκε δηλαδή λίγο μετά το ξέσπασμα του Black Lives Matter.
Η Honorée Fanonne Jeffers (Ονορέ Φανόν Τζέφερς) γεννήθηκε στο Κοκόμο της Ιντιάνα και μεγάλωσε στο Ντάραμ της Βόρειας Καρολίνας και στην Ατλάντα της Τζόρτζια. Aποφοίτησε από το Κολλέγιο Ταλαντέγκα το 1996 και στη συνέχεια έλαβε μεταπτυχιακό δίπλωμα από το Πανεπιστήμιο της Αλαμπάμα. Διδάσκει δηµιουργική γραφή και λογοτεχνία στο Πανεπιστήµιο της Οκλαχόµα. Είναι πεζογράφος, ποιήτρια και δοκιµιογράφος. Έχει γράψει πέντε ποιητικές συλλογές, συµπεριλαµβανοµένης της συλλογής The Age of Phillis, µε την οποία απέσπασε το βραβείο Image for Outstanding Literary work in Poetry της NAACP (National Association for the Advancement of Colored People – Εθνική Ομοσπονδία για την Πρόοδο των Εγχρώμων).
Τα Τραγούδια αγάπης του Γ.Ε.Μπ. Ντυ Μπουά είναι το πρώτο της µυθιστόρηµα, το οποίο τιµήθηκε µε το National Book Critics Circle Award, ήταν υποψήφιο για το Βραβείο Πρωτοεµφανιζόµενου Συγγραφέα PEN/Hemingway, για το Εθνικό Βραβείο Λογοτεχνίας, για το Kirkus Prize και το NAACP Image Award. Ήταν επίσης το αγαπηµένο βιβλίο του Μπαράκ Οµπάµα το 2021. Παρόλα αυτά, η ίδια έχει δηλώσει: «Ακόμα και όταν ο Μπαράκ Ομπάμα έγινε πρόεδρος, τα ονόματα των πρόσφατων νεκρών στοίχειωναν τον ύπνο μου».
Στο πρώτο της μυθιστόρημα, η Honorée Fanonne Jeffers εμπνέεται από τα έργα ενός κορυφαίου Αφροαμερικανού διανοούμενου του 20ού αιώνα: του William Edward Burghardt Du Bois (23.02.1868 – 27.08.1963).
Η διπλή συνείδηση
O W.E.B Du Bois ήταν ο πρώτος μαύρος Αμερικανός που απέκτησε διδακτορικό από το Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ, μετέπειτα ακαδημαϊκός και ο ίδιος στο ιστορικά μαύρο Πανεπιστήμιο της Ατλάντα. Υπήρξε ένας από τους συνιδρυτές του NAACP και της επίσημης εφημερίδας της οργάνωσης The Crisis, που στήριξε τους αγώνες για τα πολιτικά δικαιώματα των Αφροαμερικανών στον Νότο της εποχή του Jim Crow και των θεσμοθετημένων φυλετικών διαχωρισμών.
Ο Du Bois αμφισβήτησε τη θέση που υποστήριζε ο άλλος σύγχρονος εξέχων Αφροαεμρικανός διανοούμενος, ο Booker T. Washington, ότι οι μαύροι του Νότου θα έπρεπε να θυσιάσουν τα βασικά τους δικαιώματα με αντάλλαγμα την εκπαίδευση και τη νομική δικαιοσύνη. Επίσης, τάχθηκε κατά της ιδέας που διαδόθηκε από τον πολέμιο της κατάργησης της δουλείας, τον αμπολιοσιονιστή Frederic Douglass, ότι οι μαύροι Αμερικανοί θα έπρεπε να ενσωματωθούν στην κοινωνία των λευκών. Σε ένα δοκίμιο που δημοσιεύτηκε στην επιθεώρηση The Atlantic Monthly το 1897, με τίτλο «The Struggles of the Negro Folk», ο Du Bois έγραψε ότι οι μαύροι Αμερικανοί θα έπρεπε αντ’ αυτού να αγκαλιάσουν την αφρικανική τους κληρονομιά, ακόμη και όταν εργάζονταν και ζούσαν στις Ηνωμένες Πολιτείες. Εισήγαγε δηλαδή την έννοια του Αφρο-αμερικανού.
Ο Du Bois δημοσίευσε το πρωτοποριακό του έργο Οι Ψυχές των Μαύρων (The Souls of Black Folk: Essays and Sketches) το 1903. Σ’ αυτή τη συλλογή δοκιμίων, ο Du Bois περιέγραψε τη δύσκολη θέση των Μαύρων Αμερικανών ως μια κατάσταση «διπλής συνείδησης» (double consciousness): «Κάποιος νιώθει πάντα τη διττότητά του — ένας Αμερικανός, ένας Νέγρος· δύο ψυχές, δύο σκέψεις, δύο ασυμφιλίωτες προσπάθειες· δύο αντιμαχόμενα ιδανικά σε ένα σκοτεινό σώμα, που μόνο η επίμονη δύναμη το εμποδίζει να διαλυθεί». Ο όρος «διπλή συνείδηση» έχει χρησιμοποιηθεί ευρέως ως θεωρητικό πλαίσιο που εφαρμόζεται σε άλλες δυναμικές της ανισότητας.
Ο όρος «διπλή συνείδηση» εισήχθη από τον φιλόσοφο Ralph Waldo Emerson στο δοκίμιό του «The Transcendentalist» του 1842. Ο Du Bois χρησιμοποίησε για πρώτη φορά τον όρο σε ένα άρθρο με τίτλο «Strivings of the Negro People», που δημοσιεύτηκε στο τεύχος Αυγούστου 1897 του Atlantic Monthly. Αρχικά, η διπλή συνείδηση ήταν συγκεκριμένα η ψυχολογική πρόκληση που βίωναν οι Αφροαμερικανοί «να κοιτάζουν πάντα τον εαυτό τους μέσα από τα μάτια» μιας ρατσιστικής λευκής κοινωνίας και να «μετρούν τον εαυτό τους με βάση ένα έθνος που κοίταζε πίσω με περιφρόνηση». Ο όρος αναφερόταν επίσης στις εμπειρίες του Du Bois όσον αφορά τη συμφιλίωση της αφρικανικής κληρονομιάς του με την ανατροφή του σε μια κοινωνία που κυριαρχούνταν από την Ευρώπη.
Τα τραγούδια της θλίψης
Κάθε κεφάλαιο του βιβλίου The Souls of Black Folk ξεκινά με μια μουσική δέσμη, μια εισαγωγή σε ένα «Τραγούδι Θλίψης», που ο Du Bois ονόμασε έτσι επειδή ήταν τραγούδια αγωνίας και θλίψης, που ξεπήδησαν από την εμπειρία των Αφροαμερικανών. Ο Du Bois υποστήριξε ότι αυτή η μουσική ήταν η «μόνη αμερικανική μουσική που ξεπήδησε από τις μαύρες ψυχές στο σκοτεινό παρελθόν». Οι σκλάβοι χρησιμοποιούσαν τα τραγούδια, τη «ρυθμική κραυγή του σκλάβου» ως εργαλείο για να αντιμετωπίσουν τη δουλεία τους. Οι στίχοι και οι μελωδίες μεταδίδονταν σε κάθε γενιά.
Γράφει ο Du Bois:
«Αυτοί που περπατούσαν στο σκοτάδι τραγουδούσαν τραγούδια στα παλιά χρόνια. Τραγούδια Θλίψης […] Έτσι, πριν από κάθε σκέψη που έχω γράψει σε αυτό το βιβλίο, έχω θέσει μια φράση, μια στοιχειωτική ηχώ αυτών των παράξενων παλιών τραγουδιών στα οποία η ψυχή του μαύρου σκλάβου μιλούσε στους ανθρώπους. Από τότε που ήμουν παιδί, αυτά τα τραγούδια με συγκινούσαν παράξενα. Έρχονταν από τον Νότο άγνωστο σε μένα, ένα προς ένα, και όμως αμέσως τα αναγνώρισα ως δικά μου».
Όμως ο Du Bois αναγνωρίζει ότι τα ίδια τα «Τραγούδι Θλίψης» έχουν και μια απίστευτη ομορφιά:
«Λίγη ομορφιά έχει δώσει η Αμερική στον κόσμο εκτός από το αγενές μεγαλείο που ο ίδιος ο Θεός σφράγισε στο στήθος της. Το ανθρώπινο πνεύμα σε αυτόν τον νέο κόσμο έχει εκφραστεί με σθένος και ευρηματικότητα παρά με ομορφιά. Έτσι, από μοιραία τύχη, το νέγρικο λαϊκό τραγούδι – η ρυθμική κραυγή του σκλάβου – στέκει σήμερα όχι απλώς ως η μόνη αμερικανική μουσική, αλλά ως η πιο όμορφη έκφραση της ανθρώπινης εμπειρίας που γεννήθηκε εδώ πέρα».
H ριζοσπαστική σκέψη του Du Bois διατρέχει τη συλλογιστική της βραβευμένης Αμερικανίδας ποιήτριας Honorée Fanonne Jeffers σε αυτό το φιλόδοξο πρώτο της μυθιστόρημα, που κάλλιστα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί Great Afro–American Novel. Μια εκτενής ιστορία που καταγράφει την πορεία μιας αφροαμερικανικής οικογένειας από την εποχή της δουλείας μέχρι την εποχή της Ανασυγκρότησης και τον προπολεμικό Νότο και από τον Αμερικανικό Εμφύλιο μέχρι τη συγχρονία.
Από τις ρίζες στη συγχρονία
Το μυθιστόρημα εισάγεται με ένα γενεαλογικό δέντρο. Αρχικά, μας συστήνεται ο Μίκο Κορνέλ, γιο ενός Σκωτσέζου και μιας γυναίκας από μια φυλή ιθαγενών Αμερικανών, γνωστή ως Κρικ, ο οποίος έχει επίσης αφρικανική καταγωγή. Στα τέλη του 18ου αιώνα, όταν ο Κορνέλ κληρονομεί ένα χωριό από τον πατέρα του, το παραχωρεί σε έναν λευκό άνδρα που ονομάζεται Σάμιουελ Πίντσαρντ σε περίπτωση που κάποια μέρα αποκαλυφθεί η αφρικανική του καταγωγή. Η συμφωνία κλείνεται με την υπόσχεση ότι ο Πίντσαρντ θα διευθύνει ειρηνικά το αγρόκτημα και τελικά θα παντρευτεί την κόρη του Κορνέλ, αλλά δεν αργεί να γίνει βάναυσος, αγοράζοντας σκλάβους και διαπράττοντας ατελείωτες φρικαλεότητες.
Στη σημερινή εποχή, ακολουθούμε την έξυπνη, ευαίσθητη Έιλι Γκάρφιλντ από την ηλικία των τριών ετών μέχρι τα μεταδιδακτορικά της επιτεύγματα ως ιστορικός — το ίδιο το μυθιστόρημα γίνεται, εκ των υστέρων, το ίδιο το προϊόν των προσπαθειών της Έιλι ως ακαδημαϊκού ειδικευμένης στην προφορική ιστορία∙ στους λεγόμενους γκριό (τραγουδοποιοί της Δυτικής Αφρικής∙ θεωρούνται οι θεματοφύλακες των προφορικών παραδόσεων).
Τη συναντάμε ως τρίχρονη, τη μικρότερη κόρη της κυρίας Μέιμπελ Λι Γκάρφιλντ και του Δρ. Τζέφρι Λούις Γκάρφιλντ. Αδερφές της ‘Ειλι είναι η Λίντια, η μεγαλύτερη, και η Κάρολ Ρόουζ, η μεσαία. Οι Γκάρφιλντ ζουν στην «πόλη» που βρίσκεται βόρεια. Δεν χρειάζονται περισσότερες λεπτομέρειες η «πόλη» — είναι απλώς το μέρος όπου ταξιδεύουν, χάνονται ή επιστρέφουν (ή όχι) μερικοί από αυτούς που κατοικούν προς τα νότια, στην επινοημένη πόλη Τσικασίττα (παρόμοια με την Γιοκναπατάουφα στα βιβλία του Φώκνερ), όπου οι πρόγονοί της Έιλι ήταν κάποτε σκλάβοι και όπου η μητρική της οικογένεια εξακολουθεί να ζει.
Η Έιλι βρίσκεται στο επίκεντρο σχεδόν όλων των εντάσεων του βιβλίου: ανάμεσα στην «πόλη» και τον Βαθύ Νότο, τους μαύρους και τους λευκούς, την υψηλή και τη χαμηλή τάξη, την παραδοσιαρχία και τον προοδευτισμό, τη μητρότητα και την ανεξαρτησία, τις μάτσο αντιλήψεις και τον φεμινισμό.
Είμαστε μάρτυρες της ενηλικίωσής της στις δεκαετίες του 1970 και του 1980, ενώ παρατηρούμε με προσοχή την οικογένειά της: την ανοιχτόχρωμη γιαγιά της, που μερικές φορές περνάει για λευκή· την εξάρτηση της αδερφής της από το κρακ. Ωστόσο, η πιο σημαντική σχέση της ‘Ειλι είναι με τον θείο της, τον Ρουτ, έναν συνταξιούχο καθηγητή που της σύστησε για πρώτη φορά τα έργα του Du Bois.
Φυλετικό και οικογενειακό τραύμα
Τα πράγματα περιπλέκονται από το γεγονός ότι η Έιλι και οι αδερφές της κρύβουν ένα τρομακτικό οικογενειακό μυστικό, το οποίο γίνεται πηγή μεγάλου ψυχολογικού τραύματος. Μέσα από αυτή την καθοριστική παράβαση, η Jeffers αναπτύσσει μια σθεναρή αμφισβήτηση του ταξικού ρατσισμού, του χρωματισμού και του σεξισμού που επεκτείνει δυναμικά την έννοια της «διπλής συνείδησης» του Du Bois.
Παράλληλα με τις λεπτομέρειες της βίαιης μεταφοράς των Αφρικανών στην Αμερική και τη βία που βίωσαν οι ιθαγενείς Αμερικανοί, η Jeffers εξερευνά επίσης τα νεανικά χρόνια της μητέρας της Έιλι, Μπελ, και την εμπειρία της από τον φυλετικό διαχωρισμό, τις ταραχές κατά τη διάρκεια του κινήματος για τα πολιτικά δικαιώματα και την αλλαγή των πολιτισμικών αντιλήψεων. Κάνοντας συνεχώς flashback στην αφήγηση, η Jeffers συνενώνει τις εσωτερικές ζωές των Αφροαμερικανών χαρακτήρων της για να δείξει πώς επέζησαν από ιστορικές στιγμές.
Η σεξουαλική κακοποίηση αποτελεί κεντρικό θέμα. Η Έιλι και οι αδερφές της κρύβουν ένα τρομακτικό οικογενειακό μυστικό, το οποίο γίνεται πηγή μεγάλου ψυχολογικού τραύματος. Μέσα από αυτή την καθοριστική παράβαση, η Jeffers αναπτύσσει μια σθεναρή αμφισβήτηση του ταξικού ρατσισμού, του χρωματισμού και του σεξισμού που επεκτείνει δυναμικά την έννοια της «διπλής συνείδησης» του Du Bois.
Το μυθιστόρημα της Honorée Fanonne Jeffers συνομιλεί κειμενικά με τα έργα των Harriet Jacobs, Zora Neale Hurston, Alice Walker και Toni Morrison, για να αναφέρουμε μόνο μερικά. Αφηγείται ιστορίες γυναικών που είδαν τον εκτοπισμό και τη σφαγή, την υποδούλωση των Αφρικανών, τη γέννηση ενός νέου έθνους και τους κινδύνους της αφροαμερικανικής κοινότητας στη σύγχρονη εποχή.
Η Jeffers ξετυλίγει τις ιστορίες χρησιμοποιώντας διάφορα στυλ — οι ιστορίες των αυτοχθόνων Κρι και της κλοπής της γης τους, της εκδίωξής τους και η επακόλουθη μοίρα των Μαύρων που έμειναν να καλλιεργούν τα εδάφη θυμίζουν αφηγήσεις αντίστασης — με τους υπότιτλους να περιγράφουν τη δράση που θα ακολουθήσει σε κάθε ενότητα. Η σε σημεία ονειρική αφήγηση θυμίζει σε σημεία στο γνωστό ύφος της Toni Morrison που συγγενεύει με τον μαγικό ρεαλισμό.
Αφύπνιση και ελπίδα
Σ’ ένα πολυεπίπεδο μυθιστόρημα, η συγγραφέας αναμετριέται με επιτυχία με δύσκολα θέματα όπως το οικιακό δουλεμπόριο, η αιμομιξία, η παιδοφιλία, ο μισογυνισμός, η συνείδηση του χρώματος, ο ταξικός ρατσισμός, η μεταβίβαση του τραύματος και η απίστευτη βιαιότητα μέσα στην οποία γεννήθηκε η Αμερική. Είναι, πρώτα απ’ όλα, ένα μυθιστόρημα για την εμπειρία της μαύρης Αφρικής, αλλά αποτυπώνει επίσης τη διασταύρωση της ζωής των ιθαγενών Αμερικανών και των Αφροαμερικανών και την ακανθώδη κληρονομιά του αποικιοκρατίας και της δουλείας. Ενώ είναι βυθισμένο στην ιστορία, ήταν επίσης μια υποβλητική ιστορία ενηλικίωσης που ασχολήθηκε με το τραύμα, την κακοποίηση, τον ρατσισμό, τις διακρίσεις και τον ακαδημαϊκό χώρο.
Παρά το μεταβαλλόμενο πολιτισμικό τοπίο, οι Αφροαμερικανοί εξακολουθούν να υφίστανται κραυγαλέες και ανεπαίσθητες μορφές ρατσισμού και διακρίσεων. Ο εσωτερικευμένος ρατσισμός είναι επίσης διαδεδομένος, καθώς οι πιο ανοιχτόχρωμοι τείνουν να περιφρονούν όσους έχουν πιο σκούρες αποχρώσεις.
Εν έτη 2025, οι Αφροαμερικανοί παραμένουν de facto υποβαθμισμένοι. Το δόγμα «ελεύθεροι αλλά όχι ίσοι» που επιβλήθηκε στο τέλος του Αμερικανικού Εμφυλίου συνεχίζει ισχύει μέχρι σήμερα, έστω και με σημαντικές βελτιώσεις. Σ’ αυτό το πλαίσιο, Τα τραγούδια αγάπης του WEB Du Bois προσφέρουν ένα βαθυστόχαστο αφήγημα αφύπνισης, ελπίδας και αντίστασης.
![]()























Honorée Fanonne Jeffers, Τα τραγούδια αγάπης του Γ. Ε. Μπ. Ντυ Μπουά, μτφρ: Μυρτώ Καλοφωλιά, Πατάκης, 2025
