15 ιστορικές προτάσεις: Από τον Α’ Παγκόσμιο στον Ψυχρό Πόλεμο (του Σπύρου Κακουριώτη)

0
1135

 

 

 

 

του Σπύρου Κακουριώτη

 

Τελευταίες ετοιμασίες, κλεφτές ματιές στον κατάλογο με τα απαραίτητα των διακοπών, με άγχος αλλά και προσδοκία για όσα θα ακολουθήσουν. Ένας τέτοιος κατάλογος, φτιαγμένος για διακοπές με μακρόσυρτες αναγνώσεις, είναι κι αυτός που ακολουθεί, από φιλίστορα για φιλίστορες…

 

Δημήτρης Μπαχάρας, Η οικογένεια Κανακάρη-Ρούφου, Εστία

Η βιογραφία αποτελεί, για την ελληνική ιστοριογραφία, ένα ελάχιστα καλλιεργημένο είδος, πόσο μάλλον όταν αφορά όχι ένα πρόσωπο αλλά μια ολόκληρη οικογένεια, σε βάθος χρόνου που πλησιάζει τους δύο αιώνες. Έτσι, το εγχείρημα που ανέλαβε ο ιστορικός Δημήτρης Μπαχάρας, να ανασυστήσει την πορεία μιας από τις γνωστότερες αρχοντικές οικογένειες της Πελοποννήσου και τον βίο των μελών της, από την Επανάσταση του 1821 μέχρι τη δικτατορία των συνταγματαρχών, υπήρξε εξαρχής τολμηρό. Με καταγωγή από την Ιταλία, οι Ρούφοι αποτέλεσαν ένα από τα σημαντικότερα πολιτικά τζάκια, με καθοριστική παρουσία στην οικονομική και πολιτική ζωή του Μοριά ήδη από τον 18ο αιώνα. Στον βίο των μελών της οικογένειας, ιδιαίτερα του αντιπροέδρου του Εκτελεστικού της επαναστατικής περιόδου, Αθανάσιου Κανακάρη-Ρούφου ή του πρωθυπουργού της Μεσοβασιλείας (1863) και των πρώτων ετών του Γεωργίου Α’, Μπενιζέλου Ρούφου, αντικατοπτρίζεται η εποχή τους και ένα μεγάλο μέρος της ιστορίας της χώρας. Εντρυφώντας σε οικογενειακά αρχεία, οικονομικά δεδομένα και τραπεζικά κατάστιχα, δημοσιευμένο και αδημοσίευτο υλικό, φέρνει τον αναγνώστη σε επαφή τόσο με τα πρόσωπα –τους εκάστοτε αρχηγούς της οικογένειας, με πρώτο τον «γενάρχη» Μπενιζέλο Ρούφο και τη σύζυγό του Αγγελική Κανακάρη και τελευταίο τον διπλωμάτη και λογοτέχνη Ρόδη Ρούφο– όσο και με την πολιτική, οικονομική και κοινωνική ανάλυση της πολιτείας τους, της συγκρότησης των δικτύων πολιτικής επιρροής τους σε ολόκληρη την Πελοπόννησο, τη δημιουργία και εξέλιξη των τοπικών κομμάτων της Ελλάδας του 19ου αιώνα κ.λπ.

Βρες το εδώ

Ίων Δραγούμης, Τα «κρυμμένα» ημερολόγια: Οκτώβριος 1912 – Αύγουστος 1913, Πατάκης

Ένα κενό έντεκα κρίσιμων μηνών, των μηνών που συμπίπτουν με τους Βαλκανικούς Πολέμους, καλύπτει ο ανά χείρας τόμος, που εκδόθηκε με αφορμή τη συμπλήρωση εκατό χρόνων από τη δολοφονία του Ίωνα Δραγούμη. Πρόκειται για ένα κενό που δημιούργησε το πρόγραμμα της έκδοσης των ημερολογιακών τετραδίων του, τα οποία φυλάσσονται στην Αμερικανική Σχολή Κλασικών Σπουδών στην Αθήνα, καθώς ανάμεσα στον τέταρτο και τον πέμπτο τόμο των ήδη εκδομένων Φύλλων ημερολογίου (εκδόσεις Ερμής) έχει παραλειφθεί αυτό το κρίσιμο χρονικό διάστημα. Πρόκειται για το μεγαλύτερο μέρος από το μερικώς δημοσιευμένο Τετράδιο με αριθμό 18, το οποίο παρουσιάζεται στον ανά χείρας τόμο σε επιμέλεια του Νώντα Τσίγκα, συστηματικού μελετητή του έργου του Δραγούμη. Τα «κρυμμένα» ημερολόγια αφορoύν μια ιστορική περίοδο κατά τη διάρκεια της οποίας ο Ίων Δραγούμης, που ανήκει ήδη στο διπλωματικό σώμα, υπηρετεί ως έφεδρος δεκανέας πεζικού, αποσπασμένος με ρόλο πολιτικού συμβούλου του τότε διαδόχου Κωνσταντίνου στο Γενικό Επιτελείο, θέση που του επιτρέπει να παρακολουθεί εκ του σύνεγγυς τις πολεμικές εξελίξεις. Ο Δραγούμης συμμετέχει με βαριά καρδιά στην πολεμική εξόρμηση που θα διπλασιάσει την ελληνική επικράτεια, καθώς οι Βαλκανικοί Πόλεμοι αποτελούν την έμπρακτη απόδειξη της αποτυχίας του οράματος της «Ανατολικής Αυτοκρατορίας», το οποίο είχε επεξεργαστεί και είχε επιχειρήσει να προετοιμάσει, με την «Οργάνωση Κωνσταντινουπόλεως», μαζί με τον στενό του φίλο Αθανάσιο Σουλιώτη-Νικολαΐδη ήδη από το 1908. Παρά την απογοήτευσή του, θα διαδραματίσει πρωταγωνιστικό ρόλο στις διαπραγματεύσεις με τον οθωμανό διοικητή Ταχσίν πασά για την παράδοση της Θεσσαλονίκης, ενώ μέσα από τις ημερολογιακές του καταγραφές παρακολουθούμε να κυλά πυκνός ο ιστορικός χρόνος: η δολοφονία του βασιλιά Γεωργίου Α’ στη Θεσσαλονίκη, η άνοδος στον θρόνο του Κωνσταντίνου Α’, η προσάρτηση των Νέων Χωρών και η παντοδυναμία του Βενιζέλου έχουν τη θέση τους στις σελίδες του. Εκτός, όμως, από τις πολιτικές καταγραφές, ο αναγνώστης αναγνωρίζει εδώ την ανυπότακτη ιδιοσυγκρασία και τον αντισυμβατικό χαρακτήρα του βίου του, διακρίνει την πιο ώριμη αλλαγή στην πνευματική του πορεία ν’ αρχίζει να ξεδιπλώνεται, ενώ τον συναντά στην πιο καλή στιγμή του έρωτά του με τη νεαρή ηθοποιό Μαρίκα Κοτοπούλη.

Βρες το εδώ

Στράτος Δορδανάς, Οι αργυρώνητοι, Αλεξάνδρεια

Ο συγγραφέας της ανά χείρας μελέτης έχει εμπλουτίσει την ελληνική ιστοριογραφία με δύο τόμους αφιερωμένους στη δράση των ένοπλων δωσιλογικών σχηματισμών στη Θεσσαλονίκη της Κατοχής (Έλληνες εναντίον Ελλήνων, Επίκεντρο 2006) και τις επιβιώσεις του δωσιλογισμού στη μεταπολεμική Μακεδονία (Η γερμανική στολή στη ναφθαλίνη, Εστία 2011). Αφιερώνοντας τώρα έναν τόμο στη γερμανική προπαγάνδα στην Ελλάδα κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, προσφέρει, αναδρομικά, στον αναγνώστη ένα είδος εισαγωγής, καθώς εδώ παρακολουθεί και αναλύει τους μηχανισμούς εκείνους που δημιούργησαν, σε ένα τμήμα της ελληνικής κοινωνίας, νοοτροπίες γερμανοφιλίας που θα επιβιώσουν πολύ μετά τον Α’ Παγκόσμιο και τον Διχασμό, για να αναδυθούν και πάλι, με μεγαλύτερη σφοδρότητα, κατά την Κατοχή, στην εθνικοσοσιαλιστική τους εκδοχή. Στη μελέτη του, ο Στράτος Δορδανάς διερευνά εξονυχιστικά τις διαθέσιμες πηγές, διπλωματικές και άλλες, προκειμένου να ανασυστήσει το πυκνό δίκτυο προπαγάνδας και κατασκοπείας που συγκροτήθηκε στην Ελλάδα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, γύρω από ένα σχεδόν μυθικό, στην εποχή του, πρόσωπο: τον βαρώνο Σενκ. Το γερμανικό προπαγανδιστικό δίκτυο συμπληρωνόταν από τον πρέσβη Μίρμπαχ και τον στρατιωτικό ακόλουθο φον Φαλκενχάουζεν, που συγκροτούσαν τους πόλους μιας κάθε άλλο παρά ανέφελης συνεργασίας. Αφού παρουσιάσει τη συγκρότηση του δικτύου αυτού, ο συγγραφέας εξετάζει την απόκριση των ελληνικών αρχών, από το παλάτι μέχρι τον κατώτερο διοικητικό μηχανισμό, στα γερμανικά συμφέροντα και επιθυμίες, αποδεικνύοντας ότι, από τα τέλη του 1915 και μετά, το αντιβενιζελικό κράτος κάθε άλλο παρά ουδέτερη στάση τήρησε απέναντι στις Κεντρικές Δυνάμεις. Η αντιπαράθεση των δύο ελληνικών κυβερνήσεων, της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης, και η γερμανική εμπλοκή στις μεταξύ τους αψιμαχίες, αλλά και η δημιουργία μιας «πέμπτης φάλαγγας» γερμανόφιλων, από τις τάξεις του Δ’ Σώματος Στρατού, που βρέθηκε «φιλοξενούμενο» στο Γκαίρλιτς, εξετάζονται ενδελεχώς στην ανά χείρας μελέτη, ως αναβαθμοί που δημιούργησαν γόνιμο έδαφος για την εθνικοσοσιαλιστική προπαγάνδα που, με πολύ διαφορετικούς όρους, θα επιχειρήσει να κυριαρχήσει στον Μεσοπόλεμο και την Κατοχή.

Βρες το εδώ

Heinz Richter, Ο ελληνοτουρκικός πόλεμος 1919-1922, Γκοβόστης

Καθώς βαδίζουμε προς το δεύτερο σημαντικό ιωβηλαίο της δεκαετίας, την εκατονταετηρίδα της Μικρασιατικής Καταστροφής, ιστορικοί, αλλά και εκδότες, επιδιώκουν να καταλάβουν εγκαίρως θέσεις στις προθήκες των βιβλιοπωλείων, φυσικών και ψηφιακών. Ο Χάιντς Ρίχτερ, ο κάποτε ρηξικέλευθος αρνητής της ψυχροπολεμικής ιστοριογραφίας (και νυν υμνητής των «ιπποτών της Βέρμαχτ», των γερμανών αλεξιπτωτιστών στην Κρήτη), είναι ένας από αυτούς. Η ανά χείρας μελέτη εκδόθηκε το 2016 στη Γερμανία, στα γερμανικά και στα αγγλικά, με στόχο να αφηγηθεί την τραγική τετραετία που οδήγησε την Ελλάδα από το όνειρο της «Μεγάλης Ιδέας» στη Μικρασιατική Καταστροφή, εστιάζοντας τόσο στις διπλωματικές εξελίξεις και στο διεθνές πλαίσιο όσο και στις πολιτικές και στρατιωτικές εξελίξεις στην ελληνική, κυρίως, αλλά και στην τουρκική, δευτερευόντως, πλευρά. Αναπόφευκτα, η οπτική γωνία του Ρίχτερ είναι «ελληνοκεντρική» (κι όχι μόνο λόγω της συστηματικής ενασχόλησής του με την ελληνική και κυπριακή ιστορία), αυτό όμως δεν είναι το μόνο προβληματικό σημείο του έργου του. Η αφήγηση που συνθέτει ο Ρίχτερ είναι εστιασμένη στα πολιτικοδιπλωματικά και στρατιωτικά γεγονότα, τα διλήμματα και τις αποφάσεις των «μεγάλων ανδρών», εντέλει τις ευθύνες τους: ο κάποτε ριζοσπάστης ιστορικός δεν διστάζει να ενδυθεί, καταθέτοντας τα συμπεράσματά του, τη δικαστική τήβεννο και να κατανείμει στον Βενιζέλο, τον Λόυδ Τζώρτζ, τους αντιβενιζελικούς ή τον Κεμάλ τις ευθύνες που, σύμφωνα με την ετυμηγορία του, τους αναλογούν. Ποιος απ’ όλους τους πρωταγωνιστές βρίσκεται σχεδόν στο απυρόβλητο; Δεν είναι δύσκολο να μαντέψει κανείς: ο κουνιάδος του Κάιζερ Γουλιέλμου, ο Κωνσταντίνος Α’…

Βρες το εδώ

Δημήτρης Λιβιεράτος, Οι γραμματείς του ΣΕΚΕ και του ΚΚΕ (1918-1991), Κουκκίδα

Ιστορίες του ΚΚΕ έχουν γραφεί αρκετές, είτε επίσημες είτε ανεπίσημες. Κανείς όμως μέχρι σήμερα δεν επιχείρησε να αφηγηθεί την υπερεκατονταετή ιστορία του κόμματος μέσα από τη διαδοχή των γραμματέων του. Μια τέτοια αφήγηση, όπως αυτή που επιχειρεί στον ανά χείρας τόμο ο χρονικογράφος του εργατικού κινήματος και από μακρού χρόνου αγωνιστής της «αιρετικής αριστεράς» Δημήτρης Λιβιεράτος, πιθανόν δεν πρόκειται να αλλάξει την κατεύθυνση στην οποία βλέπουμε ότι κινήθηκε η πορεία του ΚΚΕ· μπορεί όμως να δώσει στον αναγνώστη μια αίσθηση για την ενδεχομενικότητα αυτής της ιστορίας. Όπως φαίνεται και από το γεγονός ότι, μέχρι την ανάληψη της ηγεσίας του κόμματος από τον Κώστα Κολιγιάννη, το 1957, όλοι οι πριν από αυτόν γενικοί γραμματείς είχαν διαγραφεί από το κόμμα, καθώς θεωρήθηκε ότι εξέφραζαν γραμμή διαφορετική από την κάθε φορά «ορθή». Κι αυτοί δεν υπήρξαν λίγοι: Δεκατέσσερις διαφορετικοί αγωνιστές, εκφραστές δεξιότερων ή αριστερότερων τοποθετήσεων, καταγράφει ο συγγραφέας στη μελέτη του. Με την εξαίρεση του Ζαχαριάδη, το ΚΚΕ άλλαζε ηγεσία περίπου κάθε δύο χρόνια! Από αυτούς, άλλοι έπεσαν νεκροί από τα πυρά των γερμανών ή των ιταλών κατακτητών, άλλοι εξαφανίστηκαν κατά τις σταλινικές εκκαθαρίσεις κι άλλοι πέρασαν στη συνεργασία με την ελληνική Ασφάλεια. Ανάμεσά τους ξεχωρίζουν μορφές ευγενικές, όπως ο Παντελής Πουλιόπουλος ή ο Θωμάς Αποστολίδης, μορφές άξεστες, όπως ο τυχοδιώκτης Νίκος Σαργολόγος ή ο «στοιχειώδικα ανίκανος» Ανδρέας Τσίπας, και μορφές ολότελα τραγικές, όπως ο Νίκος Ζαχαριάδης. Μέσα από την παρουσία όλων αυτών που κράτησαν στα χέρια τους για λιγότερο ή περισσότερο χρόνο το τιμόνι του ΚΚΕ διαγράφεται σε όλη της τη διαφορετικότητα και κάποτε την εσωτερική δυναμική η ιστορία του κόμματος.

Βρες το εδώ

Γιάννης Παντελάκης, Los buenos antifascistas, Θεμέλιο

Σε περίπου 400 υπολογίζονται οι έλληνες και οι κύπριοι εθελοντές που πολέμησαν στον Ισπανικό Εμφύλιο Πόλεμο μέσα από τις γραμμές των Διεθνών Ταξιαρχιών, ενώ ένας επιπλέον μικρός αριθμός εντάχθηκε στις γραμμές των αναρχικών της FAI/CNT ή των τροτσκιστών του POUM (με επιφανέστερο τον ηγέτη των αρχειομαρξιστών Δημήτρη Γιωτόπουλο, που συνελήφθη από τους σταλινικούς). Από αυτούς, οι 100 περίπου έμειναν για πάντα στην Ισπανία, συχνά θαμμένοι σε κάποιο χαντάκι στην άκρη του δρόμου, έχοντας δώσει τη ζωή τους για την υπεράσπιση της Δημοκρατίας. Ο δημοσιογράφος Γιάννης Παντελάκης, ερευνώντας τα αρχεία των Διεθνών Ταξιαρχιών που πρόσφατα έγιναν προσβάσιμα και μέσω του Διαδικτύου, πραγματοποιώντας επιτόπια έρευνα στα «έμπεδα» των Ταξιαρχιών, στο Αλμπαθέτε, συνθέτει μια περιεκτική αφήγηση μιας ελάχιστα καταγεγραμμένης, άγνωστης εν πολλοίς, εποποιίας. Μιας εποποιίας διεθνιστικής αλληλεγγύης, που σφράγισε μια γενιά αγωνιστών, οι οποίοι ξεκίνησαν από κάθε γωνιά του πλανήτη προκειμένου να αντιμετωπίσουν τον επελαύνοντα φασισμό. Οι περισσότεροι έλληνες εθελοντές πήγαν στην Ισπανία από τις ΗΠΑ όπου βρίσκονταν ως μετανάστες, ενώ οι ναυτεργάτες που έδωσαν το «παρών» αποτελούσαν τη δεύτερη μεγαλύτερη ομάδα. Λίγοι προέρχονταν από την Ελλάδα, όπου η δικτατορία του Μεταξά είχε απαγορεύσει τη μετάβαση στην Ισπανία. Η αφήγηση παρακολουθεί την κατάταξη των εθελοντών, τον σχηματισμό του ελληνικού λόχου («Νίκος Ζαχαριάδης», που αργότερα μετονομάστηκε σε «Ρήγας Φεραίος»), αλλά και τη συμμετοχή των ελληνοαμερικανών στην Ταξιαρχία Αβραάμ Λίνκολν. Αναφορά γίνεται επίσης στην αντιμετώπιση του Ισπανικού Εμφυλίου στην Ελλάδα της εποχής, αλλά και στην Retirada, την υποχώρηση των Δημοκρατικών πέρα από τα Πυρηναία, στη Γαλλία, όπου κλείστηκαν σε στρατόπεδα υπό άθλιες συνθήκες, για να παραδοθούν στη συνέχεια στο καθεστώς του Βισύ. Το βιβλίο συμπληρώνεται με την καταγραφή σύντομων βιογραφικών στοιχείων για τους περισσότερους από τους έλληνες και κυπρίους εθελοντές, αποτελώντας πολύτιμη πρώτη ύλη για τον ιστορικό του μέλλοντος…

Βρες το εδώ

Νικόλαος Δ. Τζουγανάτος, Όταν οι τοίχοι μιλούν, Εστία

Το όνομα του συγγραφέα του παρόντος δεν είναι άγνωστο, τουλάχιστον στους παλαιότερους. Όσοι ακολούθησαν κλασική κατεύθυνση στις σπουδές τους, σίγουρα θα έχουν χρησιμοποιήσει κάποια από τις θεματογραφίες αρχαίων ή λατινικών που συνέθεσε. Δεινός αρχαιοελληνιστής, φιλόλογος και κατόπιν γυμνασιάρχης στο Βαρβάκειο, έπειτα κορυφαίος φροντιστής, ο Νικόλαος Τζουγανάτος, κατά τη διάρκεια της Κατοχής είχε δραστηριοποιηθεί στις επιτροπές αλληλεγγύης και στα λαϊκά συσσίτια στο Χαλάνδρι. Αυτή η τελευταία δραστηριότητα, τού κόστισε την κατηγορία του… ηθικού αυτουργού δολοφονιών, μετά τα Δεκεμβριανά. Αποτέλεσμα, να προφυλακισθεί για πέντε μήνες το 1945 στις φυλακές Χατζηκώστα. Λίγο μετά την αποφυλάκισή του, τον Οκτώβριο του 1945, δημοσίευσε στη σοσιαλιστική εφημερίδα Μάχη, με υπογραφή «α.α.», τη μαρτυρία του όχι για την περιπέτειά του αλλά για τα νωπά ακόμη ίχνη που είχαν αφήσει στους τοίχους των υπογείων της φυλακής οι κρατούμενοι της κατοχικής περιόδου, οι περισσότεροι των οποίων μελλοθάνατοι. Στο κείμενο που δημοσίευσε δεν φείδεται σκληρών εκφράσεων για τους ποικίλους συνεργάτες του κατακτητή –οι φυλακές Χατζηκώστα λειτουργούσαν υπό την ευθύνη της διαβόητης Ειδικής Ασφάλειας και σε αυτές κατέληγαν όσοι είχαν την «τύχη» να βγουν ζωντανοί από το άντρο βασανιστηρίων της οδού Ελπίδος, στην πλατεία Βικτωρίας. Το κείμενο αυτό παρέμεινε στο αρχείο του συγγραφέα του, καθώς ακολούθησαν ακόμη δυσκολότερα χρόνια, που θα οδηγήσουν στην απόλυσή του από το Βαρβάκειο, σε εφαρμογή του Θ’ Ψηφίσματος, το 1947. Δεν περιέπεσε όμως στη λήθη, αφού το 1978 ο συγγραφέας του προετοίμασε μια νέα, επαυξημένη εκδοχή του, την οποία φαίνεται πως προόριζε για έκδοση. Το σημαντικό αυτό τεκμήριο εκδίδεται σήμερα, συνοδευόμενο από εισαγωγή του Νίκου Αλιβιζάτου και επίμετρο του ιστορικού Στρατή Μπουρνάζου, ο οποίος τοποθετεί την αφήγηση στο ιστορικό της πλαίσιο, παρέχοντας στον αναγνώστη τις αναγκαίες γνώσεις προκειμένου να παρακολουθήσει το χρονικό του κεφαλλονίτη φιλόλογου.

Βρες το εδώ

Πάνος Ζέρβας, Σημειώσεις για τον Εμφύλιο, τόμ. Α, Αντίσταση και κατοχικός εμφύλιος 1941-1944, Επίκεντρο

Ο συγγραφέας των Σημειώσεων αυτών δεν είναι ιστορικός· όπως παραδέχεται κι ο ίδιος, προσέγγισε το θέμα του Εμφυλίου με το θάρρος που του προσέφερε η λογοτεχνία. Η αφετηρία αυτή προσδίδει στο εγχείρημά του –που δεν είναι άλλο από το να αφηγηθεί τη δεκαετία του 1940 μέσα από μια προσωπική, αλλά διόλου αυθαίρετη, ματιά– μια εντιμότητα προθέσεων που συμπληρώνεται από την εξαιρετικά ρέουσα, ευχάριστη και, όπου απαιτείται, ποικιλμένη από χιουμοριστικές πινελιές γραφή του. Μπορεί ο Πάνος Ζέρβας να μην είναι ιστορικός, με την ακαδημαϊκή έννοια του όρου, παρακολούθησε όμως στενά και έλαβε μέρος στις συζητήσεις των τελευταίων είκοσι ετών για τη δεκαετία του 1940. Έχοντας μετερίζι μια καλύβα ψηλά στο βουνό, ένα από τα καλύτερα ιστολόγια του ελληνικού Διαδικτύου, επεξεργάστηκε εκεί πολλές από τις ιδέες και τις απόψεις που αποτυπώνονται στον ανά χείρας τόμο, ιδέες που έθετε σε ζωντανό (και κάποτε ζωηρό) διάλογο με την ομάδα των φίλων που παρακολουθούσαν το ιστολόγιο. Έτσι, οι Σημειώσεις αποτελούν την επεξεργασμένη συνέχεια εκείνων των συζητήσεων, οι οποίες γίνονταν παράλληλα με (αλλά ανεξάρτητα από) τον διάλογο των ιστορικών για τον Εμφύλιο (την καθ’ ημάς «διαμάχη των ιστορικών», της πρώτης δεκαετίας του αιώνα μας). Ο συγγραφέας δοκίμασε τα κείμενά του και τις ιδέες των Σημειώσεων στο ομώνυμο ιστολόγιο, πριν τις βασανίσει για μια ακόμη φορά ώστε να πάρουν την τελική μορφή του τυπωμένου βιβλίου. Ο τρόπος που δούλεψε τον φέρνει αρκετά κοντά εκείνον του επαγγελματία ιστορικού, δίνοντάς μας ένα έξοχο παράδειγμα (ένα case study, στην πραγματικότητα) παραγωγής αξιόλογης και έγκυρης δημόσιας ιστορίας, απαλλαγμένης από κραυγές και σκοπιμότητες. Στον παρόντα τόμο, ο συγγραφέας καταπιάνεται με την περίοδο της Αντίστασης και των κατοχικών εμφυλίων συγκρούσεων, σκοπεύοντας να ολοκληρώσει το έργο του με δύο ακόμη τόμους, που θα αφορούν ο μεν τα Δεκεμβριανά, τον «αφανή εμφύλιο» (δηλαδή την «λευκή τρομοκρατία») και τον εμφύλιο πόλεμο, ο δε θα οδηγεί την αφήγηση μέχρι το 1974.

Βρες το εδώ

Johann Chapoutot, Ελεύθερος να υπακούς, Άγρα

Πόσο συχνά στην καθημερινή του επικοινωνία με υπαλλήλους εταιρειών, από τους πλέον «ταπεινούς» τηλεφωνητές μέχρι τις πωλήτριες ή τα στελέχη των επιχειρήσεων, δεν αναγνωρίζει κανείς στον τρόπο με τον οποίο του απαντούν φράσεις βγαλμένες από τις σελίδες κάποιου εγχειριδίου μάνατζμεντ; Πολύ συχνά, το δίχως άλλο. Στερεοτυπικές συμπεριφορές, που διατρέχουν από πάνω μέχρι κάτω τον σύγχρονο κόσμο των επιχειρήσεων. Όσοι δυσφορούν με αυτό, ίσως αισθανθούν δικαιωμένοι διαβάζοντας την ανά χείρας μελέτη του Ζοάν Σαπουτό για «Το μάνατζμεντ από το ναζισμό μέχρι σήμερα». Σε αυτήν, ο γάλλος ιστορικός ανιχνεύει τις ρίζες του σύγχρονου μάνατζμεντ στα χρόνια του Γ’ Ράιχ, επικεντρώνοντας, συγκεκριμένα, στον διανοούμενο τεχνοκράτη και στρατηγό των Ες Ες Ράινχαρτ Xεν (1904-2000). Νομικός με ριζοσπαστικές θέσεις, υποστηρικτής της σταδιακής κατάργησης του κράτους και της αντικατάστασής του από τη «φυλετική κοινότητα», συνέβαλε στην ανάπτυξη της ναζιστικής θεωρίας, μελετώντας την προσαρμογή των θεσμών, μέσω των απαραίτητων μεταρρυθμίσεων, στο επερχόμενο Μεγάλο Ράιχ. Όπως και για χιλιάδες άλλους «απλούς» γραφειοκράτες, το τέλος του πολέμου και η αποναζιστικοποίηση θα σημάνει το πέρασμά του στην αφάνεια για κάποιο χρονικό διάστημα. Σε λιγότερο από μια δεκαετία, όμως, ο Χεν θα ιδρύσει στο Μπαντ Χάρτσμπουργκ μια σχολή διοίκησης επιχειρήσεων από την οποία, τις επόμενες δεκαετίες, θα περάσει η οικονομική και διοικητική ελίτ της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας: περίπου 600.000 στελέχη των μεγαλύτερων γερμανικών εταιρειών διδάχθηκαν, χάρη στα σεμινάριά του και τα εγχειρίδια που εξέδιδε τακτικά, πώς να διοικούν το «ανθρώπινο δυναμικό»· πιο συγκεκριμένα, διδάχθηκαν την ιεραρχική οργάνωση στόχων, για την επίτευξη των οποίων ήταν ελεύθερος ο παραγωγός να επιλέγει τα μέσα. Ακόμη κι αν, με την πάροδο του χρόνου, έκαναν την εμφάνισή τους νεότερες προσεγγίσεις, λιγότερο ιεραρχικές, ο ναζισμός διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη των θεωριών διοίκησης και αποτέλεσε μία από τις βάσεις του σύγχρονου μάνατζμεντ…

Βρες το εδώ

Laurence Rees, Το Ολοκαύτωμα: Μια νέα ιστορία, Πατάκης

Ο συγγραφέας είναι ένας από τους πλέον επιτυχημένους δημόσιους ιστορικούς στη Βρετανία, με δεκάδες ιστορικά τηλεοπτικά ντοκιμαντέρ στο ενεργητικό του, καθώς και οκτώ μονογραφίες, αφιερωμένες όλες στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και, ιδιαίτερα, το ναζιστικό φαινόμενο. Η τελευταία από αυτές τις μελέτες αποτελεί μια συνθετική αφήγηση του Ολοκαυτώματος και της πορείας που ακολούθησε ο ναζιστικός αντισημιτισμός μέχρι να φτάσει στην Τελική Λύση. Ο Λώρενς Ρης παρακολουθεί χρονιά τη χρονιά το εθνικοσοσιαλιστικό κόμμα και μαζί τον χαρισματικό αρχηγό του, τον Χίτλερ, να πορεύονται από την καταστολή της κομμουνιστικής επανάστασης, στα 1919, στο «πραξικόπημα της μπυραρίας», το 1923, και σταδιακά στην κατάκτηση της εξουσίας το 1933. Παράλληλα, εξετάζει τον ρόλο που παίζει ο αντισημιτισμός στην κομματική ρητορική, πώς ριζοσπαστικοποιείται σταδιακά, για να μεταβληθεί σε «λυτρωτικό αντισημιτισμό», στην πεποίθηση, δηλαδή, ότι η εκμηδένιση των Εβραίων αποτελεί προϋπόθεση για τη «σωτηρία» του γερμανικού Volk. Ο συγγραφέας παρακολουθεί τη ριζοσπαστικοποίηση των αντιεβραϊκών μέτρων στη Γερμανία, τις διώξεις στην Αυστρία και την Τσεχοσλοβακία, όπου οι ναζί έρχονται αντιμέτωποι με πολύ μεγαλύτερους εβραϊκούς πληθυσμούς, μέχρι την απόφαση για την Τελική Λύση, την «άγρια» εξόντωση στην Ανατολή, τη συγκρότηση του στρατοπεδικού σύμπαντος και του δικτύου των στρατοπέδων εξόντωσης, μέχρι τις «πορείες θανάτου», με τις οποίες οι ναζί επέμεναν, ακόμη και την ύστατη γι’ αυτούς ώρα, στην εξόντωση των επιζώντων κρατουμένων… Ο Ρης προσφέρει στον αναγνώστη του μια περιεκτική ιστορία της Shoa (όπως και πολλοί άλλοι, διαφωνεί με τον όρο «Ολοκαύτωμα», μολονότι τον χρησιμοποιεί ως καθιερωμένο), που δύσκολα όμως μπορεί να δικαιολογήσει τον τίτλο «μια νέα ιστορία». Ο ίδιος αιτιολογεί αυτή την επιλογή του (οι εμπορικές ρίζες της οποίας δύσκολα αποκρύπτονται) επικαλούμενος τη χρησιμοποίηση πλήθους προφορικών μαρτυριών από επιζώντες και άλλους μάρτυρες. Όμως «νέα» είναι μια ιστορία όταν παρουσιάζει καινούργια στοιχεία ή, κυρίως, κάποιο καινούργιο ερμηνευτικό σχήμα, προϋποθέσεις στις οποίες δεν ανταποκρίνεται η ανά χείρας μελέτη.

Βρες το εδώ

Simon Wiesenthal, Οι δολοφόνοι ανάμεσά μας, Παπαδόπουλος

Το όνομα του Σίμον Βίζενταλ (1908-2005) έχει ταυτιστεί με αυτό του «κυνηγού των ναζί». Επιζών του Μαουτχάουζεν ο ίδιος, έχασε ολόκληρη την οικογένειά του στον πόλεμο και στους θαλάμους αερίων. Αποφεύγοντας να αφήσει την τραυματική αυτή εμπειρία να βυθιστεί στη λήθη και τη σιωπή, ο Βίζενταλ θα αναζητήσει δικαίωση· όχι μονάχα για τους δικούς του αλλά και για τα έξι εκατομμύρια εβραίων που χάθηκαν· δικαίωση, όχι εκδίκηση. Κι ο τρόπος γι’ αυτό δεν ήταν άλλος από την παραπομπή στη δικαιοσύνη όσο περισσότερων ναζί εγκληματιών πολέμου μπορούσε. Στόχος διόλου απλός, όχι μόνο γιατί όσοι διέφυγαν κρύβονταν πίσω από καινούργιες ταυτότητες αλλά και γιατί συχνά διέθεταν την ανοχή ή και την κάλυψη των κυβερνήσεων, έναντι της προσφοράς των υπηρεσιών τους στο καινούργιο πεδίο μάχης, αυτό του Ψυχρού Πολέμου. Ο Βίζενταλ ίδρυσε το 1947 ένα Κέντρο Τεκμηρίωσης στο Ληντς της Αυστρίας –ο ίδιος γεννήθηκε στη Γαλικία, που τότε ανήκε στην Αυστροουγγρική Αυτοκρατορία– ενώ μετά τη συμβολή του στην ανακάλυψη και παραπομπή στη δικαιοσύνη του Άιχμαν θα μεταφερθεί στη Βιέννη, όπου και εκεί θα εγκαταστήσει ένα Κέντρο Τεκμηρίωσης. Θα ακολουθήσουν πολλές ακόμη καταδιώξεις διάσημων ναζί, μεταξύ αυτών του επικεφαλής του προγράμματος ιατρικών πειραμάτων στο Άουσβιτς, Γιόζεφ Μένγκελε, ή του επιθεωρητή της Γκεστάπο που είχε συλλάβει την Άννα Φρανκ. Αυτό το ανελέητο κυνηγητό των εγκληματιών πολέμου, αυτήν τη διαρκή αναζήτηση δικαιοσύνης αφηγείται ο Βίζενταλ στον δημοσιογράφο του The New Yorker Joseph Wechsberg, στα μέσα της δεκαετίας του 1960, ο οποίος καταγράφει τα απομνημονεύματά του αρκετά νωρίς, πριν ο Βίζενταλ εμπλακεί στις μεγάλες μάχες της καριέρας του: εκείνες που θα τον φέρουν αντιμέτωπο με την πολιτική τάξη της Αυστρίας και την κυβέρνηση του καγκελάριου Μπρούνο Κράισκι, τέσσερις υπουργοί του οποίου ήταν μέλη του ναζιστικού κόμματος.

Βρες το εδώ

Diana Preston, Οκτώ μέρες στη Γιάλτα, Μεταίχμιο

Μολονότι μοιάζει δύσκολο να ειπωθεί κάτι πραγματικά καινούργιο σχετικά με τη Διάσκεψη των «Τριών Μεγάλων» στη Γιάλτα της Κριμαίας, τον Φεβρουάριο του 1945, αυτή δεν παύει να ερεθίζει τη φαντασία του κοινού, παίρνοντας συχνά μυθικές διαστάσεις. Μπορεί σε αυτήν ο Τσώρτσιλ, ο Ρούζβελτ και ο Στάλιν σε μεγάλο βαθμό να διαμόρφωσαν τον μεταπολεμικό κόσμο, όπως κάπως υπερβολικά θέλει ο υπότιτλος, ο ισχυρισμός όμως ότι τον «μοίρασαν», όπως υπερακοντίζει η ελληνική μετάφραση, μάλλον αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα των στερεοτυπικών αντιλήψεων που κυριάρχησαν σε σχέση με τη Γιάλτα ως συμπύκνωση των μεταπολεμικών διαιρέσεων της Ευρώπης. Βρετανίδα συγγραφέας με σπουδές Ιστορίας στην Οξφόρδη, η Νταϊάνα Πρέστον, μέσα από μια γλαφυρή αφήγηση, παρουσιάζει ένα χρονικό των οκτώ αυτών ημερών, το οποίο απευθύνεται στο ευρύ κοινό, εστιάζοντας τόσο στους πρωταγωνιστές όσο και στους παραγνωρισμένους δευτεραγωνιστές ή όσες πέρασαν απαρατήρητες από την ιστορική αφήγηση, όπως είναι οι κόρες του Ρούζβελτ και του Τσώρτσιλ, τη ματιά των οποίων παραθέτει πλάι σε εκείνη των διάσημων πατεράδων τους. Εναλλάσσοντας την αφήγησή της από τις διαπραγματεύσεις στις παρασκηνιακές δραστηριότητες πολιτικών, διπλωµατών και πρακτόρων, εστιάζοντας στις έντονες προσωπικότητες αλλά και σε λεπτομέρειες που πλουτίζουν την αφήγηση, η συγγραφέας αιχμαλωτίζει το ενδιαφέρον του αναγνώστη της σε μια συμπυκνωμένη και σύνθετη αποτύπωση των διαπραγματεύσεων που επηρέασαν καθοριστικά τη χάραξη του χάρτη της Ευρώπης και του κόσμου πριν ακόμη την οριστική ήττα του ναζιστικού τέρατος.

Βρες το εδώ

Ιωάννης Στεφανίδης, Ψυχρός Πόλεμος, ΕΑΠ

Τριάντα χρόνια μετά την οριστική υποστολή της κόκκινης σημαίας από το Κρεμλίνο και τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης, που σηματοδότησε το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, η μελέτη της συγκεκριμένης ιστορικής περιόδου έχει αποτελέσει ένα διακριτό πεδίο ιστορικών σπουδών, το οποίο δεν επικεντρώνεται πλέον μόνο στις διπλωματικές πτυχές των σχέσεων ανάμεσα στους δύο (ή τρεις) κόσμους αλλά, αντίθετα, ανοίγεται σε θεματικές της οικονομικής, της κοινωνικής και της πολιτισμικής ιστορίας. Το ανά χείρας βιβλίο του καθηγητή Διπλωματικής Ιστορίας Ιωάννη Στεφανίδη αποτελεί μια πρώτη εισαγωγή στην ιστορία του Ψυχρού Πολέμου, τόσο στη διεθνή του διάσταση όσο και στην ελληνική. Ξεκινώντας την αφήγησή του από τις τελευταίες φάσεις του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και τις εντάσεις που άρχισαν να αναφύονται μεταξύ των τριών Συμμάχων, παρακολουθεί βήμα το βήμα την κλιμάκωση του ανταγωνισμού ανάμεσα στα δύο στρατόπεδα, που στην αρχή κάθε άλλο παρά ψυχρός υπήρξε: ο ελληνικός εμφύλιος και στη συνέχεια ο πόλεμος της Κορέας θα αποτελέσουν τα πρώτα θερμά μέτωπα του Ψυχρού Πολέμου. Ο θάνατος του Στάλιν και η αλλαγή ηγεσίας και πολιτικής στη Σοβιετική Ένωση θα σηματοδοτήσουν την αρχή της ειρηνικής συνύπαρξης και της ύφεσης στις σχέσεις ΗΠΑ – ΕΣΣΔ, η οποία, με τη σειρά της, θα οδηγήσει στη σταδιακή αυτονόμηση μιας σειράς περιφερειακών παικτών –με πρώτη ανάμεσά τους τη Λαϊκή Κίνα– που θα αποτελέσει, κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1970, μείζονα πρόκληση, τόσο για τις ΗΠΑ όσο και για την ΕΣΣΔ. Οι προκλήσεις αυτές θα οδηγήσουν στην αναζωπύρωση της έντασης, ιδιαίτερα μετά τη σοβιετική εισβολή στο Αφγανιστάν, που θα καταλήξει στην πτώση του Τείχους, του συμβόλου της ψυχροπολεμικής διαίρεσης της Ευρώπης, και την διάλυση της ΕΣΣΔ. Τα τρία τελευταία κεφάλαια του βιβλίου είναι αφιερωμένα στην ελληνική εμπειρία του Ψυχρού Πολέμου, από το πρώτο «θερμό μέτωπο» της σύγκρουσης μέχρι την «αποευθυγράμμιση» της ελληνικής πολιτικής λόγω Κυπριακού και την πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική της Μεταπολίτευσης.

Βρες το εδώ

Ν. Μαραντζίδης – Η. Σκουλίδας (επιμ.), Ελλάδα και Αλβανία στον Ψυχρό Πόλεμο, Αλεξάνδρεια

Στην «άγνωστη» γειτονική Αλβανία και στις σχέσεις της με την Ελλάδα κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου εστιάζουν οι ένδεκα συμβολές στον συλλογικό αυτό τόμο, που επιχειρούν να προσεγγίσουν τις αποκλίνουσες πορείες των δύο χωρών, εντάσσοντάς τις παράλληλα στο διεθνές πλαίσιό τους. Οι συγγραφείς εστιάζουν σε τρεις, ιδιαίτερα, ιστορικές περιόδους, αναλύοντας λεπτομερώς τις εξελίξεις που τις χαρακτηρίζουν: την περίοδο της στερέωσης του αλβανικού σοσιαλιστικού καθεστώτος, που συμπίπτει με τον ελληνικό εμφύλιο πόλεμο και την εμπλοκή της Αλβανίας σε αυτόν –αλλά και με τις αποτυχημένες αμερικανοβρετανικές απόπειρες ανατροπής του καθεστώτος Χότζα. Έπειτα, την περίοδο της επίσημης σύναψης διπλωματικών σχέσεων, το 1970-71, στην οποία προχώρησε η ελληνική χούντα και, τέλος, την άρση του εμπολέμου με δήλωση της ελληνικής κυβέρνησης και, λίγο αργότερα, την κατάρρευση του σοσιαλιστικού καθεστώτος στην Αλβανία. Θέμα άγνωστο έξω από τον στενό κύκλο των ειδικευμένων μελετητών, προσφέρει στον αναγνώστη μια λεπτομερή εικόνα της παράλληλης πορείας των δύο γειτόνων, ιδίως κατά τη δεκαετία του 1940. Οι συμβολές που συγκεντρώνονται στον ανά χείρας τόμο παραμένουν άνισες, καθώς οι περισσότερες επιλέγουν να προσεγγίσουν το θέμα τους μέσα από το πρίσμα μιας «στεγνής» πολιτικής και διπλωματικής ιστορικής πραγμάτευσης (ενίοτε χωρίς να τηρούν τις απαραίτητες αποστάσεις από το λόγο του ελληνικού εθνικισμού), ενώ άλλες, περισσότερο διεισδυτικές, επιλέγουν να διερευνήσουν τις συνέπειες που είχε για το ελληνικό κράτος η συγκρότηση, η λειτουργία, αλλά και η αλληλοτροφοδότηση των ποικίλων δικτύων του βορειοηπειρωτισμού και της ελληνικής διοίκησης. Τέλος, τον τόμο συμπληρώνουν δύο περισσότερο βιωματικές προσεγγίσεις του συνόρου και της διάσχισής του και των ταυτοτήτων που συγκροτεί αυτή η μετακίνηση…

Βρες το εδώ

Patrick Radden Keefe, Μην πεις λέξη, Μεταίχμιο

Αμερικανός δημοσιογράφος και συγγραφέας ιρλανδικής καταγωγής, ο Πάτρικ Ράντεν Κιφ δεν ένιωθε ποτέ κάποια έλξη για τις «συναισθηματικές επιδείξεις φυλετικής αλληλεγγύης» των ομογενών του. Η ενασχόλησή του με τις «Ταραχές», την τριακονταετία ένοπλων συγκρούσεων ανάμεσα στις δύο θρησκευτικές κοινότητες και τον βρετανικό στρατό στη Βόρεια Ιρλανδία (1969-1998), οφείλεται σε έναν επικήδειο και ένα αρχείο: Ο θάνατος, το 2013, της Ντολόρς Πράις, μαχήτριας του «Προσωρινού» IRA που διαφώνησε με τη διαδικασία ειρήνευσης και την αποστασιοποίηση του Τζέρι Άνταμς, πολιτικού ηγέτη του Sinn Fein, από τον ένοπλο αγώνα, αποκάλυψε τη συνεχιζόμενη διαμάχη γύρω από το «μυστικό» αρχείο προφορικών συνεντεύξεων του Κολεγίου της Βοστώνης. Σε αυτό βρίσκονταν κατατεθειμένες μαρτυρίες ενόπλων αγωνιστών και των δύο πλευρών της βορειοϊρλανδικής διαμάχης, με τον όρο της εμπιστευτικότητας, έως τον θάνατο των πληροφορητών. Έπειτα όμως από σειρά δικαστικών αποφάσεων, μέρος αυτού του αρχείου παραδόθηκε στη δικαιοσύνη. Την ιστορία του αρχείου αυτού και των πληροφορητών του, όπως η Ντολόρς Πράις ή ο Μπρένταν Χιουζ· των θυμάτων, όπως η Τζιν Μακόνβιλ, χήρα μητέρα δέκα παιδιών που κάποια νύχτα απήχθη από ενόπλους του IRA και έκτοτε εξαφανίστηκε, με τη ρετσινιά της «προδότριας», για να ανακαλυφθεί το πτώμα της τυχαία δεκαετίες αργότερα· τέλος, του «ατσαλάκωτου» Τζέρι Άνταμς, που αποποιήθηκε την κληρονομιά του IRA για το κοστούμι του πολιτικού, κερδίζοντας την ειρήνη αλλά χάνοντας πολλούς από τους συντρόφους του· όλες αυτές τις ιστορίες χρησιμοποιεί ο συγγραφέας προκειμένου να ανασυστήσει την ιστορία των «Ταραχών». Η εστίαση στα πρόσωπα κάνει την αφήγηση περισσότερο ανάγλυφη, αλλά και αποσπασματική, για κάποιον που δεν έχει γνώση της περιόδου. Το μεγάλο πλεονέκτημά της όμως είναι η ανάδειξη της τραυματικής μνήμης που διατηρείται ακόμη στη Βόρεια Ιρλανδία, η οποία δεν επιτρέπει την ανοιχτή συζήτηση των πολλών και διαφορετικών πληγών που άφησε πίσω της η αιματηρή τριακονταετία της σύγκρουσης.

Βρες το εδώ

Προηγούμενο άρθροH  δεύτερη ζωή της Αντόνια Πότσι  (της Κωνσταντίνας Κορρυβάντη)
Επόμενο άρθροΑυτό το κάτι των βιβλίων  (της Μαρίζας Ντεκάστρο)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here