15+1 απαιτητικά non fiction για «σκληρούς» αναγνώστες (του Γιάννη Ν. Μπασκόζου)

0
5984
Evanou Art, Lazy Afternoon
Spread the love

 

 

του Γιάννη Ν. Μπασκόζου

 

«Σκληρούς αναγνώστες» λέμε αυτούς που διαβάζουν τουλάχιστον 10 βιβλία τον χρόνο. Οι πίνακες (Eurostat) δείχνουν ότι στην Ελλάδα το ποσοστό των ανθρώπων που διάβασαν πάνω από 10 βιβλίο τον χρόνο (ηλικίες 25-64) ήταν 7,8%. Στην κορυφή της κατάταξης των «σκληρών αναγνωστών» βρίσκονται η Ισλανδία (35,1%), το Λουξεμβούργο(24,4%) και η Φινλανδία(24,4%), ακολουθούμενες από τη Γερμανία(22,1%).

Ονομάζω τα προτεινόμενα βιβλία «απαιτητικά», μιας και δεν είναι βιβλία που απευθύνονται σε ένα πλατύ κοινό (χωρίς αυτό να αποκλείεται).  Δεν είναι μυθιστορήματα ή ιστορίες που διαβάζονται από μεγάλες κοινότητες αναγνωστών αλλά μελέτες πάνω σε διάφορα πεδία του επιστητού. Μπορεί σε κάποιους να αρέσει πολύ ο Κούντερα αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι τους ενδιαφέρει εξίσου να διαβάζουν από που αντλούσε τις εμπνεύσεις του. Μπορεί να διαβάζουν στα media άρθρα για τον υπερτουρισμό ή τα σκουπίδια αλλά δεν ψάχνουν οπωσδήποτε να διαβάσουν σχετικές έρευνες. Μπορεί να βλέπουν με ενθουσιασμό τα έργα του Μπέκετ αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι θα αναζητήσουν οπωσδήποτε μια μελέτη για τη φιλοσοφία τους.

Με αυτή την έννοια η λίστα των παρακάτω βιβλίων είναι για τους αναγνώστες που αναζητούν κάτι παραπέρα στις γνώσεις, στις εξηγήσεις, στις έρευνες, στη θεωρία της τέχνης. Διαβάζονται παντού, στη θάλασσα, το γραφείο, αργά το βράδυ στο μπαλκόνι. Προξενούν ευχαρίστηση.

 

 

Φλοράνς Νουαβίλ, Μίλαν Κούντερα, «Γράψιμο..τι ιδέα κι αυτή», μτφ. Γιάννης Η. Χάρης, Εστία

Ο Κούντερα είναι ο πιο επιδραστικός ευρωπαίος συγγραφέας του 20ου αιώνα. Η Φλοράνς και ο άνδρας της ήταν προσωπικοί φίλοι του ζεύγους Κούντερα, Μίλαν και Βέρας. Τους επισκέπτονταν συχνά, έκαναν περιπάτους κι έτρωγαν μαζί. Στις συναντήσεις αυτές ο Κούντερα δεν μιλούσε για λογοτεχνία αλλά για όλα τα άλλα.  Η Φλοράνς γνώριζε ότι ο Κούντερα απεχθανόταν να συνδέουν το έργο του με τη ζωή του Έγραφε: «ξεχάστε τη ζωή μου, ανοίξτε τα βιβλία μου». Οι συνεντεύξεις του ΄ήταν ελάχιστες, τα τελευταία χρόνια λόγω και της αρρώστιας του είχε χαθεί από τη δημοσιότητα. Η Φλοράνς προσπάθησε να γράψει λοιπόν τη βιογραφία του ακολουθώντας τα βιβλία του, τους τόπους και τους ανθρώπους στα οποία αναφέρεται sτο έργο του. Και δίνει ένα πλούσιο βιογραφικό υλικό, που κινείται παράλληλα με το έργο του φωτίζοντάς το από αναπάντεχες γωνίες: την αγάπη του για την τσέχικη λογοτεχνία και μουσική, τις απόψεις του για το χιούμορ, την πίστη του στη συσσώρευση τυχαίων συμβάντων, τη διαφορά της τσέχικης ζωής με την παρισινή, τις μεγάλες του μυθιστορηματικές αγάπες. Τις τελευταίες τις χώριζε σε αυτές που υμνούν την ομορφιά της ζωής όπως τα έργα από τον Όμηρο έως τον Μπωντλαίρ και από τον Βερλαίν στον Σαιν Τζον Περς και από την άλλη μεριά στα έργα αυτών που αισθάνονται τον κόσμο με όρους δυσαρμονίας όπως ο Ραμπελαί, ο Κάφκα, ο Σιοράν, ο Μπέκετ, μια κατηγορία στην οποία τοποθετεί και ο ΄ίδιος τον εαυτό του. Η Φλορανς μας μεταφέρει ότι «ο Κούντερα δεν πιστεύει ούτε στον άνθρωπο ούτε στον κόσμο. Κι όμως αγαπάει τη ζωή. Να γελάει και να την περιγελάει». Η συγγραφέας ακολουθεί τον Κούντερα ανά δεκαετίες, και ανά τόπο εγκατάστασης ανιχνεύοντας στοιχεία που υπάρχουν στο έργο του και συνιστούν κατά κάποιο τρόπο την πνευματική του διαθήκη. Βιβλίο για τους καλούς αναγνώστες και ειδικά όσους αγαπούν τον Κούντερα.

 

Sarah Gainsforth, Υπερτουρισμός, μτφρ. Παναγιώτης Ιωάννου, Νεφελη

Η συγγραφέας είναι ανεξάρτητη δημοσιογράφος ερευνήτρια. Το μικρό αυτό βιβλιαράκι είναι επίκαιρο, μιας και σήμερα οι μητροπόλεις της παλιάς δύσης λυγίζουν από το βάρος του υπερτουρισμού. Είτε στη Βαρκελώνη είτε στο Παρίσι, τη Ρώμη ή την Αθήνα η εικόνα είναι ίδια: τα ιστορικά κέντρα αδειάζουν από μόνιμους κατοίκους και γεμίζουν με ανθρώπους που σέρνουν τα βαλιτσάκια τους. Κάντε μια βόλτα μια οποιαδήποτε ημέρα και ώρα στη δική μας Πλάκα και θα δείτε πόσο δύσκολο είναι να κινηθείς μέσα στα στενά δρομάκια της. Μιλήστε με κάποιον παλιό κάτοικο και θα σας πει ότι οι  γείτονες έχουν μετακομίσει και τα σπίτια τους δόθηκαν για Airbnb. Η συγγραφέας αφού αναλύσει το φαινόμενο του υπερτουρισμού θα αναρωτηθεί αν τα μέτρα αποσυμφόρησης ή της διαχείρισης των τουριστικών ροών μπορεί να αλλάξουν την εικόνα μιας σύγχρονης πόλης που βασίζεται στην στρατηγική συνεχούς ανάπτυξης. Αναρωτιέται αν η Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία μπορεί να αλλάξει αυτή την κατάσταση αν δεν αντιμετωπίσει το φαινόμενο στη ρίζα του, αν δεν αναγνωρίσει την αιτία στη ρίζα των κλιματικών κρίσεων, της βιοποικιλότητας και της ανισότητας, δηλαδή στη ρίζα ενός οικονομικού συστήματος που τρέφεται από τη συνεχή εκμετάλλευση πόρων, ορυκτών και άλλων. Το θέμα του περιβάλλοντος είναι στενά δεμένο με το ζήτημα της γης, της ανισότητας, της οικονομικής και κοινωνικής δικαιοσύνης. Το ζήτημα μιας ολιστικής οικολογίας παραμένει ανοικτό.

 

William Egginton, Άγγελοι και σκακιστές, Ο Μπόρχες, ο Χάιζενμπεργκ, ο Καντ και η θεμελιώδης φύση της πραγματικότητας, μτφρ. Πέτρος Γεωργίου, Πατάκης

Εν πρώτοις φαίνεται περίεργη αυτή συνύπαρξη ενός λογοτέχνης (Μπόρχες), ενός φιλοσόφου (Κάντ) κι ενός διάσημου φυσικού (Χάιζενμπεργκ). Τα τελευταία χρόνια έχουν πληθύνει οι συγκριτικές μελέτες μεταξύ διαφορετικών μελετητών του επιστητού. Θυμίζω τη μελέτη Μαρξ, Βαγκνερ, Νίτσε του Χέρφριντ Μίνκλερ (μτφρ. Εμυ Βαϊκούση, Διόπτρα). Αυτές οι συγκριτικές μελέτες φανερώνουν αθέατες πλευρές του έργου αυτών των προσωπικοτήτων και ταυτόχρονα δείχνουν τις διασταυρώσεις, τις συνισταμένες, τις τομές και τις αποκλίσεις ανθρώπων που επηρέασαν τη σκέψη και την πρόοδο. Στο προκείμενο βιβλίο μελετάται συνδυαστικά το έργο η ζωή των τριών αυτών διανοητών θέτοντας το ζήτημα της σχέσης του ανθρώπου με την πραγματικότητα. Ο Μπόρχες μετά από μια μεγάλη ερωτική απογοήτευση συνειδητοποίησε ότι ο έρωτας είναι συνυφασμένος με την απώλεια. Ο Χάιζενμπεργκ μελετώντας τον παραλογισμό στον κβαντικό κόσμο κατέληξε ότι μια απολύτως ορθή παρουσίαση της πραγματικότητας είναι ανέφικτη. Τέλος ο Καντ μας είπε ότι ο ανθρώπινος νους είναι ατελής, σε αυτόν οφείλονται τα «θαύματα» αλλά και τα μεγάλα λάθη. Και οι τρεις συναντώνται στα μεγάλα ερωτήματα της ζωής, στα υπαρξιακά ερωτήματα, τα οποία θα παραμένουν αενάως άλυτα. Το πόνημα καταλήγει να είναι καλειδοσκοπικό καθώς σε οδηγεί από ιδέα σε ιδέα μέσα από απίθανες διαδρομές και συμπτώσεις. Για παράδειγμα: οι συζητήσεις του Αϊνστάιν με τον Χάιζενμπεργκ αποκαλύπτουν σύγκλιση της σχετικότητας με την κβαντομηχανική ενώ ένα έργο του Μπόρχες θίγει ένα παράδοξο που είχε φέρει στο φως κι εξερευνούσε ο Καντ. Επειδή είναι ένα εκλαϊκευτικό βιβλίο προσφέρει στον αναγνώστη ένα μίτο να περιηγηθεί σε σκέψεις που διαπερνούν το έργο αυτών των τριων μεγάλων διανοητών και οι οποίες σε συνέχεια οδηγούν σε σκέψεις και ιδέες που προβληματίζουν και αιωρούνται δίπλα μας, στα έργα τέχνης ή στις καθημερινές μας κουβέντες.

 

Φρατζέσκο Κολαφέμινα, Φως σε σκοτεινούς καιρούς, Ο ελληνορωμαϊκός πολιτισμός, μτφρ. Βιολέττα Ζεύκη, Εστία

Είναι κοινός τόπος ότι ζούμε μια Νέα Εποχή που απομακρύνεται από τα κλασικά πρότυπα και η οποία διαμορφώνει τα δικές της προϋποθέσεις για το μέλλον. Ο συγγραφέας διατυπώνει την άποψη ότι οι Κλασικοί (με την έννοια που τους διαμόρφωσε ο ελληνορωμαϊκός πολιτισμός) βρίσκεται στον αντίποδα μιας υλικής ανθρωπολογίας, στην οποία ο άνθρωπος δεν έχει ψυχή, το καλό και το κακό, το βέλτιστο και το χείριστο είναι μεταβαλλόμενες μορφές του ανθρώπινου τοπίου, έχουν την ίδια ακεραιότητα και την ίδια αξία, είναι ανταλλάξιμα, είναι σχετικά και άρα δίχως κοινωνική αναγνώριση. Σε επίπεδο ηθικής κυριαρχεί η συμβατικότητα, η μετριότητα που δεσπόζει και την οποίαν δικαιολογεί η κυρίαρχη ιδεολογία. Ο συγγραφέας θίγει τον ναρκισσισμό του παρόντος, μια αντίληψη που θέλει τον σύγχρονο άνθρωπο να βλέπει το παρόν ως απόλυτη δυναμική. Αυτή η ιδέα συνταυτίζεται με την άποψη ότι η πρόοδος είναι γραμμική και σήμερα τρέχει με τέτοιες ταχύτητες ώστε ακόμα και ο πρότερος κόσμος μιας πενηκονταπεντίας ή και εικοσαετίας είναι παρωχημένος αι άχρηστος. Ο συγγραφέας αντιτίθεται στην ισοπέδωση των πολιτισμών και αποκρούει με δικά του επιχειρήματα τις αρνητικές κριτικές σε αυτή την άποψη. Στο δεύτερο μέρος του βιβλίου  ο συγγραφέας αναπτύσσει τους λόγους της πρωτοκαθεδρίας των κλασικών και την αέναη συνεισφορά τους στον ανθρώπινο πολιτισμό. Το βιβλίο κλείνει με το »Προς Δημόνικον» , λόγο του Ισοκράτη υπερασπιζόμενου τις αρχαίες παιδευτικές αξίες της ελευθερίας, της πληρότητας και της ευδαιμονίας.  Σίγουρα απόψεις που θα «ξινίσουν» σε κάποιους αλλά δεν χάνουν την ιδιαιτερότητά τους και την προσφορά τους στη σημερινή σκέψη.

 

Κωνσταντίνος Ξανθόπουλος, Σοβιετικός Μοντερνισμός, Όψεις πρωτοπορίας 1918-1932, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης

Γνωρίζετε πολλά για τον σοβιετικό μοντερνισμό; Μάλλον λίγα, αν εξαιρέσεις τις περιπτώσεις Μαγιακόβσκι, Τάτλιν, Τζίγκα Βερτώφ και λίγων ακόμα. Στα ελληνικά υπάρχει από το 1987 το βιβλίο της Κάμιλα Γκραίη Η Ρωσική πρωτοπορία (εκδόσεις Υποδομή) και το βιβλίο του Αντώνη Βογιάζου Σοσιαλισμός και κουλτούρα (εκδόσεις Θεμέλιο). Ο συγγραφέας Κ. Ξανθόπουλος διαπρεπής αρχιτέκτων ασχολείται περισσότερο με την ρωσική πρωτοπορία στην αρχιτεκτονική και τα σχετικά κινήματα όπως του αρχιτεκτονικού κουνστρουκτιβισμού και του αγνώστου εν πολλοίς κινήματος Φχουτέμας- Φχουτέϊν. Το τελευταίο ήταν ένα κίνημα και μια σχολή εφαρμοσμένων τεχνών και αρχιτεκτονικής, αντίστοιχο με το κίνημα Μπάουχαους της δύσης. Στην εκτενή εισαγωγή θα αφηγηθεί την πορεία των καλλιτεχνικών επαναστάσεων στη Ρωσία από την εποχή της τσαρίνας Αικατερίνης και του τσάρου Αλέξανδρου Α΄ που επέβαλλαν μια κλασικιστική εικαστική αντίληψή ελληνορωμαϊκής επινόησης έως την επανάσταση των μπολσεβίκων του 1917 και την ανατροπή των καθιερωμένων στάτους στις τέχνες και την αρχιτεκτονική. Παράλληλα μελετάει τα περάσματα και τις επιρροές της δυτικής πρωτοπορίας στην αντίστοιχη ρωσική. Για μια δεκαπενταετία η ρωσική αρχιτεκτονική κινείται πάνω στα μοτίβα του σουπρεματισμού, του κοσντρουκτιβισμού και του ωφελιμιστικού προντουκτιβισμού. Δεκάδες δημιουργεί από όλες τις τέχνες συνέβαλαν σε αυτά τα ρεύματα όπως ο Λισίτσκι, ο Μάλεβιτς, η Ποπόβα, ο Βέσνιν, ο Ροτσένσκο, η Στεπάνοβα κ.ά. Ο συγγραφέας εξετάζει τα ζητούμενα αυτής της νέας τέχνης ώστε να ανταποκρίνεται στη νέα κατάσταση, να δημιουργεί νέες αρχές για την τέχνη, να παραμένει ωφέλιμη στη μελλοντική κοινωνία. Φυσικά επρόκειτο για μια πορεία με πολλές αντιπαραθέσεις, ιδεολογήματα, πολεμικές και αντικρουόμενες θεωρίες που έσβησαν όλα με την κυριαρχία του σταλινισμού. Ο συγγραφέας πλουτίζει τη μελέτη του με πρωτότυπο σχετικό υλικό και με σχέδια που αναδεικνύουν το ου-τοπικό και επαναστατικό πνεύμα των δημιουργών της δεκαπενταετίας. Ένα σημαντικό έργο.

 

Βλαντιμίρ Μαγιακόβσκι, Καλχαίνοντας τις μέρες, μτφρ- επιμ – βιογραφία- σχόλια : Ηράκλεια- Ελευθερία Γ.Πέππα, εκδ. Κείμενα

Ένα τεράστιο σε όγκο και στοιχείων έργο. Η Ηράκλεια- Ελευθερία Γ.Πέππα με σπουδές στη Μόσχα μεταφράζει όλο το έργο του Μαγιακόβσκι, παράλληλα τον βιογραφεί ακολουθώντας χρονολογική σειρά, πλουτίζοντας το κείμενό της με πολλά σχόλια. Η αφήγηση αρχίζει από τη γέννηση του ποιητή στη Γεωργία και στη συνέχεια στη μετάβαση του στη Μόσχα. Εκεί θα έχει και τις πρώτες συλλήψεις για διακίνηση επαναστατικών προκηρύξεων. Τον Δεκέμβριο του 1912 στο δωμάτιο 104 του Μπουρλιούσκ συντάσσεται από μία ομάδα καλλιτεχνών με τη συμμετοχή του Μαγιακόβσκι το πρώτο Μανιφέτο των Φουτουριστών με τίτλο «Χαστούκι στο γούστο του κοινού».  Ένα χρόνο μετά ο Μαγιακόβσκι γράφει την πρώτη του ποιητική συλλογή. Η μεταφράστρια παραθέτει σε όλα τα ποιήματα του ποιητή που ακολουθούν (γνωστά όπως «Σύννεφο με παντελόνια» αλλά και αρκετά άγνωστα) , τη ρωσική εκδοχή και σε διπλανή στήλη την μετάφραση στα ελληνικά με πλήθος παρατηρήσεις και σχόλια. Η Ηρ.Πέππα παρακολουθεί παράλληλα τη δημόσια και ιδιωτική ζωή του ποιητή, τη σχέση του με την Λίλια Μπρικ, τη δημόσια αντιπαράθεση του με εκείνους που του έκαναν κριτική με το σύνθημα «Δεν καταλαβαίνω» συνιστώντας τους «Μελετήστε». Ο θάνατος του Λένιν το ‘23 επηρέασε τον ποιητή, γράφει ένα μεγάλο ποίημα γι αυτόν, το οποίο διαβάζει επανειλημμένα δημόσια. Ακολουθεί ένα ακόμα μεγάλο ποίημα για τον Πούσκιν. Ταξιδεύει στο Παρίσι, στο Μεξικό και την Αμερική. Ανταλλάσσει σε όλα τα ταξίδια του ερωτικά γράμματα με την Λίλια Μπρικ, γεμάτο πάθος και πόνο. Η αφήγηση μέσα από κείμενα των συγχρόνων του παρακολουθεί τον ποιητή μέχρι τις τελευταίες ημέρες πριν την αυτοκτονία του. Είχε πια απομακρυνθεί από τους περισσότερους ομοϊδεάτες του, είχε κλειστεί στον εαυτό του και τελικά αποχωρεί από τον κόσμο με έναν πυροβολισμό. Η έκδοση αυτή εκτός από τα ποιήματα του Μαγιακόβσκι είναι παράλληλα κι ένα χρονικό της επαναστατημένης γενιάς που πνίγηκε στο όραμά της. Πολύ ενδιαφέρουσα έκδοση για να εντρυφήσει κανείς σε  εκείνους τους ταραγμένους καιρούς.

 

HaJoon Chang, Νόστιμη οικονομία, μτφρ.Μενέλαος Αστερίου, Πατάκης

Μπορεί να συνδυάσει κάποιος την μπάμια, το σκόρδο ή το βαλανίδι με την οικονομία; Αυτό είναι το στοίχημα του Chang που αναμιγνύει τις μαγειρικές με τις οικονομικές σχολές σε διάφορες χώρες του κόσμου. Η αρχή του βιβλίου είναι μια ιστορία για το πόσο ανέπνευστη ήταν η μαγειρικής τη Βρετανία του ΄80 στα μάτια ενός Νοτιοκορεάτη που είχε μεγαλώσει με την κουζίνα της μαμάς του, στην οποία κυριαρχούσε το σκόρδο. Οι αφηγήσεις για φαγητά με σκόρδο και τις ξενέρωτες βρετανικές συνταγές οδηγούν τον συγγραφέα να μιλήσει για την μοναδική νεοκλασική οικονομική θεωρία που κυριαρχούσε στην Βρετανία και σε πολλές άλλες χώρες- μια οικονομία που τις έλειπε το κάτι περισσότερο, ας πούμε το σκόρδο.  Σε ένα άλλο κεφάλαιο θα αρχίσει την αφήγηση του για το βαλανίδι, υλικό που στις περισσότερες δυτικές χώρες μάλλον δεν βρίσκεται στις γαστριμαργικές προτιμήσεις, όχι όμως και στην Κορέα που το χρησιμοποιούν σε σάλτσες και αλλού. Το βαλανίδι οδηγεί τον συγγραφέα στους χοίρους, οι οποίοι λατρεύουν το βαλανίδι, και αυτό οδηγεί στο χαμόν, στην Ισπανία, στους εβραίους και πως εκδιώχτηκαν από την χριστιανική εξουσία και από εκεί ο συγγραφέας επανέρχεται στην οικονομική ανάπτυξη της Κορέας στις δεκαετίας 60-70. Αυτή είναι η αφηγηματική τακτική του Chang, αρχίζει με κάποιο φυτικό υλικό, με κάποιο ζώο, ένα μπαχαρικό, ένα φρούτο για να μπλέξει χώρες, κοινωνίες, ήθη με οικονομικές συνταγές. Από τα πιο αξιοπερίεργα, ελκυστικά, ριζοσπαστικά βιβλία που διάβασα τελευταία.

 

Γιάννης Ευσταθιάδης, προπάντων μουσική, Μελάνι

Ο Γιάννης Ευσταθιάδης είναι ποιητής, πεζογράφος αλλά και δημοσιογράφος, ραδιοφωνικός παραγωγός όσο και καλός γνώστης της μουσικής, της γευσιγνωσίας, της διαφήμισης. Στο τομίδιο αυτό ξεδιπλώνει το ταλέντο του στη μουσική αφήγηση. Και εξηγώ: σε εισάγει σε πεδία της μουσικής, περίεργα και συνδυαστικά με άλλες τέχνες. Δεν χρειάζεται να γνωρίζεις νότες για να τον παρακολουθήσεις καθώς ο λόγος του είναι σαν τις καλές μελωδίες, σε παρασέρνει. Η θεματολογία του ευφάνταστη και ουσιαστική. Ποίηση ή λιμπρέτο, αλλοιώνει ο λιμπρετίστας την ποίηση; μήπως η μουσική καταφέρνει να καλύψει το κενό που χάνεται «στη μετάφραση»; Πολλά τα παραδείγματα που θα επικαλεστεί. Έχει σχέση η γαστρονομία με τη μουσική και τη λογοτεχνία; O Γ.Ε. έχει βρει τις υπόγειες διασυνδέσεις που μπορεί να αρχίζουν από τον Ζολά ΄και να καταλήγουν στους Πινκ Φλόιντ και από την Τραβιάτα στον Τσιτσάνη. Υπάρχει μουσική του πολέμου; Απαντάει καταφατικά ο Γ.Ε. κάνοντας μια αναδρομή  από τους τροβαδούρους και τρουβέρους για να φτάσει στον Μπετόβεν, τον Τσαϊκόφσκι , τον Προκόφιεφ που εμπνέονται από πολεμικά γεγονότα, στα τραγούδια του Α΄ και Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και από εκεί στις μουσικές για τον κινηματογράφο θυμίζοντας στον αναγνώστη τα μεγάλα μουσικά θέματα όπως του Ριουίτς Σακαμότο για το «Καλά Χριστούγεννα κύριε Λώρενς  ή του Μαρίς Ζαρ για τον «Λώρενς της Αραβίας». Στο ίδιο κείμενο συμπληρώνει τις μελωδικές αντιπολεμικές μπαλάντες στην επιθεώρηση, τα πατριωτικά τραγούδια, τους ύμνους και άλλα. Η μουσική για τον κινηματογράφο τον απασχολεί ξεχωριστά όπου και αφιερώνει ένα σημαντικό κεφάλαιο δίνοντας τις δικές του πέντε σημαντικότερες παρατηρήσεις για τη σχέση κινηματογράφου και μουσικής. Χωριστές αναφορές θα κάνει για την χαρά που προσφέρει το έργο του Ροσίνι και για το πώς παντοιοτρόπως ο Μπετόβεν συνυπάρχει στην καθημερινή μας ζωή. Κείμενα που τα διαβάζεις και σε προτρέπουν να «ακούσεις» τις μουσικές που ανακαλούν αλλά ταυτόχρονα σε βάζουν σε σκέψεις: Τί θα ήμασταν χωρίς τη μουσική;

 

Τίτος Πατρίκιος, Διαδρομές και Διασταυρώσεις, Μελέτες και δοκίμια 1977-2023, Κίχλη

Γνωρίζουμε όλοι ότι ο ποιητής Τίτος Πατρίκιος ήταν πάντα ένα ενεργό πολιτικά και κοινωνικά πρόσωπο. Στο παρελθόν πολλές φορές παρενέβη σε θέματα ιδεολογικά, πολιτικά, κοινωνικά, υπαρξιακά ακόμα και ..θεραπευτικά. Σε αυτό τον τόμο έχει συλλέξει ομιλίες και παρεμβάσεις από τα χρόνια της μεταπολίτευσης έως τώρα. Ενεργός διανοούμενος πιστεύει ότι η ποίηση όσο και οι λέξεις ριγμένες σε ένα χαρτί μπορεί να προβληματίσουν, να επηρεάσουν, να δείξουν μια αόρατη ρωγμή από την οποία μπορεί να προκύψουν εξελίξεις. Η πρώτη μάλιστα  παρέμβαση του με την οποία διάλεξε να αρχίζει αυτό το βιβλίο είναι για την αμφισβήτηση, κείμενο που είχε δημοσιευτεί σε ένα  μεγάλο αφιέρωμα στα ΝΕΑ. Σε αυτό ο ποιητής διαπραγματεύεται τις μορφές αμφισβήτησης και πως αυτές εμφανίζονται σε διαφορετικές εποχές με διαφορετικά αιτούμενα. Φυσικά πολλά από τα δοκίμια αφορούν στην ποίηση και στις σχέσεις με την ιστορία, τα media, την εξουσία, την εκπαίδευση, τη μετάφραση, τα συναισθήματα  και την παράδοση. Ορισμένα μάλιστα κείμενα είναι πρωτοποριακά θα έλεγα, μιας και θίγουν θέματα που σπανίως οι καλλιτέχνες αποφασίζουν να εμπλακούν με αυτά σε δημόσιες συζητήσεις. Ο Τίτος Πατρίκιος για παράδειγμα γράφει για την αυτολογοκρισία σε ένα δοκίμιο με τίτλο «Η διαπλοκή λεχθέντων και μη λεχθέντων» ή για τα κατά παραγγελία ποιήματα στο κείμενό του «Η ποίηση μετά το Άουσβιτς». Υπάρχουν και θέματα αρκετά σύγχρονα όπως το «Ο συγγραφέας στην ηλεκτρονική εποχή» ή το «Ποίηση και ιατρική, αποκλείσεις και συγκλίσεις». Διαβάζοντας τα κείμενα του Τίτου Πατρίκιου αντιλαμβάνεσαι τις αλλαγές των εποχών, τις διακυμάνσεις των ιδεών, τις αντιπαραθέσεις των διανοουμένων από την εποχή του Στάλιν έως σήμερα. Από την άλλη μεριά τα κείμενα αυτά επειδή είναι πολύ προσωπικά δίνουν και ενδιαφέροντα βιογραφικά στοιχεία του ίδιου του ποιητή, μπαίνουν πιο βαθιά στη ζωή του, τις σκέψεις και τα πεπραγμένα του. Είναι κείμενα συμπληρωματικά της ποίησής του.

 

Αλεξάντερ Κλαπ, Ο πόλεμός των σκουπιδιών, μτφρ. Δέσποινα Κανελλοπούλου, εκδ. Δώμα

Τι γίνονται τα πλοία όταν πεθάνουν; Πώς ξεφορτώνεται το πολεμικό ναυτικό της Βραζιλίας ένα απαρχαιωμένο αεροπλανοφόρo ;Τι γίνεται μια πλωτή πλατφόρμα εξόρυξης πετρελαίου που ζυγίζει 30.000 τόνους όταν η Chevron αποφασίζει να την παροπλίσει; Που πάει ένα σκουριασμένο οχηματαγωγό μετά την απόσυρσή του; Υπάρχει μια βιομηχανία που αναλαμβάνει μια τέτοια «απόσυρση» και μάλιστα επαίρεται πως αποσυμφορίζει την κλιματική κρίση. Όλα αυτά τα σίδερα θα πάνε σε κάποια φτωχή χώρα της Αφρικής για να διαλυθούν στο χέρι από εξαθλιωμένους μετανάστες που καταλήγουν όλοι νεκροί, από τοξικά αέρια, καρκίνους ή εργατικά ατυχήματα. Η βιομηχανία αυτή που εξαφανίζει τα σκουπίδια σίδερου και χάλυβα είναι μια από τις μεγαλύτερες κερδοφόρες επιχειρήσεις στον κόσμο. Ο Αλεξάντερ Κλαπ συγγραφέας και δημοσιογράφος με έδρα την Αθήνα ερεύνησε πολλούς τομείς σκουπιδιών, τις διαδρομές τους, τις κρυμμένες επιχειρηματικές πλευρές, τους  κινδύνους αλλά και τα τεράστια κέρδη που μπορεί να φέρουν. Σε μια άλλη περίπτωση εξετάζει την επιχείρηση των ηλεκτρονικών αποβλήτων που καταλήγουν σε μια άγνωστη παραγκούπολη της Γκάνα με τον δυσκολοπρόφερτο όνομα Αγκμπλογκμπόσι, την πιο τοξική και βρώμική περιοχή του κόσμου. Εκεί χιλιάδες υπολογιστές, σκληροί δίσκοι, κινητά τηλέφωνα, ηλεκτρικά πλυντήρια και άλλο ανάλογο υλικό γενικά βρίσκεται «αποθηκευμένο». Το οποίο όμως περιέχει δεδομένα, στοιχεία και διευθύνσεις, τροφή για τους επιτήδειους. 60.000 εξαθλιωμένοι  μετανάστες από τα βάθη τη χώρας ασχολούνται με την καταστροφή ή την αποσυναρμολόγηση των υλικών για να μεταπωληθούν σε νιγηριανούς έμπορους.  Ο συγγραφέας περιηγείται σε αυτά τα πεδία των «σκουπιδιών», αφηγείται το πως βρέθηκαν εκεί που βρέθηκαν, πώς αξιοποιούνται, τι επιβάρυνση προκαλούν στην υγεία όσων ασχολούνται με αυτά. Ένας άγνωστος κόσμος, μια χαίνουσα πτυχή της οικολογικής κρίσης, ένας τομέας μεγάλου κέρδους. Εντυπωσιακό βιβλίο- μελέτη.

 

Σάμιουελ Μπέκετ,συλλογικό: Φιλοσοφικές και ψυχαναλυτικές προσλήψεις, επιμ (Ιορδάνης Κουμασίδης), Κέδρος

Ο Μπέκετ, ένας πρωτοπόρος συγγραφέας δεν φαίνεται να έχει απασχολήσει ιδιαίτερα τους έλληνες θεωρητικούς από τη σκοπιά της φιλοσοφικής και ψυχαναλυτικής πρόσληψης. Αυτό επιχειρείται σε ένα μικρό τόμο από επτά έλληνες διανοούμενους και καθηγητές, τους : Γεράσιμο Βώκο, Κώστα Γεμενετζή,Χλόη Κολύρη, Βασιλική Ρούσσου, Ροζαλί Σινοπούλου και Θωμά Συμεωνίδη με επιμέλεια και εκτενή εισαγωγή από τον Ιορδάνη Κουμασίδη. Αν και ο ίδιος ο Μπέκετ απέφευγε να εξηγεί το έργο του εντούτοις παγκοσμίως τα γραπτά του, θέατρο, μυθιστόρημα, ποίηση, δοκίμιο, έχουν γίνει αντικείμενο αναλυτικών  αναφορών. Ο Μπέκετ αντιστρέφοντας τα ερωτήματα του Καντ για τη φιλοσοφία αναρωτιέται: «Που θα πήγαινα αν μπορούσα να πάω», «Τι θα ήμουν αν θα μπορούσα να είμαι», «Τι θα έλεγα αν θα είχα φωνή», «Ποιος είμαι αν ο Άλλος υπάρχει». Ο Γεράσιμος Βώκος ξεκινάει το δοκίμιο του από την ερώτηση αν υπάρχει απάντηση στις ερωτήσεις που θέτει ο συγγραφέας για να προχωρήσει στην ανάλυση της φιλοσοφικής μεθόδου που ακολουθεί. Ο Κώστας Γεμενετζής θα πάρει αφορμή από το διάσημο έργο του Μπέκετ «Περιμένοντας τον Γκοντό» για να μελετήσει τι μένει από τον άνθρωπο αν αφαιρέσεις όλα αυτά που συνιστούν την ανθρώπινη συνθήκη. Η Χλόη Κολύρη θα πάρει αφορμή από το άλλο διάσημο έργο του Μπέκετ, «Το τέλος του παιχνιδιού» για να μελετήσει στο φως του Ντελέζ τη σχέση «ανάμεσα σε μας και τους άλλους». Η Βασιλική Ρούσσου αναλύει το έργο του Μπέκετ στο πλαίσιο της φαινομενολογικής φιλοσοφίας στηριγμένη και στις απόψεις του ίδιου του συγγραφέα που απαρνιόταν τον ρόλο του διανοητή λέγοντας ότι «είμαι μόνο συναίσθημα». Η Ροζαλί Σινοπούλου μελετάει την ανασκευή του χωροχρόνου στο θεατρικό έργο του Μπέκετ και το αφιέρωμα κλείνει με το δοκίμιο του Θωμά Συμεωνίδη, μεταφραστή πολλών έργων του Μπέκετ στα ελληνικά, πάνω στις έννοιες της εικόνας και της σκέψης στο έργο του σε συνδυασμό με τις απόψεις του Ντελέζ και του Ρανσιέρ. Αν και φιλοσοφικό το όλο πόνημα οι συγγραφείς εξηγούν πολύ απλά την είσοδο στο μυαλό και το έργο του Μπέκετ δίνοντας χρηστικά εργαλεία για την αφομοίωση του έργο του.

 

Χάρολντ Μπλουμ, Ο Δαίμων ξέρει, Λογοτεχνικό μεγαλείο και το Αμερικανικό Υψηλό, επιστ.επιμελ. Δημήτρης Δημηρούλης, μτφρ. Ευάγγελος Τζιγκουνάκης, Gutenberg

Στη σειρά των βιβλίων του Χ.Μπλουμ που μας έχουν δώσει οι εκδύσεις Gutenberg (Ο Δυτικός Κανόνας, Η Αγωνία της Επίδρασης),προστίθεται το τελευταίο έργο του συγγραφέα, το οποίο ολοκληρώνει κατά κάποιον τρόπο τις απόψεις του. Η έννοια του υψηλού στις μέρες μας έχει απομακρυνθεί από την κριτική με την εισβολή των νεόκοπων θεωριών και της ποπ κουλτούρας. Ο Μπλουμ την υπερασπίζεται σθεναρά σε όλο του έργο. Μπορεί όπως λέει ο επιμελητής του να έχει πάντα το βλέμμα στον ευρωπαϊκό δυτικό πολιτισμό (τον μετά την Αναγέννηση) αλλά το έργο και η σκέψη του είναι καθαρά αμερικανοκεντρική. Γι αυτό και μελετώντας το Υψηλό επιλέγει 12 αμερικανούς ποιητές και συγγραφείς που θεωρεί ότι συνιστούν κανόνα, όσο κι αν θέλει ο ίδιος να τον αρνείται. Είναι 6 ποιητές : Ουίτμαν, Ντίκινσον, Έλιοτ, Φροστ,  Στίβενς, Χαρτ και 6 μυθιστοριογράφοι: Μέλβιλ, Χώθορν,Τουέιν, Φώκνερ,Τζέημς.  Για τον Μπλουμ οι συγγραφείς αυτοί αντιπροσωπεύουν «την αδιάκοπη προσπάθεια να υπερβούμε το ανθρώπινο χωρίς να απαρνηθούμε το ανθρωπισμό». Το Υψηλό κατά Μπλουμ συνδέεται με κορυφαίες εμπειρίες που συνταράσσουν ταυτόχρονα τη φαντασία και  την νόηση. Αυτό δεν θα μπορεί να επιτευχθεί χωρίς ο καλλιτέχνης να έχει καταληφθεί από τον «Δαίμονα». Ο Δαίμων είναι το μυστήριο της δημιουργικής φαντασίας , η υπέρβαση του ανθρώπινου. Σε αυτή του την προσπάθεια ο Μπλουμ θα βρει τις υπόγειες συνδέσεις στους μελετώμενους συγγραφείς όπως τη σχέση Χώθορν και Τζέημς, Τουέιν και Φροστ, Στίβενς και ΄Έλιοτ κ.ά. Θα ξεχωρίσει ως προσωπικό του δαίμονα τον ποιητή Χαρτ Κρέιν, στον οποίον θα αφιερώσει και το τελευταίο κεφάλαιο. Μπορούμε να συμφωνήσουμε με τον επιμελητή Δ.Δημηρούλη ότι με το έργο αυτό αναβαπτίζεται η σχέση μας με τους μεγάλους αμερικανούς συγγραφείς θύοντας στη πραγματικά μεγάλη αμερικανική υψηλή λογοτεχνία, έχοντας πάντα στο νου τους ανάλογους δυτικοευρωπαίους συγγραφείς.

 

Γιάννης Παπαθεοδώρου, Απατηλό παρελθόν, Ιστορίες της καβαφικής κριτικής (1933-1963), ΑΓΡΑ

Ο Καβάφης όταν πρωτοεμφανίστηκε στα ελληνικά γράμματα δεν έδωσε σε κανέναν την εντύπωση ότι θα γινόταν εκατό χρόνια αργότερα μια παγκόσμια ποιητική περσόνα. Η κριτική για το έργο του διέτρεξε μια καμπύλη με πτώσεις και κορυφές, με αισθητικές, ιδεολογικές, ψυχολογικές και υπαρξιακές διαμάχες. Ο Γιάννης Παπαθεοδώρου συνθέτει ένα παλίμψηστο των διαφορετικών κριτικών ομαδοποιημένο σε τρία βασικά κεφάλαια.  Στο πρώτο κεφάλαιο με τίτλο « Η γνώση των ηδονών» καταγράφει τις διαφορετικές απόψεις σχετικά με την επίδραση της ομοφυλοφιλίας στο έργο του Καβάφη, Εκκινώντας από την άποψη του Κ.Θ.Δημαρά ότι η ποίηση του στηρίζεται στο «σύμπλεγμα της απόκρυψης» που δημιούργησε η ενοχή για τις μοναχικές απολαύσεις για να περάσει στις απόψεις που γράφτηκαν στο αφιέρωμα του περιοδικού «Κύκλος» όπου δεσπόζει η ψυχαναλυτική ερμηνεία που δίνει ο Τ.Παπατσώνης. Ο τελευταίος μάλιστα το «τραβάει» ακόμα πιο πολύ λέγοντας ότι ο ιστορισμός του αλεξανδρινού δεν είναι παρά «μια συγκαλυμμένη μορφη αισθησιακών ποιημάτων». Σε αντίκρουση αυτών των απόψεων θα παρουσιάσει στο δεύτερο κεφάλαιο με τίτλο «Η αίσθηση της ιστορίας» τις μελέτες του Γ. Σεφέρη και αργότερα του Γ.Π. Σαββίδη όπου η κριτική στο καβαφικό έργο (στο φως τη Νέας Κριτικής) κατατάσσει τον ποιητή  στον μοντερνιστικό ιστορικισμό ανατρέποντας την άποψη (Τ.Μαλάνου, Παπατσώνη κ.α ) που στηρίζονταν σε κριτήρια, ψυχαναλυτικά, φροϋδικά, σεξουαλικά ακόμα και χριστιανικά. Ο Σεφέρης θα επιμείνει (και στο πολυσυζητημένο) κείμενο του για την παραλληλία Έλιοτ-Καβάφη στο θέμα του ιστορικού χρόνου, της χρήσης του μύθου όπως και στην ποιητική, συναισθηματική συγκίνηση, την «αντικειμενική συστοιχία» κατά τον Ι.Ρίτσαρντς.  Στο τρίτο κεφάλαιο με τον τίτλο «Η επιστροφή των βαρβάρων» ο Γ.Παπαθεοδώρου αναφέρεται στο πως η αριστερά (Μ.Μ.Παπαιωάννου, Μ. Αυγέρης, Τ.Βουρνάς κ.ά) είδε τον Καβάφη με αφορμή και τη διαμάχη γύρω από το έργο του Στρατή Τσίρκα «Ο πολιτικός Καβάφης» και τις παράταιρες πια απόψεις Γιαλουράκη- Μαλάνου. Είναι ένα βιβλίο που ναι μεν παραθέτει πολλά από τα γνωστά περί καβαφικής κριτικής αλλά είναι σοφά συμπλεγμένα για να οδηγούν σε νέες σκέψεις και επανατοποθετήσεις, καθώς οι παλιές διαμάχες και απόψεις συνιστούν σήμερα αποτυπώσεις και μετασχηματισμούς μιας ορισμένης «τάξης του λόγου», όπως θα σημειώσει και ο συγγραφέας. Είναι μια κριτική εν προόδω, καθώς η καβαφική κριτική αναμετράται πια με ανοικτά ζητήματα της πολιτιστικής παράδοσης στο σήμερα.

 

 

Χριστίνα Ντουνιά, Το όνειρο και το πάθος, Κ.Γ. Καρυωτάκης, Εστία

Η Χρ. Ντουνιά επανέρχεται στον αγαπημένο της Μεσοπόλεμο και πιο ειδικά στον Καρυωτάκη. Με νεότερα στοιχεία αλλά και ορισμένες νέες ερμηνευτικές προτάσεις όπως μας λέει. Στο εκτενές πρώτο κεφάλαιο αναπτύσσει τη σχέση των ποιητών και πεζογράφων της δεύτερης κυρίως δεκαετίας του 20ου αιώνα και τη λεγόμενη λογοτεχνίας Ντεκαντάνς. Αποκαθαίρει την απαξιωτική αυτή ονομασία από την ελληνική μετάφρασή της ως «λογοτεχνία της παρακμής» και εδραιώνει με στοιχεία την άποψή της πως πρόκειται για μια πρώτη εμφάνιση των λογοτεχνικών πρωτοποριών και του μοντερνισμού. Εξετάζει επίσης το πως αυτή η λογοτεχνική γενιά δέθηκε με στενούς ή χαλαρούς δεσμούς με την αριστερά και τον μπολσεβικισμό. Στο δεύτερο μέρος εξετάζει τις αισθητικές, ιδεολογικές και κοινωνικές παραμέτρους που διαμόρφωσαν το καρυωτακικό έργο. Στο τρίτο μέρος εξετάζει τη σχέση Καρυωτάκη με Ε.Α.Πόε και Σαρλ Μπωντλέρ ή πως ορισμένα πεζά του Καρυωτάκη μπορούν να συσχετιστούν με τα οράματα του Ρεμπώ. Στο τέταρτο μέρος με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Στον μαύρο ήλιο της Μελαγχολίας» (αναφορά στην Τζούλια Κρίστεβα) εξετάζει τη  πορεία του ποιητή προς την αυτοκτονία κάτω από την επήρεια της «αρρώστιας του αιώνα», όπως θα την χαρακτηρίσει ο άλλος μεσοπολεμικός ποιητής Κώστας Ουράνης.  Πως σε αυτή την πορεία ο Καρυωτάκης συγκλίνει με τον Καβάφη. Τέλος η Χ.Ν. εξετάζει το μυστικό της αποχαιρετιστήριας επιστολής του Καρυωτάκη υπό το φως κι άλλων δεδομένων. Η μελέτη για τον Καρυωτάκη ανακαλεί μια ολόκληρη εποχή, το πλήθος των παραπομπών και των σχολίων οδηγεί τον αναγνώστη συνεχώς σε νέες ατραπούς δίνοντας σε αυτή τη μελέτη τον χαρακτήρα ενός κομματιού παζλ που λείπει από τη εκ νέου μελέτη της ιστορίας της νέας ελληνικής λογοτεχνίας.

 

Έρνεστ Χεμινγουέϊ, Η τελευταία συνέντευξη, μτφρ. Χρήστος Καψάλης, key books

Οι συνεντεύξεις είναι πολλές φορές βαρετές. Δεν μιλάω για τις συνεντεύξεις των ποπ σταρς ή  καλλιτεχνών που ακκίζονται αναφέροντας τετριμμένους αφορισμούς. Αν και ο Χέμινγουεϊ ήταν και είναι ένας σταρ στο είδος του, οι  συνεντεύξεις του κάθε άλλο παρά τυποποιημένες είναι.  Στο βιβλιαράκι έχουν καταγραφεί διάφορες συνεντεύξεις, κυρίως με δημοσιογράφους και πρόσωπα που ο ίδιος συγγραφέας τα εκτιμούσε, τους καλούσε στο καταφύγιο του στην Κούβα, τους έπαιρνε για ψάρεμα μαζί του και μιλούσαν. Έτσι παρακολουθούμε τον Χεμινγουέϊ στην καθημερινότητα του. Ο ίδιος είναι μια προσωπικότητα χωρίς καμπύλες, όταν θέλει γίνεται οξύς ή και αγενής ακόμα. Κρίνει τις ερωτήσεις αλλά και τον ερωτώμενο όταν διαφωνεί με την ερώτηση. Στις τυποποιημένες ερωτήσεις όπως αν τα έργα του είναι διδακτικά ή από που αντλεί έμπνευση απαντά δεικτικά  και αποστομωτικά. Ανάμεσα σε πολλές φλυαρίες όμως φανερώνει και πολλά μυστικά της ζωής και της τέχνης του. Μιλάει για τους ομοτέχνους του, τους οποίους γνώρισε στο Παρίσι, την Γερτρούδη Στάιν, τον Πικάσο, τον Μπράκ, τον Τζόυς και επικρίνει αρκετές φορές τους βιογράφους του για τα λάθη στις εκτιμήσεις τους σχετικά με το πρόσωπό του. Συγκρατώ μια ατάκα : «Το πλέον ουσιώδες χάρισμα ενός συγγραφέα είναι να διαθέτει έναν εγγενή αντικραδασμικό ανιχνευτή ηλιθιοτήτων. Αυτό είναι το ραντάρ του συγγραφέα και όλοι οι σπουδαίοι συγγραφείς το διαθέτουν».

 

…κι ένα λίγο διαφορετικό….

 

Λουίς Ντε Καμόες, Οι Λουσιάδες, μτφρ. Κύρος Κόκκας, εκδ. Ευρασια

Λουσιάδες ονομάζονταν οι Πορτογάλοι από τους Ρωμαίους από την αρχαία ρωμαϊκή ονομασία Λουσιτάνια της Πορτογαλίας.  Πρόκειται για το εθνικό έπος της Πορτογαλίας κάτι σαν την Οδύσσεια γραμμένη από τον Λουίς ντε Καμόες.  Στο επικό αυτό ποίημά του, ο Καμόες εξαίρει τα γεγονότα της πορτογαλικής ιστορίας και τα κατορθώματα των υιών του Λούσου, των Λουσιαδών

Οι «Λουσιάδες» είναι ένα έμμετρο έπος, που εκτείνεται σε 10 κάντος και 1.102 οκτάστιχες ομοιοκατάληκτες στροφές (ottava rima). Το θέμα του αφηγείται το ιστορικό ταξίδι του Πορτογάλου θαλασσοπόρου Βασκο ντα Γκάμα προς την Ινδία με τον περίπλου του Ακρωτηρίου της Καλής Ελπίδας στα τέλη του 15ου αιώνα (1498).Το ταξίδι δίνει αφορμή στον Καμόες να μιλήσει για την ιστορία της Πορτογαλίας από την ρωμαϊκή εποχή έως τις μέρες του, να υμνήσει τη δημιουργία του Βασιλείου της Πορτογαλίας, τους πολέμους εναντίον των μουσουλμάνων και την εκδίωξή τους από τη χώρα τους, τους πολέμους σταυροφορίες στην βόρειο Αφρική και την ανακάλυψη του θαλάσσιου δρόμου προς την Ινδία. Στο έργο παρουσιάζονται οι Πορτογάλοι να βρίσκονται σε μια διελκυστίνδα ανάμεσα στην Αφροδίτη, προστάτιδα μητέρα που τους αγαπά σαν παιδιά της και τον Βάκχο, που είναι ο μυθικός πατέρας της φυλής του.

Το επικό αυτό ποίημα του Καμόες έχει γραφτεί κατά το πρότυπο της Αινειάδας του Βιργιλίου και του Μαινόμενου Ορλάνδου του Αριόστο και ήταν αφιερωμένο στον βασιλιά Σεβαστιανό  της Πορτογαλίας (Sebastiao, 1554 – 1578), ο οποίος σκοτώθηκε κατά τη διάρκεια αντιμουσουλμανικής σταυροφορίας στο Μαρόκο. Το έργο είχε ενθουσιάσει τον Θερβλαντες, τον Λόπε δε Βέγκα, τον Μοντεσκιέ και άλλους που έβλεπαν το μεγαλείο να ξεδιπλώνεται σε στίχους. Πολύ αναλυτική η εισαγωγή του μεταφραστή και σχολιαστή Κ. Κόκκα. Έργο αναφοράς για μας που ακόμα αναζητούμε τη σχέση μας με την πορτογαλική λογοτεχνία.

 

Καλές αναγνώσεις!

Προηγούμενο άρθροΑρχίζει το 13ο Πανθεσσαλικό Φεστιβάλ Ποίησης (25-29/8)
Επόμενο άρθροΗ Ποίηση ‘από κάτω’ (γράφει ο Γιάννης Πανούσης)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ