10+2 ελληνική πεζογραφία – καλοκαιρινές προτάσεις (του Γιάννη Ν. Μπασκόζου)

0
1965

του Γιάννη Ν. Μπασκόζου

 

Γιάννης Μαρής, Σονάτα υπό το σεληνόφως, Άγρα

Αθηναϊκό μυθιστόρημα …του τέλους του προ-προηγούμενου αιώνα. Μια Αθήνα ειδυλλιακή, με πολύ χώμα, άμαξες, ωραία σπίτια, πολλούς λαϊκούς  ανθρώπους και λιγότερους εστέτ. Κέντρο αναφοράς η Πλάκα και η Κηφισιά.  Ήταν η εποχή που η Ελλάδα έφτανε μέχρι τη Λάρισα, 1896 λίγο πριν τα καταστροφικά γεγονότα του 97. Έρωτες, μίση θανάσιμα, μονομαχίες, δολοπλοκίες. Το καλύτερο τέτοιου είδους μυθιστόρημα, λίγο εξωτικό θα έλεγα – ιστορικό το χαρακτηρίζει στον πρόλογό του ο Ανδρέας Αποστολίδης. Η ατμόσφαιρα θυμίζει λίγο Παρίσι κατά  τα Μυστήρια του Ευγένιου Σύη ή τον Κονδυλάκη των Αθλίων. Δημοσιευμένο σε συνέχειες στην εφημερίδα Ακρόπολη δεν χάνει καθόλου τον ρυθμό του. Το κύριο χαρακτηριστικό του είναι οι δύο βασικοί του ήρωες. Ο μυστηριώδης Μιχάλης Βερύκκιος και ο αφηγητής. Μια ανδρική φιλία εδραιωμένη πάνω στον θαυμασμό του δεύτερου για τον πρώτο. Ενδιάμεσο πρόσωπο η εξωτική εκ Ρωσίας προερχόμενη Ναταλία Κολοζώφ σε ένα βαλς αγάπης και θανάτου με τον Βερρύκκιο. Καταπληκτικός Μαρής.

Γρηγόρης Αζαριάδης, Παραπλάνηση, Μεταίχμιο

Ο αντίποδας του αστυνομικού νουάρ είναι το θρίλερ. Ο Γ.Αζαριάδης που ξεκίνησε μάλλον στη σκιά του Π.Μάρκαρη εξέλιξε το δικό του στίγμα σε ένα είδος που ευδοκιμεί κυρίως στις βόρειες χώρες και τις ΗΠΑ, το σύγχρονο θρίλερ με ήρωες σίριαλ κίλερς. Οι ιστορίες του κινούνται κυρίως στις γειτονιές της Αθήνας, έχουν ως βασικό μοτίβα έναν διεστραμμένο σίριαλ κίλερ και απηνή διώκτη του την καλλονή αστυνόμο Τρύπη. Στην Παραπλάνηση ο Γ.Αζ έχει κεντρικό πρόσωπο έναν συγγραφέα αστυνομικών ιστοριών που έχει πάρει την κάτω βόλτα. Κυνηγώντας την έμπνευσή του θα ζητήσει βοήθεια από τη φίλη του Ηλιάνα Πετράκη και την ψυχολόγο Άρτεμις Βάλενταλ. Την ίδια περίοδο εμφανίζονται απανωτοί σκληροί φόνοι. Ο συγγραφέας σε ανύποπτο χρόνο προβλέπει στοιχεία αυτών των φόνων σε τέτοιο βαθμό ώστε να κατηγορηθεί ως αυτουργός.  Ο Γ.Αζ. παίζει με την πραγματικότητα, τις ψυχικές διαταραχές και την πολλαπλή οπτική των δεδομένων. Για εραστές του είδους.

Μάκης Μαλαφέκας, Μεσακτή, Μελάνι

Καλοκαιρινό νουάρ μυθιστόρημα. Ο Μ.Μ. διακρίνεται για τη γραφή του. Λέξεις και φράσεις σαν από κόμικ, σπιντάτη φράση, καθημερινή, αποσπασματική, συναισθηματική, χιουμοριστική  και ταυτόχρονα απομαγευτική γραφή. Ο ήρωας του – με πολλά στοιχεία από τον ίδιο και τα βιβλία του – βρίσκεται στην Ικαρία, σε δωρεάν διακοπές με αντίτιμο να γράφει νεανικά κείμενα για σέρφερ, κοκτέιλ, τρελά μπικίνι και μπιτς μπαρ στο City Life , ένα από τα πολλά free press της χώρας.  Μοναχικός, πότης, αποστασιοποιημένος από την «τρεντιά» που σέρνει αυτό το νησί βρίσκεται παγιδευμένος με εμμονή στην φωτογραφία μιας γυναίκας, συζύγου του φίλου που του προσφέρει τη βίλα για τις διακοπές του. Θα γνωρίσει μια σέρφερ και μια λαϊκή κατασκηνώτρια, θα παραξενευτεί για διάφορους σκληρούς τύπους που μοιάζει να τον παρακολουθούν και θα βρεθεί «τυχαία» μπροστά σε ένα φόνο. Πραγματικά καλοκαιρινό βιβλίο προσφέρει την αίσθηση της δροσερής γραφής αλλά και το απαραίτητο μυστήριο.

Ηλίας Κουτσούκος, Μάθημα ανατομίας, Μελάνι

Ο Η.Κ. επανέρχεται με μια συλλογή διηγημάτων με το δικό του γοητευτικό τρόπο. Οι ιστορίες του είναι κατά βάση ρεαλιστικές με ήρωες λαϊκούς ανθρώπους της γειτονιάς ή του χωριού. Όπως και στα προηγούμενα βιβλία του Φάτε μόνοι ή στο Delivery boy ο συγγραφέας σκύβει πάνω από τους αποκλήρους ανασκάπτοντας τη βαθύτερη και παραγνωρισμένη αξία τους. Το γράψιμό του είναι λιτό με έναν ειδικό τρόπο, «αλήτικο» θα το έλεγα, που εκφράζει την απέχθειά του για τους βολεμένους, τους αρπακτικούς, τους δήθεν. Σε όλες τις ιστορίες υπάρχει μια «ρωγμή», αθέατη και καθοριστική που το βλέμμα του συγγραφέα μάς κάνει να δούμε «διαφορετικά» μια όποια συνηθισμένη ιστορία. Μπορεί αυτή να είναι ένα παραδοσιακό γλεντοκόπι χωρικών που πνίγουν μνήμες στο ποτό, το γιαούρτωμα ενός θιάσου μπουλουκιού από ξενύχτηδες σκυλάδικων, μια σάτιρα για τη δημιουργική γραφή, για τον Σωτηράκη που ξοδεύει τα τελευταία του ευρώ για να πάει στη θάλασσα…Και ανάμεσα σε αυτά πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία καθώς ξεπηδούν μνήμες από τον χωροφύλακα πατέρα και την κατατρεγμένη μάνα του, μνήμες του μετεμφυλιακού κράτους, της φτώχειας που έχει πιάσει πάτο, των ξυπόλητων παιδιών, της αφέλειας και της παιδικής αθωότητας σε έναν σκληρό κόσμο.

Μιχάλης Μακρόπουλος, Η θάλασσα, Κίχλη

Νουβέλα σαφώς εμπνευσμένη από το κλίμα της πρόσφατης καραντίνας. Ένας παλιός μετεωρίτης αναδύεται στον Βόρειο Πόλο και σκορπά΄ έναν θανατηφόρο ιό. Ελάχιστοι καταφέρνουν να επιζήσουν, μόνον αυτοί που έχουν ένα συγκεκριμένο συνδυασμό γονιδίων. Οι τελευταίοι καταφεύγουν σε υπόγειες πόλεις πλήρως  αποστειρωμένες.  Μία μόνον κοπέλα μαζί με μια φίλη της αντιδρά, καθώς κατατρώγεται από τη νοσταλγία των γονιών και του αδελφού της – όλοι νεκροί από τον ιό- αλλά και τον πόθο της να γνωρίσει τη θάλασσα που ποτέ δεν την έχει δει. Θέμα πολύ κοντά στο βραβευμένο της νουβέλας «Μαύρο νερό» (Βραβείο Αναγνώστη 2020, Κίχλη). Ανακαλεί ένα εσχατολογικό μήνυμα του τέλους της ανθρωπότητας και υποστηρίζει αισιόδοξα την μόνη αντίσταση, αυτή της παράδοσης και του ήθους. Η Θάλασσα αντιπροσωπεύει την ελευθερία, την επαφή με το αρχέγονο, την ουτοπία. Αν και λυρικό το κείμενο σηματοδοτείται από μικρές αναφορές σε σκοτεινές σκηνές όπως σε ταινίες του Ταρκόφσκι. Κινητήρια δύναμη παραμένει η μνήμη, αυτή που εξεγείρει τον άνθρωπο στο να διεκδικήσει τα «ανθρώπινα». Ο λόγος του Μ.Μ. είναι το κίνητρο για να διαβάσει κάποιος αυτό το μικρό κομψοτέχνημα.

Κωνσταντίνος Τζαμιώτης, Η Άννα και οι αρσενικοί, έρμα

Ο Κ.Τζαμιώτης με τα δύο τελευταία βιβλία του (Το προηγούμενό του Σε ποιον ανήκει η κόλαση το βλέπω πιο πολύ ως διηγήματα παρά ως σπονδυλωτό μυθιστόρημα) έχει περάσει και πάλι στη μικρή φόρμα δίνοντας δείγματα εξαιρετικής γραφής. Στο ‘ Η Άννα και οι αρσενικοί  αναπτύσσει μικρές ευφάνταστες ιστορίες, τέτοιες που φανερώνουν μεγάλο κέφι στη σύλληψη και ενδιαφέρουσα οπτική στην μορφολογική ανάπτυξη. Μερικές από τις ιδέες των ιστοριών: H ίδια η Αλίκη Βουγιουκλάκη παίρνει μέρος μεταμφιεσμένη σε ένα διαγωνισμό με τίτλο «ποια θα μιμηθεί καλύτερα την Αλίκη». Ο άντρας που δεν έπρεπε να αγαπάει τις γυναίκες δεν τήρησε το όρκο του και έχασε. Ένας σκύλος είναι κάτι περισσότερο από σκύλος και κάτι λιγότερο από εραστής. Μια βεντέτα μεταξύ δύο οικογενειών στη Θεσσαλία δεν μπορεί να ολοκληρωθεί λόγω…αλλαγής φύλου….κ.ά. Οι ιστορίες αν και αναπτύσσονται ρεαλιστικά εντούτοις διαθέτουν μια επαφή με το παράλογο ή καλύτερα με τον παραλογισμό των ανθρώπων. Οι χαρακτήρες του, όσο σύντομοι και αν είναι στο πέρασμά τους – διαθέτουν ισχυρά χαρακτηριστικά. Τέλος οι ιστορίες του διαθέτουν χιούμορ, πολιτικό υπόστρωμα και πάντα ένα καλό τέλος αντάξιο της αρχής τους.

Άρης Μαραγκόπουλος, φλλσστ, φλλσστ, φλλλσσστ, Τόπος

Από τους λίγους συγγραφείς που ασχολούνται με το καθαρόαιμο πολιτικό μυθιστόρημα. Τρεις ηλικιωμένοι φίλοι με το ίδιο μικρό όνομα «Θωμάς» μαζί με έναν δάσκαλο, λίγο νεότερο, τον Φώντα συναντιούνται συχνά σε ένα λιμανάκι στη Βάρκιζα ως χειμερινοί κολυμβητές. Απόμαχοι από τη ζωή, διαφορετικής ταξικής προέλευσης και μεσαίας μόρφωση επιζητούν την ευδαιμονία λίγο πριν την τελική αποχώρηση. Στην παρέα μια μέρα εισέρχεται ένας έλληνας λοστρόμος ο Νώντας και η μεξικάνα γυναίκα του Ινέθ, μαχητική υποστηρίκτρια των Ζαπατίστας, με τους οποίους δούλεψε ως νοσοκόμα. Κοντά τους δύο μετανάστες και ένας σκύλος. Οι ρακές,  ο χαβαλές, οι αναμνήσεις είναι τα συνδετικά ιστία της παρέας. Η πολιτική περνάει δίπλα τους, χωρίς να τους απασχολεί ιδιαίτερα, εκτός από μερικά ξεσπάσματα. Ο Α.Μ. παρακολουθεί την παρέα σε μια πυκνή εποχή από το 2012 έως το 2016 και παράλληλα φροντίζει να κρατάει επαφή με τα πολιτικά και οικονομικά γεγονότα στις αλλαγές των χρόνων. Οι φίλοι κάποια στιγμή θα ξεφύγουν από την καλοπέραση της στιγμής και θα φανερώσει ο καθένας χωριστά το δικό του παρελθόν, τα πάθη και τις ερινύες του. Οι φίλοι αν και επιφανειακά παραμένουν στις απόψεις τους στην πραγματικότητα επηρεάζονται και με καταλύτη τον χρόνο ξεδιπλώνουν τον βαθύτερο χαρακτήρά τους δίνοντας ουσιαστική πνοή στο μυθιστόρημα.

Γιώργος Πολυμενάκος, Ιστορίες από την άλλη όχθη, συμμετοχή Μαρία Πολυκανδριώτη, Απόπειρα

Προσωπικές ιστορίες του συγγραφέα από την «άλλη όχθη», που δεν είναι παρά το αγνοημένο Πέραμα. Ιστορίες γειτονιάς, παρεών, μικρών καταστημάτων , κλαμπ, δρόμων, λαϊκών παιδιών που ζουν το δικό τους ελάχιστο όραμα. Τα πρώτα κομμάτια αφορούν στην παιδική ηλικία του συγγραφέα, την μετακόμιση της οικογένειας από το ένα δωμάτιο στα Μανιάτικά σε μια μικρή παράγκα στο Πέραμα, εκεί που τελείωνε ο δρόμος και άρχιζαν τα βράχια. Μια ζωή που τα όνειρα ήταν τόσο μικρά όσο ένα μικρό ζαχαρωμένο μηλαράκι. Όσο να κτίσεις έναν τοιχαλάκι για να μεγαλώσει  το σπίτι. Αργότερα ακολούθησαν  οι μικροί παράδεισοι, τα σουβλάκια, τα τζουκ μποξ, η ρετσίνα Κουρτάκη. Οι καλλιτεχνικές ανησυχίες, η πολιτικοποίηση, η επαφή με τον άλλο κόσμο. Αρκετές αφηγήσεις αφορούν στη μουσική σκήνη Κόντρα, ένα μαγαζάκι που έπαψε να υπάρχει το 1998, στο οποίο ανδρώθηκε η περαματιώτικη παρέα. Η πόλη αλλάζει αλλά δεν μπορεί να αποφασίσει: θέλει να είναι μια εργατική συνοικία, ένα μικροαστικό προάστιο, θέλει μονοκατοικίες πρόχειρα φτιαγμένες ή πολυκατοικίες εξίσου πρόχειρα κατασκευασμένες; Καταλήγει ένα θολό υβριδικό τοπίο, μισό άσχημο – μισό καλό, όπως είναι και η ζωή μας.

Λίνα Ζαρκαδούλα, Τα παγοπέδιλα, ενύπνιο

Πρωτοεμφανιζόμενη συγγραφέας με διηγήματα. Ανάμικτου ύφους όπου η Λ.Ζ. δοκιμάζει την γραφή της σε διάφορα υβριδικά είδη. Το ομότιτλο «Παγοπέδιλα» είναι η εισαγωγή δυο κοριτσιών στον κόσμο των μεγάλων, η πρώτη σεξουαλική αφύπνιση, τα ασαφή όνειρα που μπερδεύονται με την πραγματικότητα, τις φοβίες και τα θέλω δύο ανήλικων. Αλλού είναι ο θάνατος το κεντρικό μοτίβο όπως στο «Πουλόβερ μπλε ελεκτρίκ», στον «Φαντομά» ή «Το ψαροντούφεκο». Σε άλλα διηγήματα δοκιμάζει το καθαρά φανταστικό τοπίο όπως στο «Η εργάτρια των δακρύων» και αλλού παίζει με τα όνειρα των παιδιών, τις οικογενειακές ιστορίες, τις ανθρώπινες ενοχές και φοβίες. Η Λ.Ζ. έχει την ευχέρεια να περνάει από θέμα σε θέμα, να φτιάχνει ιστούς ιστοριών που συγκινούν, να ζωγραφίζει χαρακτήρες. Αυτό που ξεχωρίζει τα διηγήματά της είναι η ατμόσφαιρα, εμπειρία αποκτηθείσα, φαντάζομαι, και από την χρόνια εργασία της ως σκηνοθέτης και σκηνογράφος στο θέατρο.

Χρήστος Χρηστίδης, Γυμνός, Εντευκτήριο

Με το προηγούμενο μυθιστόρημά/ νουβέλα με τίτλο  Αναποδογεννημένος ο Χρ. Χρηστίδης έδωσε ένα προσωπικό στίγμα του “διαφορετικού”. Σε αυτό το βιβλίο προχωράει ακόμα περισσότερο κινούμενος σε ένα πεδίο επιστημονικής φαντασίας/παραλόγου/ γκόθικ όσο και συμβολικού μυθιστορήματος. Ένας νέος άνθρωπος και ένας ηλικιωμένος καθηλωμένος σε αναπηρικό καροτσάκι φτάνουν σε μια άγνωστη πόλη μετά από μια αναγκαστική προσγείωση. Τι έκπληξη! Όποιον ρωτούν δεν τους πιστεύει, όλοι τούς θεωρούν κατοίκους αυτής της πόλης. Μιας πόλης που όλα είναι ρευστά, τα σπίτια, τα εστιατόρια, τα γήπεδα, τα νοσοκομεία όπως και οι κάτοικοι της- αλλάζουν συνεχώς προσωπεία. Η μπορχεσιανή λογική συνέχει την αφήγηση οδηγώντας τον αναγνώστη σε έναν λαβυρινθώδη κόσμο, όπου όλα φαντάζουν αδύνατα και όμως υπαρκτά. Ο ήρωας έχει να αντιμετωπίσει ένα παραλογικό περιβάλλον το οποίο προσπαθεί να καταλάβει με την καρτεσιανή λογική, η οποία όμως τον πετάει συνεχώς έξω.

 

….Και δύο Βραβευμένα από τον Αναγνώστη

Ιάκωβος Ανυφαντάκης, Κάποιοι άλλοι, Πατάκης

Με το Λογοτεχνικό Βραβείο Μυθιστορήματος 2020 του περιοδικού Ο Αναγνώστης ο Ιάκωβος Ανυφαντάκης παραδίδει ένα μυθιστόρημα νέας κοπής. Χαρακτηρίστηκε μαζί με τον Χρήστο Κυθρεώτη (Εκεί που ζούμε), τον Δημοσθένη Παπαμάρκο (Γκιακ) και ορισμένους ακόμα εκπρόσωπος μιας νέας γενιάς συγγραφέων, ανδρωμένων μέσα στην κρίση, ανανεωτών του σύγχρονου μυθιστορηματικού λόγου. Ο Ιάκωβος Ανυφαντάκης αν και διαθέτει ένα κεντρικό πρόσωπο, τον Βαγγέλη, εντούτοις πλέκει γύρω του ιστορίες πολλών και διαφορετικών ανθρώπων και σε πολλές και διαφορετικές χώρες. Αν κατά την μαρξική έννοια ο άνθρωπος είναι το σύνολο των κοινωνικών του σχέσεων ο Βαγγέλης είναι το σύνολο πολλών και διαφορετικών ανθρωπίνων σχέσεων, πολλές από τις οποίες διαμορφώνονται διαδικτυακά ή και φαντασιακά. Ο πολύ σωστός τίτλος «Κάποιοι άλλοι» είναι το στίγμα του κάθε ήρωά του. Παράλληλα η θεματολογία του εκτείνεται σε μια πλατιά γκάμα: ανεργία, ύφεση, διεθνείς σχέσεις, σεξ, γάμος, αθλητισμός και διαφθορά, χώρες του πρώην «υπαρκτού», μετανάστες, τεχνολογία, θρίλερ κ.ά. Και όμως το μυθοπλαστικό μίξερ δεν τα κάνει πολτό αλλά το καθένα έρχεται σαν κομμάτι ενός διεθνοποιημένου παζλ να κολλήσει στις ατομικές ζωές των ηρώων του. Ο Ι.Α. έχει την ικανότητα να ξεδιαλύνει, να εντοπίζει, να αποκωδικοποιεί και τέλος να ολοκληρώνει ένα πολυπρισματικό μυθιστόρημα.

Θεόδωρος Γρηγοριάδης, Το τραγούδι του πατέρα, Πατάκης

Βραβευμένο με το Βραβείο Νίκου Θέμελη από τον Αναγνώστη είναι ένα από τα πιο συγκινητικά βιβλία του πεζογράφου. Η ιστορία εξελίσσεται στα τέλη του 50 σε ένα χωριό του Παγγαίου, όπου τρεις νέοι αυτοδίδακτοι  μουσικοί ονειρεύονται μια καριέρα που θα τους απογειώσει, θα τους πάει στην μεγάλη πόλη, θα λύσει ίσως και το βιοποριστικό τους πρόβλημα. Ο συγγραφέας σκαλίζει ένα κουτί με φωτογραφίες, αναζητά ένα παλιό  γραμμόφωνο, μια κασέτα που δεν υπάρχει πια για να μπορέσει να ακούσει τους τρεις μουσικούς με κιθάρα, βιολί, ακκορντέον- πανάκριβη τότε η απόκτηση ενός πιάνου.  Το τρίο διασκευάζει ελληνικά ελαφρά, σμυρνέικα και τάνγκο. Δεν θα μπορέσει να ακούσει τα τραγούδια τους παρά μόνον μέσα από τη μνήμη. Η μουσική, μια κορδέλα που ενώνει τις ζωές τους, θα τους συνοδέψει μέχρι τον θάνατό τους.  Δεύτερη γενιά προσφύγων σε χωριά με μουσουλμάνους, ανέχεια, πόλεμος, ανόρθωση. Μια γενιά πεισματάρικη που το λίγο ήταν γι αυτούς πολύ. Η μουσική διασώζει την μνήμη και ο γιος τον πατέρα. Το τραγούδι του πατέρα είναι το όνειρο του. Ο γιος θρέφεται από αυτό.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here