Η ερώτηση ως εναγώνια επιθυμία

0
99

Της Κούλας Αδαλόγλου.

Ύστερα από δύο συλλογές διηγημάτων, το Κι αν δεν ξημερώσει; είναι το πρώτο μυθιστόρημα της Κουγιουμτζή. Επισημαίνω τα δύο χαρακτηριστικά του συστατικά: μια αλληγορία, που πατά  στη σύγχρονη πραγματικότητα.

Το θέμα με τα κείμενα που αντιμετωπίζουν την τρέχουσα πραγματικότητα της κρίσης είναι ότι μπορούν να γίνουν κοινότοπα και να εστιάσουν στο αυτονόητο. Η Κουγιουμτζή με την αλληγορία αποφεύγει τον κίνδυνο αυτό. Η αλληγορία γίνεται, σε μεγάλο βαθμό, υπερχρονική.

Εδώ διαβαίνουν και θερίζουν χιλιάδες άρματα δρεπανηφόρα, Σεφέρης (Ο γυρισμός του ξενιτεμένου), Είδε έναν Σκάμαντρο να ξεχειλάει κουφάρια, Σεφέρης πάλι (Ελένη), σκηνές από μάχες στην Ιλιάδα κα ένας έντονος απόηχος του Οργουελικού 1984 με συνόδευαν όσο διάβαζα το βιβλίο.

Τρεις άντρες πρωταγωνιστούν – και η συγγραφέας ξέρει να χειρίζεται άριστα τους ήρωές της, με τη γλώσσα και την ιδιαίτερη ψυχοσύνθεσή τους. Ο Σιωπηλός και ο Βέλλας αφηγούνται σε τρίτο πρόσωπο, ενώ ο Λαιμός σε πρώτο. Όταν έχουμε αναδρομές στο παρελθόν ή σκέψεις πάνω σε καταστάσεις/γεγονότα, η αφήγηση γίνεται πάντα σε πρώτο πρόσωπο – και σηματοδοτείται με πλάγια γράμματα.

Μολονότι οι άντρες είναι οι πρωταγωνιστές, την ουσία της ύπαρξής τους και της αφηγηματικής τους υπόστασης την αντλούν από κάποια γυναίκα. Έτσι, έχουμε τουλάχιστον πέντε γυναίκες να παίζουν σημαντικότατο ρόλο στην πλοκή και στην εξέλιξη. Τις γνωρίζουμε, τις δύο αποκλειστικά, από την αφήγηση, εφόσον είναι πλέον νεκρές (ξαδέρφη-Σιωπηλός, θεία-Λαιμός). Την μία (Μάρθα- αγαπημένη του Βέλλα) την «ακούμε» προς το τέλος να παίρνει μέρος στα γεγονότα. Η Άννα μπορούμε να πούμε ότι πρωταγωνιστεί σχεδόν ισοδύναμα με τους άντρες, το αντίπαλον δέος στον κόσμο και στην ιδεολογία τους. Ένα βήμα πιο πίσω, αλλά εξίσου έντονη πινελιά, η Σουζάνα, ανθρώπινη και κοινωνικοποιημένη, προσπαθεί να αλλάξει τον κόσμο με τον δικό της τρόπο.  

Η αλληγορία κρύβει τον κίνδυνο της τυποποίησης, εφόσον οι ήρωες πρέπει να υπηρετούν ένα ρόλο-σύμβολο. Η Κουγιουμτζή, από τη μια με τους αφηγηματικούς χαρακτήρες και από την άλλη με τη μείξη με την πραγματικότητα, υπερβαίνει το φορμάρισμα. Οι χαρακτήρες έχουν ελαττώματα αλλά και ευαισθησίες. Η πραγματικότητα, αναγνωρίσιμη και χειροπιαστή σε πολλές περιπτώσεις, γειώνει την «κατασκευή» της αλληγορίας.

Οι τρεις άντρες, μέλη της Ακαδημίας Πολέμου, που εδρεύει σε  μια χώρα, την Κημέρια, την οποία δεν έχει δει κανείς εκτός από εκείνους που υπηρετούν εκεί, επιστρέφουν στην πατρίδα τους, ύστερα από πολλά χρόνια, είκοσι περίπου, και συναντιούνται στην πόλη που τους συνδέει. Τι είναι η Κημέρια σε επίπεδο συμβόλου; Είναι μια δύναμη που επιβάλλει αποφάσεις σε μικρότερες χώρες, με οδυνηρές γι’ αυτές συνέπειες – αν προσέξουμε, από τον αναγραμματισμό της λέξης προκύπτει Αμερική, ίσως μια υπαινικτική αναφορά. Ο καθένας από τους άντρες έρχεται για διαφορετικό σκοπό: οι δύο, ο Σιωπηλός και ο Λαιμός, για να εκτελέσουν κάποια αποστολή που δεν γνωρίζουν ακριβώς – ο Λαιμός είναι στην κυριολεξία εκτελεστής – ο στρατηγός Βέλλας, που έχει εκπέσει του αξιώματός του, για να διαπομπευθεί και να τιμωρηθεί. Η πόλη στην οποία επιστρέφουν είναι και δεν είναι η Θεσσαλονίκη. Αυτό σημαίνει ότι έχει πολλά αναγνωρίσιμα στοιχεία που την ταυτίζουν με τη συγκεκριμένη πόλη, αλλά υπάρχει και ένα ποτάμι στην ιστορία το ποίο διασχίζει την πόλη, ανύπαρκτο στη Θεσσαλονίκη. Έτσι, και ο τόπος που αποτελεί το κέντρο δράσης σκεπάζεται με την ομίχλη της ασάφειας. Από την υπερώνυμη Ακαδημία της Κημέριας, ως τα υπώνυμα της χώρας, ίσως Ελλάδας, και της πόλης, ίσως Θεσσαλονίκης, η ηθελημένη ασάφεια δίνει ευχέρεια χειρισμών, εικόνων και συμβάντων στην αφήγηση. Ακόμα και το χωριό του Λαιμού είναι κάποιο χωριό στη Βόρεια Ελλάδα με πολλούς αριστερούς, κάτι που καθορίζει τη συμπεριφορά του πατέρα του και στη συνέχεια τη δική του. Είναι εμφανές ότι οι άντρες φέρουν τα ονόματα που τους δόθηκαν στην Ακαδημία – ο Λαιμός ήταν πριν ο Μανόλης.

Από τους τρεις άντρες, μολονότι ιδιοσυγκρασιακά μπορώ να πλησιάσω, ως αναγνώστρια, περισσότερο τον Σιωπηλό και τον Βέλλα, θεωρώ ότι παρουσιάζει μεγαλύτερο ενδιαφέρον ως αφηγηματικό πρόσωπο ο Λαιμός. Οι δύο προηγούμενοι, περισσότερο συναισθηματικοί, είναι πιο προβλέψιμοι στη μεταστροφή τους. Ο Λαιμός μοιάζει αδίστακτος εκτελεστής. Υιοθετεί μια περίεργη ακραία ηθική, που θεωρεί ποταπό, επικίνδυνο και διαστροφικό ό,τι δεν συμφωνεί με τη δική του θεώρηση, είτε στον έρωτα-σεξ είτε στις ιδέες, και δεν διστάζει να εκτελεί τους «αποκλίνοντες». Πιθανότατα η περίεργη «ηθική» του κατάγεται από την αποστροφή του για το σημάδι που κουβαλά, αδιάψευστη μαρτυρία ότι ήταν εγγονός ενός ανθρώπου-μιάσματος, εξαιτίας του οποίου γνώρισε την απάνθρωπη σκληρότητα του πατέρα του.  Την ίδια στιγμή διακατέχεται από έναν ακραίον έρωτα για τη μικρή του θεία, συγκλονιστικές οι σκηνές της συμπεριφοράς του στον θάνατό της, καθώς και στον θρήνο στο μνήμα της.

Οι δρόμοι της πόλης με τα ονόματα συγγραφέων, Οδός Ζωής Καρέλλη, Νίκου-Γαβριήλ Πεντζίκη, Χρυσάνθης Ζιτσαία είναι η μεταφορά σε μια άλλη τρυφερή (υπερπραγματική) πραγματικότητα. Θαρρώ ότι οι δρόμοι με τις γειτονιές τους έχουν στοιχεία από τη συγγραφική ταυτότητα των προσώπων που τους έδωσαν το όνομά τους.

Τα μότο, στην αρχή του μυθιστορήματος, στίχοι της Κικής Δημουλά και του Μάρκου Μέσκου, πριν από το κεφάλαιο Στο δρόμο στίχοι του Σταύρου Κουγιουμτζή, πριν από το κεφάλαιο Άννα-Σιωπηλός στίχοι του Ορέστη Αλεξάκη και πριν από το κεφάλαιο Βέλλας-Μάρθα στίχοι της Μαρίας Κέντρου-Αγαθοπούλου ενισχύουν αυτό το πλησίασμα στους ποιητές, σαν στήριγμα μέσα στον χαλασμό.

Δεν είναι η πρώτη φορά που η Κουγιουμτζή χρησιμοποιεί ερωτηματικό στον τίτλο. Και αν στο Γιατί κάνει τόσο κρύο στο δωμάτιό σου; το ερωτηματικό δεν ορίζει ακριβώς μια ερώτηση αλλά μάλλον μια εισαγωγή σε έναν κόσμο προς διερεύνηση, στο μυθιστόρημα η ερώτηση-υπόθεση με την άρνηση που εμπεριέχει είναι ακριβώς η καταφατική έκφραση της επιθυμίας-ευχής: Πρέπει να ξημερώσει.

Η αφήγηση γίνεται από διάφορες οπτικές, σε κεφάλαια που φέρουν κυρίως τα ονόματα του εκάστοτε αφηγητή (Σιωπηλός, Λαιμός, Βέλλας). Κάποιες φορές έχουμε δύο ονόματα, οπότε, παράλληλα με την αφήγηση, υπάρχουν σκέψεις  και διάλογοι των προσώπων, που φωτίζουν όχι μόνο την πλοκή και την εξέλιξη, αλλά το πολιτικό και ιδεολογικό πλαίσιο της ιστορίας, και πυροδοτούν επίσης τις αναδρομές της αφήγησης. Καθώς οι τρεις άντρες πορεύονται μόνος ο καθένας και δεν ανταλλάσσουν σχεδόν ούτε λέξη, τα κεφάλαια με τους διαλόγους είναι ανάμεσα σε άντρα και γυναίκα: δύο κεφάλαια Βέλλας-Μάρθα, δύο Λαιμός-Άννα, Άννα-Σιωπηλός, Σιωπηλός-Σουζάνα. Η σειρά των ονομάτων είναι επίσης ενδεικτική, για το ποιος είναι κυρίαρχος ή ποιος έχει να πει πολύ σημαντικά πράγματα.   

Υπάρχει έμφαση αναφορών σε γεγονότα του εμφυλίου και της δικτατορίας, χωρίς να χαρακτηρίζονται ως τέτοια και να ορίζονται χρονικά. Επίσης η αντανάκλαση κάποιων σημερινών γεγονότων είναι αναγνωρίσιμη. Ωστόσο, οι εποχές ηθελημένα μπερδεύονται, γεγονότα του παρελθόντος προβάλλονται στο σήμερα, γεγονότα που θα μπορούσαν να είναι σύγχρονα μοιάζουν να απεικονίζουν ένα μέλλον κοντινό ή πιο μακρινό. Φυσικά, φανταστικά γεγονότα που θα μπορούσαν να συμβούν στο μέλλον συνιστούν τον εφιάλτη του παρόντος.

 

Θα αναφερθώ στη συνέχεια σε κάποια στοιχεία που εμφανίζονται στο μυθιστόρημα Μαρίας Κουγιουμτζή, αλλά διατρέχουν και τις δύο προηγούμενες συλλογές των διηγημάτων της:

-Οι εμποδισμένοι έρωτες. Ανεκπλήρωτοι. Έρωτες ταμπού. Στο μυθιστόρημα τα αισθήματα είναι ξεκάθαρα από την πλευρά των ανδρών (Σιωπηλός, Λαιμός). Στις γυναίκες, στην ξαδέρφη και στη θεία αντίστοιχα, η κατάφαση διαφαίνεται υπαινικτικά.

Αυτές οι στροφές του έρωτα, της ανθρώπινης συμπεριφοράς γενικότερα, δεν περιγράφονται για να εξυπηρετήσουν την πλοκή της αφήγησης και να εξάψουν το ενδιαφέρον του αναγνώστη, αλλά για να διερευνήσουν την ανθρώπινη ψυχή στο πλαίσιο μιας ευρύτερης ηθικής, που ανα-γνωρίζει ότι κατά περίπτωση το μη επιτρεπτό και το μη «κανονικό»  μπορεί να έχουν τη δική τους ηθική.

-Η συνύπαρξη του τραγικού, του μαύρου, του απεχθούς, με το τρυφερό, το ανθρώπινο, το γλυκό. Αν ο τίτλος της πρώτης συλλογής διηγημάτων της είναι Άγριο βελούδο, αυτή η αίσθηση της άγριας υφής, με το βελούδο όμως ως υπόστρωμα, διατρέχει όλο της το έργο. Στο μυθιστόρημά της η Μαρία Κουγιουμτζή επιτρέπει περισσότερο από τις προηγούμενες φορές ένα χαμόγελο προς το τέλος, με την έκβαση της ιστορίας, που μπορεί να αφήνεται ανοιχτή αλλά περιέχει αρκετή δόση πιθανότητας για θετική εξέλιξη. Στην αίσθηση αυτή συνηγορεί και ο τίτλος Κι αν δεν ξημερώσει;, με την ελπίδα του ξημερώματος, όσο κι αν αυτό σκιάζεται γενναία από την αγωνία του ερωτηματικού.

-Το ποιητικό στοιχείο. Υπάρχουν ολόκληρα κεφάλαια γραμμένα με ποιητικό ύφος, με την έννοια του μεταφορικού υπαινικτικού λόγου, που περιγράφουν δύσκολες καταστάσεις, μια άγρια δηλαδή ποιητικότητα. Επίσης, στο μυθιστόρημα δίνονται με πλάγια στοιχεία οι αναδρομές στο παρελθόν του προσώπου που αφηγείται, καθώς και διάφορες σκέψεις του. Στα κομμάτια αυτά παρεισφρέει το ποιητικό στοιχείο, στην έκφραση των αισθημάτων με τρυφερότητα και ανθρωπιά.

-Η μείξη του πραγματικού με το φανταστικό, με κορυφαία την περίπτωση του συμβόλου «ελιά στο ανθρώπινο σώμα». Η ελιά στον λαιμό του Μανόλη-Λαιμού εξαφανίζεται με τον θάνατο της αγαπημένης θείας, σημάδι εξανθρωπισμού, η ελιά «εμφανίζεται» στο σώμα της Άννας, αφορμή για να αναχαιτιστεί η βιαιότητα. Η λειτουργία του εξωπραγματικά απροσδόκητου στις περιπτώσεις αυτές συνεισφέρει στη δημιουργία της χαραμάδας, για να περάσει το φως. Για να ξημερώσει.

 

 

Η γλώσσα είναι το δυνατό όπλο στα χέρια της Κουγιουμτζή. Μια γλώσσα που μπορεί να εκφράσει όσα παραπάνω αναφέρθηκαν, όλες τις βιαιότητες, τις ασχήμιες, αλλά και την πιο λεπτή ευαισθησία, και την πιο απροσδιόριστη ομορφιά. Μια γλώσσα, λοιπόν, που κινείται από το ένα άκρο, του πιο σκληρού και αποτρόπαιου, στο άλλο, του πιο τρυφερού και ανθρώπινου, με δύναμη καταπληκτική, σοκάροντας, αλλά χωρίς να προσβάλει την αισθητική του αναγνώστη. Επιπλέον, με το ύφος που διαμορφώνεται, καταφέρνει να εκφράσει, μέσα από τα πιο αντισυμβατικά, τα μη επιτρεπτά και τα άνομα, μια βαθιά κοινωνική ηθική, χωρίς ηθικολογίες και κηρύγματα. Μια γλώσσα παντοδύναμη, που λέει τα πράγματα με τόσες λέξεις, όσες πρέπει, με λέξεις καίριες, που προβάλλουν μία μία αυτοδύναμες αλλά και δένονται σε ένα πλέγμα που σου υποβάλλει και ταυτόχρονα σου επιβάλλει τις εικόνες του.

Θεωρώ ότι, ως αυτή τη στιγμή, η αφηγηματική γλώσσα και συνακόλουθα το αφηγηματικό ύφος της Μαρίας Κουγιουμτζή διαμορφώνουν μια από τις πιο δυνατές φωνές στη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία.

 

 

INFO: Μαρία Κουγιουμτζή, Κι αν δεν ξημερώσει;

Καστανιώτης, 2013

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here