Παρασκευή, 24 Απριλίου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ ΘΕΜΑΤΑ ΤΕΧΝΗΤΗ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗ Θα αντικαταστήσει η ΤΝ τους επαγγελματίες μεταφραστές λογοτεχνίας; (της Κατερίνας Σχινά)

Θα αντικαταστήσει η ΤΝ τους επαγγελματίες μεταφραστές λογοτεχνίας; (της Κατερίνας Σχινά)

1
736
Keith Negley

 

της Κατερίνας Σχινά (*)

Θα αντικαταστήσει η ΤΝ τους επαγγελματίες μεταφραστές λογοτεχνίας; Είναι ένα ερώτημα που πλανάται τον τελευταίο καιρό ως δυσοίωνη πρόβλεψη πάνω από τα κεφάλια μας. Το προτάσσουν πολλοί, εν είδει χαιρέκακης προειδοποίησης προς εμάς, τους μεταφραστές. Στη νέα εποχή, λένε, θα χάσουμε τη δουλειά μας, ή έστω θα εκπέσουμε σε επιμελητές ήδη μεταφρασμένων από την τεχνητή νοημοσύνη κειμένων.

Θα προσπαθήσω, με βάση την εμπειρία μου, να ανατρέψω αυτόν τον ισχυρισμό. Πρώτα απ’ όλα, ας τονίσω ότι δεν δαιμονοποιώ την τεχνολογία, απεναντίας την ευγνωμονώ για τους δρόμους που διανοίγει, για τις ευκολίες που παρέχει – από τα ηλεκτρονικά λεξικά, ως τη διαλεύκανση ερμητικών αναφορών μέσα στο λογοτεχνικό κείμενο. Όταν μετέφραζα, π.χ., το Possession της Ann Byatt, πριν από την έλευση, ή μάλλον την ευρύτερη διάδοση της ΤΝ, χρειάστηκε ν’ ανοίξω τόμους επί τόμων, να ρωτήσω το Google, που, σημειωτέον, δεν είχε πάντα απαντήσεις, να αναμετρηθώ με έναν τεράστιο όγκο αναφορών, χωρίς πλοηγό ή καθοδήγηση. Τώρα, που μεταφράζω το δεύτερο βιβλίο (Νεκρή φύση)  της τετραλογίας της που ξεκίνησε με την Παρθένο στον κήπο και συνεχίζεται με τα Babel tower και A whistling woman, ζητάω τη βοήθεια του copilot και διαπιστώνω ότι είναι πραγματικά πολύτιμη. Παιδικά τραγουδάκια ή τηλεοπτικές εκπομπές της δεκαετίας του ’50, φυσιοδίφες, κληρικοί, συγγραφείς του 18ου αιώνα, αιρέσεις και σέχτες, πόλεμοι και βασιλείς, όλα φωτίζονται με σαφήνεια. Ωστόσο, πρέπει να πω ότι πάντα φροντίζω να διασταυρώνω τις πληροφορίες που μου παρέχει. Δεν είναι πάντα αξιόπιστο. Κυρίως, δεν είναι αξιόπιστο όταν πρόκειται για ελληνική αναφορά. Όταν π.χ. το ρώτησα από ποιο ποίημα είναι ο στίχος «Χάσαμεν όμως το πιο τίμιο — την μορφή του», χωρίς να αναφέρω τον Καβάφη, μου απάντησε ευθαρσώς ότι είναι από τον Τελευταίο σταθμό του Σεφέρη.

Στην ερώτηση, ωστόσο, αν χρησιμοποιώ την τεχνητή νοημοσύνη στην ίδια τη διαδικασία της μετάφρασης, θα απαντούσα ρητά και κατηγορηματικά, όχι. Οι λόγοι είναι πολλοί: πρώτα απ’ όλα, η προσφυγή σε ένα τέτοιο εργαλείο θα μου στερούσε ό,τι –ας μη θεωρηθώ υπερβολική– προσδίδει ηθική διάσταση στη μεταφραστική πράξη. Δηλαδή τον παιδεμό με το νόημα, τον παιδεμό με τη λέξη. Τη χαρά όταν μόνη μου, χωρίς κανένα δεκανίκι, μπαίνω στον λαβύρινθο του νοήματος (ιδίως όταν πρόκειται για  στριφνά κείμενα, όπως το Κάτω από το Ηφαίστειο του Μάλκολμ Λόουρι που μετέφρασα σχετικά πρόσφατα) και αναζητώ την έξοδο, τουτέστιν την ερμηνεία, ή μάλλον μια ερμηνεία. Η προσφυγή στην ΤΝ θα μου στερούσε την απόλαυση της περιπλάνησης ανάμεσα στους συνειρμούς, τους υπαινιγμούς, τα ηχητικά εφέ, τις σημασιολογικές αποχρώσεις, τις δολιχοδρομίες του πρωτοτύπου, όλα όσα συμβάλλουν στην πολυσημία του. Θα μου στερούσε, με δυο λόγια, τη χαρά να χρησιμοποιώ το μυαλό μου και να συντονίζομαι με τον ρυθμό του κειμένου, με τους κυματισμούς των ήχων.

Αλλά ακόμα και αν ευχαρίστως δεχόμουν να στερηθώ αυτές τις χαρές κερδίζοντας, ενδεχομένως, χρόνο και αυξάνοντας την παραγωγικότητά μου, δεν θα’ ταν δυνατό να τις εκχωρήσω στην τεχνητή νοημοσύνη, γιατί αυτή δεν είναι σε θέση να τις αναδεχτεί. Όλοι γνωρίζουμε ότι ο μεταφραστής δεν μεταφέρει στη γλώσσα του μόνο το νόημα του πρωτοτύπου, αλλά ατμόσφαιρα, υπονοούμενα, ειρωνεία, πολιτισμικό πλαίσιο. Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να αναγνωρίσει μοτίβα, να οργανώσει, να συνδυάσει, αλλά δεν μπορεί να κατανοήσει τι σημαίνει μια υπαινικτική φράση, τι σημαίνει μια παύση, τι σημαίνει μια λέξη που επιλέγεται όχι για το νόημά της αλλά για τον ήχο της. Δεν νιώθει την ειρωνεία, δεν αντιλαμβάνεται υπόγειες εντάσεις, δεν καταλαβαίνει πολιτισμικά φορτισμένες λέξεις. Αγνοεί τη μεταφορά, γι’ αυτό και όταν γράφει (όχι όταν μεταφράζει) χρησιμοποιεί κατά κόρον παρομοιώσεις και αντιθετικά σχήματα («όχι αυτό, το άλλο»). Δεν ακούει το κείμενο, το βλέπει σαν ακολουθία συμβόλων, οπότε δεν είναι σε θέση να αποδώσει τον εσωτερικό ρυθμό, τις λειτουργικές επαναλήψεις, τις ηχητικές αντιστοιχίες, τα λεκτικά παιχνίδια. Η μηχανή δεν έχει βίωμα, δεν έχει υποκειμενικότητα, οπότε δεν είναι σε θέση να μεταφέρει μια εμπειρία μέσα στη γλώσσα.  Μεταφράζει με στατιστικές πιθανότητες και μόνο. Οι επιλογές της είναι αποτέλεσμα ενός συνδυασμού στατιστικών πιθανοτήτων, μοτίβων χρήσης και συμφραζομένων. Δυο απλούστατα παραδείγματα: το σύστημα έχει «δει» εκατομμύρια παραδείγματα μεταφράσεων και έχει μάθει ότι η λέξη home μεταφράζεται συχνά ως σπίτι αλλά και ως οικογένεια, εστία, πατρίδα. Αλλά δεν «καταλαβαίνει» τη διαφορά μεταξύ home και house· απλώς υπολογίζει ποια επιλογή είναι πιο πιθανή, με βάση τη συχνότητα με την οποία έχει δει να χρησιμοποιούνται οι λέξεις, και επιλέγει με βάση το περιβάλλον της λέξης και όχι με βάση την εσωτερική κατανόηση του νοήματος της πρότασης. Επιπλέον, του λείπει παντελώς το αισθητικό κριτήριο.

Κάτι ακόμα: σε ένα εκτενές λογοτεχνικό κείμενο, η ΤΝ δεν μπορεί να διατηρήσει σταθερή φωνή, συνεπές ύφος, λεπτές διαφοροποιήσεις χαρακτήρων. Ο μεταφραστής σκέφτεται το κείμενο ως σύνολο. Η ΤΝ το βλέπει ως διαδοχή αποσπασμάτων. Οι απώλειες είναι προφανείς: η ενότητα του ύφους χάνεται, ο ρυθμός παραπαίει, η αισθητική και εκφραστική ταυτότητα του κειμένου θρυμματίζεται. Όσο για τη γλωσσική της επάρκεια, και αυτή είναι περιορισμένη. Δεν θα μπορούσε ποτέ, για παράδειγμα, να μεταφέρει ένα ξένο κείμενο σε ιδίωμα, ή σε καθαρεύουσα. Να ανασκάψει το κοίτασμα της γλώσσας-στόχο, να το ξεσκονίσει, να ανασύρει τη λέξη – έστω κι αν αυτή έχει περιέλθει σε αχρησία με τον χρόνο–, και να την κεντρώσει στο μετάφρασμα. Η μετάφραση με χρήση τεχνητής νοημοσύνης δεν θα κατορθώσει, λοιπόν, ποτέ, όσο και αν «βελτιωθεί», να διεκδικήσει τον χαρακτηρισμό της καινοτόμου δημιουργίας, αφού δεν είναι σε θέση να ανακαινίσει τη γλώσσα, να τη φρεσκάρει, να την πλουτίσει, καθιστώντας έτσι το μετάφρασμα μέρος του σώματος της ελληνικής γραμματείας.

Πριν από λίγο καιρό, επιμελήθηκα τη μετάφραση του μυθιστορήματος Ακριβό φαρμάκι της Μαίρη Γουέμπ από την Άννα Σικελιανού. Μυθιστόρημα γραμμένο το 1924, εκτυλίσσεται σε μια μικρή κοινότητα της αγροτικής Αγγλίας του 1800 και ανακαλεί με ποιητική συγκίνηση και λυρικό μυστικισμό έναν αγροτικό κόσμο χαμένο, σβησμένο από την επέλαση της νεωτερικότητας. Η Σικελιανού απέδωσε το πρωτότυπο κείμενο το οποίο αναπαράγει τη ντοπιολαλιά του Σροπσάιρ – μιας κομητείας στα δυτικά μίντλαντς στα σύνορα με την Ουαλία– χρησιμοποιώντας ένα εναργές λαϊκό ιδίωμα της ελληνικής, χωρίς ποτέ να μετατρέπει το γλωσσικά και πολιτισμικά διαφορετικό σε κάτι γνώριμο μεν στον αναγνώστη της μετάφρασης, αλλά ριζικά ξένο και παράταιρο προς το πολιτισμικό περιβάλλον της γλώσσας-πηγής. Κάτι τέτοιο θα ήταν αδύνατον να το πετύχει η ΤΝ. Όπως δεν θα κατάφερνε ποτέ να πετύχει ό,τι κατάφερε η Τιτίκα Δημητρούλια μεταφράζοντας από τα γαλλικά το αφήγημα της Μέλπως Αξιώτη «Ρεπυμπλίκ Βαστίλλη», τον απόλυτο δηλαδή εγκλιματισμό στο ύφος της συγγραφέα και στα χυμώδη, ιδιαίτερα ελληνικά της.

 

(*) Ομιλία της Κατερίνας Σχινά στο Συνέδριο για την Τεχνητή Νοημοσύνη που οργάνωσε η Εταιρεία Συγγραφέων (27, 28 Φεβρ.2026)

Προηγούμενο άρθροΗ έκθεση του Γιώργου Λάνθιμου που δεν στήθηκε ποτέ (της Αλεξάνδρας Αθανασιάδου)
Επόμενο άρθροWorld book day 26 (της Αλεξάνδρας Σαμοθράκη)

1 ΣΧΟΛΙΟ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ