Σάββατο, 18 Απριλίου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ Θ.Χιώτης, ποίηση που μεταβάλλει ιδιότητες (της Βαρβάρας Ρούσσου)

Θ.Χιώτης, ποίηση που μεταβάλλει ιδιότητες (της Βαρβάρας Ρούσσου)

0
291

 

της Βαρβάρας Ρούσσου

Η ποιητική παρουσία του Θοδωρή Χιώτη, γνωστή και από δημοσιευμένα ποιήματά του, φαίνεται ότι κορυφώνεται με το κράμα ένα ποιητικό βιβλίο ιδιαίτερο και κυρίως σύνθετο.

Το ζήτημα που τίθεται, όπως εξάλλου σε κάθε ποιητικό έργο αλλά περισσότερο στο συγκεκριμένο, είναι τι κάνει και πώς αυτή η ποιητική συλλογή. Ωστόσο, αν ονομάσω έτσι το Κράμα ήδη το κατατάσσω/ταξινομώ και το συνδέω με την κυρίαρχη εικόνα που έχουμε για μια ποιητική συλλογή δηλαδή για το πώς γράφεται, τι μορφή έχει στο τυπωμένο χαρτί και πώς διαβάζεται. Όμως το Κράμα κατά πολλούς τρόπους υπερβαίνει τη συνήθη εικόνα και ταυτόχρονα συνομιλεί με αυτήν.

Το βιβλίο είναι αυτό που ο τίτλος υπόσχεται δηλαδή ένα κράμα τρόπων που επεκτείνουν τα όρια του πώς γράφεται η ποίηση: found poetry, (όχι «πρωτότυπη» γραφή στίχων, αλλά άντληση από ήδη υπάρχον υλικό που απομονώνεται και αναδιατάσσεται), concrete/visual ποίηση, ποίηση διαγραφής, υπολογιστικές πρακτικές, αλγόριθμοι, ιδιαίτερη κατανομή στη σελίδα, αποτέλεσμα πειραματισμών με υπολογιστικές γλώσσες και επανεγγραφή των αποτελεσμάτων. Εκεί βρίσκεται ο ποιητικός λόγος, ή αλλιώς ο λόγος του δημιουργού. Πρόκειται κυριολεκτικά για ένα κράμα που σημαίνει όχι απλώς μια μείξη στοιχείων ή τρόπων αλλά για έναν επαναπροσδιορισμό τους, μια ολική αναπλαισίωση τέτοια που συντήκει τα στοιχεία σε νέα μορφή και νοηματοδότηση.

Σε αυτή τη σύνθεση οι κεντρικές έννοιες είναι γλώσσα-εαυτός/σώμα-τραύμα σε ένα πλέγμα σχέσεων εξουσίας.

Η βασική προβληματική του Χιώτη, που τον απασχολεί εδώ και χρόνια στα ποιήματά του, είναι η γλώσσα, όπως εξάλλου φαίνεται από τον υπότιτλο του βιβλίου «γλώσσα: μηχανή): τι κάνει η γλώσσα, τι μπορεί πλέον (με χρονική σημασία και αναφορά στο τώρα) να κάνει, τι κάνει το ποίημα, πώς γράφεται και πώς διαβάζεται και βέβαια με ποια σημασία ορίζεται η γλώσσα ως «μηχανή».  Το κράμα λοιπόν, όπως εξάλλου φάνηκε απ’ όσα προανέφερα, επαναφέρει το καίριο και διαρκές ερώτημα γύρω από τη γλώσσα ως «δυνατότητες» (affordances).

Το πρώτο ποίημα της συλλογής απαρτίζεται  από 4 μέρη και αποτελεί το μανιφέστο της: ο τίτλος «ιστοριεςτηςμητρικηςγλωσσας», ενιαία λέξη χωρίς τόνους, εισάγει τη βασική προβληματική και προοικονομεί τον πειραματισμό. Και αφού ο τίτλος του πρώτου μέρους είναι «αφηγούμαι στον εαυτό μου μια ιστορία για τη μητρική (μου) γλώσσα και καθώς τα ίχνη της προσωπικής και κτητικής αντωνυμίας διαγράφονται ή μπαίνουν σε παρένθεση και καθώς υπάρχει ο στίχος «στη γλώσσα δόθηκε αυτό το εγώ», στο ποίημα το εγώ γίνεται αντιληπτό ως κατασκευή της γλώσσας. Σε αυτό το σημείο προκύπτει το ερώτημα: πώς την αφηγούμαι στον εαυτό μου και εντέλει ποια είναι η αλήθεια αυτής της μητρικής γλώσσας;

Έτσι, ταυτόχρονα και εύλογα, με τη γλώσσα διαπλέκεται η έννοια του εαυτού, της κατασκευής του εγώ-εαυτός: η γλώσσα με συγκροτεί και ως ποιο βαθμό; Πώς με υπάρχει η γλώσσα; Πώς με λέει η γλώσσα, πώς με μιλάει; είμαι εγώ μέσα από τη γλώσσα ή/και μέσα στη γλώσσα; Γιατί είναι γλώσσα-μηχανή; Σταδιακά, τα ποιήματα δίνουν απαντήσεις στα ερωτήματα όχι απόλυτες και όχι μόνιμες. Έτσι κι αλλιώς, το βιβλίο κρατάει ως γνώρισμα την ανοιχτότητα.

Στο ποίημα-μανιφέστο υπάρχουν το σώμα, ο εαυτός ως σώμα «εγώ ένα μισό-αναπτυγμένο περί-γραμμα φτιαγμένο από το σώμα/μιας γλώσσας το κενό του φάρυγγα… η απώλεια του εαυτού ταυτοποίηση και καταλογογράφηση στην επιφάνεια του σώματος» «κάθε τεταρτημόριο του στόματος/ σημαδεμένο από την ακιδωτή μύτη των νόσων που επιτέλους ονοματίζονται & απαριθμούνται. Ακόμη: «Ακόμη και στη γλώσσα, οι πυραμιδικές δομές εξουσίας μοιάζουν εγγενείς.» Και: «τα γλωσσικά σήματα είναι μολυσμένα» και «το στόμα παράγει γλωσσικά σήματα/ δια παντός στοιχειωμένα από τον ταύρο του Ορβηλού,/του ερημωτή των πόλεων» και «Προσπαθώ να γράψω σε διαφορετικές γλώσσες με την ελπίδα ότι τα ερεθισμένα ούλα θα φουσκώνουν με λέξεις που κάνουν τη μητρική γλώσσα επιτέλους να ακούγεται ξένη».

Με το πρώτο ποίημα στο οποίο αναφέρθηκα και με το δεύτερο «Εκτομή χαλινού: απέδοσαν πάλιν ουδέν αδικήσαντες» έχουν εκτεθεί θεμελιακά στοιχεία του βιβλίου. Εισάγεται η γλώσσα ως φυσιολογία, ως ανατομικό στοιχείο υλική και παραγωγός και επομένως αναδύεται και η άλλη παράμετρος: το σώμα και η σχέση με τη γλώσσα, κομβική στη συλλογή. Αν είμαι εαυτός είμαι σώμα και φέρω γλώσσα-όργανο την οποία με τη γλώσσα την ονομάζω γλώσσα. Γλώσσα και σώμα δεν είναι δύο χωριστές σφαίρες μία «ιδεατή» και μια «υλική». Είναι σώμα-σε-γλώσσα: ταξινομημένο, ονοματισμένο, ερμηνευμένο, επιτηρούμενο.

Στα πρώτα δυο ποιήματα ο Χιώτης σταθερά κλασικός φιλόλογος (και στο βιβλίο υπάρχουν αρκετές αναφορές στην αρχαία γραμματεία) εισάγει τον ταύρο ως βία που στοιχειώνει το ίδιο το γλωσσικό συμβάν: βία που εγγράφεται στη φωνή, στη στοματική κοιλότητα, στις «φωνητικές χορδές» και στην παραγωγή «σημάτων». Η βία της εξουσίας υπάρχει στις κατηγορίες, στα κριτήρια ταξινόμησης. Με άλλα λόγια: πριν καν πεις κάτι, υπάρχουν οι πυραμιδικές δομές εξουσίας και η γλώσσα που βγαίνει από το όργανο γλώσσα είναι ήδη φορτισμένη από βία που δεν την ελέγχει το υποκείμενο.

Η γλώσσα είναι ταυτόχρονα νοσταλγία, επιθυμία,  οργανώνει, ταξινομεί, μετρά, και το ερώτημα «πώς κανείς αποφασίζει ποια είναι τα επιθυμητά γλωσσικά σήματα» καταλήγει σε αδιέξοδο ακριβώς επειδή ο ταύρος είναι μέσα στον μηχανισμό παραγωγής. Ακόμη και η «εκτομή χαλινού» (εικόνα χειρουργική, αλλά και εικόνα ελέγχου του ζώου: χαλινάρι/πειθαρχία/κανόνας), δεν σημαίνει την απελευθέρωση και την καθαρή πλέον, «αθώα» φωνή, απλώς μετατοπίζεται το σημείο όπου ασκείται η εξουσία.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα του Κράματος είναι το  τριμερές «αλληλουχία». Στο 1. Στο πρώτο μέρος η found poetry σχετίζεται  με αρχεία μέτρησης. Η δεξιά στήλη με δείκτες τύπου BPM / μονάδες / βάρος / χημικές ενδείξεις λειτουργεί ως printout από εργαστήριο/monitor (δηλαδή ως γλώσσα που δεν αφηγείται, αλλά καταγράφει και κατηγοριοποιεί), η αριστερή στήλη με εικόνες προσωπικών αναφορών αν και θραυσματικές («δεξαμενής», «μεμβράνης», «ημερολογίου», «επιδερμίδας»). Το ποίημα επιμένει στο σώμα ως υλικό που δεν εξαντλείται στους αριθμούς. Η διπλή διάταξη παράγει διπλή αλληλουχία: βιολογικών συμβάντων (ρυθμοί, εκκρίσεις, μεταβολές) και προσωπικών εμπειριών/αναμνήσεων που όλα γίνονται γλωσσικές πράξεις.

Στο τελευταίο ποίημα της ενότητας β. hallo moon-boy με τίτλο «Παρεμβολή (ή χορογραφία για το βιοϊατρικό υποκείμενο)» και πάλι είναι παρών ο εαυτός/σώμα και το τραύμα. «Ντύνεις την πληγή/με γλώσσα: με αυτόν τον τρόπο,/το σώμα πείθεται/για τις νέες του ανάγκες./» Αφηγείσαι την πληγή; Με ποιο τρόπο; Και: «Μαθαίνεις να αφήνεις/τη γλώσσα να παρεμβαίνει στο/σώμα σου,/μαθαίνεις να/χωράς στα κουτάκια των ερωτηματολογίων.» Η πληγή σωματική αλλά και θεωρούμενη προ-γλωσσική εμπειρία μεταβάλλεται σε αφηγήσιμο υλικό από την παρέμβαση της γλώσσας που λειτουργεί όχι απλά ως μέσο περιγραφή του σώματος αλλά ως πρακτική πάνω του: Το «μαθαίνεις να/χωράς στα κουτάκια των ερωτηματολογίων» φέρει την υλικότητα της κανονικοποίησης. Δεν είναι πια «λέξεις» γενικά, είναι φόρμες: checkbox, πεδία, κατηγορίες που συμπιέζουν το σώμα για να γίνει αναγνώσιμο. Τα ερωτηματολόγια δεν ρωτούν απλώς: παράγουν το είδος απάντησης που μπορούν να δεχτούν. Άρα παράγουν και το είδος υποκειμένου που ταιριάζει σ’ αυτά.

Αυτή η ποίηση είναι αποκομμένη από την πραγματικότητα βυθισμένη στην προβληματική της γλώσσας; Κάθε άλλο αντλεί από αυτή τη σχέση και αναδεικνύει το ότι δεν υπάρχει καθαρή πολιτική ούτε καθαρή τέχνη.  Ας δούμε το «σπαστά ελληνικά (καθρέφτες)»: «Το μόνο που απομένει στην εργατική τάξη είναι το σώμα και οι διάφορες καταρεύσεις του. Δεν προκαλεί έκπληξη, λοιπόν, ότι καταλήγεις να χτίζεις μια ταυτότητα γύρω από το ιδανικό του τέλειου σώματος: σαρκώδες, ινώδες, δυνατό, ανθεκτικό.».

Και στην ενότητα δ. υποδειγματικοί μηχανισμοί τα 4. «ΤΝΜ» και 6. «πολιτικό λυκαυγές (εν εμαυτώ συννοείσθαι)» το σώμα επανέρχεται ως νούμερο στη σειρά και

Έτσι, η “βία” είναι ότι η γλώσσα μπορεί να σε καθηλώσει σε ταυτότητα-φάκελο: να σε κάνει «περίπτωση», «τύπο», «σύμπτωμα», «πρόβλημα». Και αυτό που τείνει να εμφανίζεται ως ουδέτερο (επιστημονικό, διοικητικό, ορθολογικό) είναι βαθιά πολιτικό. Η αναφορά στην τριάδα «αρχείο εργασίας / αρχείο ασθένειας / αρχείο νοσηλείας» είναι κομβική: δείχνει μια συνέχεια ανάμεσα σε παραγωγικότητα και ιατρικοποίηση. Δεν είναι απλώς τρία πεδία, είναι μία γραφειοκρατία σε τρεις φάσεις: το σώμα πρώτα μετριέται ως εργατική δύναμη, μετά ως σύμπτωμα, μετά ως νοσηλευτικό δεδομένο.

Όμοια στο 6. «πολιτικό λυκαυγές» στο 9. «πλήμνη» (κέντρο του τροχού, το σχήμα που τα κάνει να μη μένουν απλώς θραύσματα: τα οργανώνει γύρω από έναν άξονα). «το ημερολόγιο της δουλειάς / το ημερολόγιο του σώματος / το φύλλο του νοσοκομείου». τρεις γραφές του ίδιου πράγματος: η ζωή ως καταχώριση.

Στα οπτικά ποιήματα του βιβλίου η σελίδα λειτουργεί σαν πεδίο δυνάμεων: οι λέξεις δεν «κάθονται» για να αφηγηθούν, αλλά σχηματίζουν (κύκλους/δακτυλίους, καμπύλες, συσπειρώσεις, διασπορές) και έτσι μεταφέρουν στο σώμα του αναγνώστη την εμπειρία που περιγράφουν: ροή–επιστροφή–εγκλωβισμός, σαν πλήμνη/τροχός ή σαν λούπα κλειστού κυκλώματος.

Ήδη τα ποιήματα προβάλλουν, όπως, νομίζω ότι φάνηκε, τον πολιτικό χαρακτήρα τους. Και για να προσδιοριστεί η έννοια επισημαίνω ότι το πολιτικό νοείται ως στοιχείο συγκροτητικό των ταυτοτήτων, στοιχείο της γλώσσας που τις συγκροτεί, με μια έννοια θα λέγαμε οντολογικό. Ταυτόχρονα και ιδίως σε ορισμένα ποιήματα γίνεται πολιτικό με την τρέχουσα έννοια- του κοινωνικού. Ειδικά στο «Μια διασκευή του «της δικαιοσύνης ήλιε νοητέ» έπαιζε στη σχολική εκδήλωση για τον εορτασμό της εικοστής επετείου της εθνικής εορτής» (ένας εκτενής τίτλος που έχει ιδιαίτερη σημασία ως ειρωνική αποδόμηση ήδη πριν την ανάγνωση του ποιήματος). Στο ποίημα ένα εθνικό-σχολικό τελετουργικό (η «επέτειος», η συλλογική απαγγελία) αντιστρέφεται: αντί για εθνική εξύψωση, η παιδαγωγική της υπακοής και αισθητικοποίηση/κατανάλωση του πόνου που «καταναλώνουμε», μετατρέποντας σε υπερηφάνεια ή σε σωστή” συγκίνηση). Η διασκευή δεν σατιρίζει απλώς αλλά αποκαλύπτει το πώς η επίσημη γλώσσα (επανα)διαμορφώνει το εθνικό αφήγημα, το κάνει ακίνδυνο μέσα σε γιορτές, συνθήματα, ομοιοκαταληξίες του συλλογικού λόγου, αντιστρέφοντας ή περιορίζοντας την ιστορία με τη γλώσσα ως μηχανή κανονικοποίησης.

Τέλος, ερμηνεύω το διαγραμμένο ποίημα από τα τελευταία του βιβλίου ως ένα πρόταγμα και παράλληλα ένα ακόμη ποιητικό μανιφέστο μιας ποίησης που προχωρεί πολύ παραπέρα στους τρόπους σύνδεσής της με το παρόν και αναζητά επομένως και επιπλέον μια αναγνωστική ανοιχτότητα για την πρόσληψή της. Ο χαρακτηρισμός εγκεφαλική κατασκευή που συνεπάγεται τη βεβαιότητα για έναν εξοβελισμό του συναισθήματος και του βιωματικού υποστρώματος σημαίνει την εκ των προτέρων άρνηση να διαβαστεί με νέους όρους αυτή η ποίηση για το πώς οργανώνει εκθέτει ή προβληματοποιεί το σήμερα με τους ίδιους τους όρους του. Το Κράμα ως τέτοια σύνθεση θέτει ένα ερώτημα για το πώς του ποιήματος /της ποίησης και αποτελεί ένα αναγνωστικό ξεβόλεμα που διαλύει βεβαιότητες για το τι είναι ποίηση ή δείχνει τις πολλαπλάσιες δυνατότητές της. Το «κράμα» δεν είναι κολάζ επιφανειών: είναι μίξη που μεταβάλλει ιδιότητες, όπου ο λυρισμός μολύνεται από την κρύα ακρίβεια της καταγραφής, και η καταγραφή αποκαλύπτει το βίαιο της υπόστρωμα. Το υποκείμενο δεν προηγείται της γραφής· παράγεται από τις συνδέσεις της. Το «κράμα» ορίζει, τελικά, μια ποιητική όπου η μορφή είναι λειτουργία: ο τρόπος με τον οποίο η γλώσσα μηχανοποιεί (και άρα πολιτικοποιεί) το σώμα. Κλείνοντας, σκέφτομαι τελικά για το Κράμα τη θέση του Ρανσιέρ που προτείνει τη θεώρηση της γραφής ως μια περιπλάνηση σε μια τοπογραφία δυνατοτήτων.

Θοδωρής Χιώτης, κράμα (ή, γλώσσα: μηχανή), φρμκ 2025

 

 

Προηγούμενο άρθροΆμνετ, της Κλόι Ζάο: «Ο αδιάφθορος θάνατος και το βίωμα του τραγικού ποιητή» (του Μανώλη Γαλιάτσου)
Επόμενο άρθροΗ μάγισσα κι η φωτιά (του Φίλιππου Φιλίππου)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ