Τα ιμάτια της γραφής (της Γεωργίας Λαδογιάννη)

0
154

 

 

Της Γεωργίας Λαδογιάννη[1]

 

H Αλήθεια και ο άλυπος θάνατος (Βιβλιόραμα 2019) του Κώστα Βούλγαρη συνιστά μια ανασκόπηση γεγονότων από τα τρωικά του Ομήρου μέχρι το τελευταίο ποίημα του Καβάφη (Εις τα περίχωρα της Αντιοχείας), με σκοπό την απάντηση στο ερώτημα, τι από όλα όσα έχουμε θεωρήσει ως γεγονότα είναι αληθινά. Γιατί το να ζει κανείς με την «αλήθεια» κάνει εφικτή την Δελφική παραγγελία τελεύτα άλυπος, που μετάφραση και παραλλαγή του είναι το άλυπος θάνατος. Και παρ’ ότι ο συγγραφέας δεν πιστεύει στο ρόλο της κριτικής (σελ. 79), θα ακολουθήσουμε την «τελευταία» του Επιθυμία-παραγγελία προς τους αναγνώστες, ώστε «τα ιμάτια της γραφής ταύτης διαμοιράσωσι αδιστάκτως».

Διαμοιράζοντας, λοιπόν, τα ιμάτια της γραφής έχουμε να πούμε ότι η ισχύς του ερωτήματος περί της «αληθείας» αφορμάται από την έκπτωση που παρατηρείται στις πεποιθήσεις των ημερών μας, τόσο για την ιστορία, ως επιστήμης των γεγονότων, όσο, επίσης, και για την λογοτεχνία, ως τέχνης που αποδίδει την γύρω της πραγματικότητα. Ωστόσο, θεωρεί ότι η ιστορία συνδέεται με την λογοτεχνία και ότι αυτή η σύζευξη την διασώζει από θεωρίες που στερούνται αβύσσου, την πηγή κάθε καλλιτεχνικού «θαύματος».

Η αναζήτηση της «αλήθειας» ακολουθεί τον δρόμο της κατασκευής κειμένων ή του σχολιασμού των φιλολογικών πρακτικών και των κειμενικών διαδικασιών. Με πηγές άλλοτε διάφανες και άλλοτε πηγές που ανήκουν στην ευρυμάθεια του συγγραφέα, χτίζει ένα απολαυστικό κείμενο, που, στις μέρες μας, σπάνια το βρίσκουμε διαθέσιμο. Ιδιαίτερης απόλαυσης είναι το πρώτο μέρος του βιβλίου, και τούτο γιατί, στο δεύτερο μέρος, το κατασκευασμένο κείμενο, όλο και πιο φανερά, εμπλέκεται στη συζήτηση για καίρια ζητήματα της λογοτεχνίας και φτιάχνει ένα κείμενο με στοιχεία δοκιμίου. Αλλά και σε αυτό το μέρος δεν απουσιάζει η ευχαρίστηση του αναγνώστη, καθώς η θεωρητική αναζήτηση μοιάζει να πλαισιώνει τα λογοτεχνικά παραδείγματα με τα οποία δημιουργεί αφηγηματικά ευρήματα. Μέρος της απόλαυσης είναι το ύφος λόγου, που στις περισσότερες περιπτώσεις αντιγράφει την γλώσσα των παλαιών κειμένων – μεσαιωνικών ή της καθαρευούσης του 19ου αιώνα. Ωστόσο, η κατασκευή και η συζήτηση συναποτελούν μια δυαδική πράξη και δομούν κείμενα που θεωρούνται πύλες-οδηγοί προς την «αλήθεια».

             Τα περισσότερα κείμενα φτιάχνοναι από την επανανάγνωση των λογοτεχνικών έργων, ώστε να τους δοθεί, τώρα, δεύτερη δυνατότητα να βγάλουν την πολυσημία τους, που ισοδυναμεί με την αναζήτηση της «αλήθειας». Είναι γεγονός ότι δεν εμπιστεύεται την «αλήθεια» του ιστορικού αλλά την λογοτεχνική «αλήθεια». Στο κείμενο Μια αθέατη παρακαταθήκη (Μαρτυρίες) η «αλήθεια» βρίσκεται στην τέχνη, αρκεί η μεταμυθοπλαστική της λειτουργία («άθροισμα όντων από ολόκληρη την φύση»), δηλαδή η διαδικασία της μεταμόρφωσης να προκαλεί την ανοικείωση προς το αντικείμενο που αναπαριστά. Μόνο τότε η καλλιτεχνική μεταφορά αποδίδει τον κόσμο αισθητοποιημένο. Τον κόσμο σκηνοθετημένο δηλαδή με τρόπο που δεν αφήνει τίποτα σκοτεινό.

Μία θεατρική σκηνή σκηνοθετείται με πηγή την Γυναίκα της Ζάκυθος του Δ. Σολωμού. Τα πρόσωπα είναι ο Δ. Σολωμός και ένας ποιητής, σύγχρονος. Ανάμεσά τους βρίσκεται ένας καθρέφτης διπλής όψεως που περιστρέφεται. Στη σκηνή συμετέχει, σε ρόλο χορού, μια γυναίκα που τα δικά της λόγια είναι κραυγές όλων των ανθρώπων να δοθούν απαντήσεις στα ερωτήματα περί της αληθείας, των γεγονότων, της φθοράς και του τίποτα. Στην ουσία όμως ο λόγος είναι για τον χρόνο και την ανατρεπτική του δύναμη. Στην δική του εξουσία (του χρόνου) έχουν πλέον δοκιμασθεί σημαντικά πράγματα, όπως είναι τα έργα του Δ. Σολωμού αλλά και του Ντεκάρτ, που παραμένουν σε ισχύ εφόσον εμπνέουν τους νέους συγραφείς και τροφοδοτούν την φαντασία τους.

Με την σκηνοθεσία ανοίγει η διαδικασία του τεχνητού, ίδιον της μεταμυθοπλασίας, και αποκαλύπτει την συγγραφική παρουσία, που και γι’ αυτόν το λόγο ακυρώνεται και το κείμενο μπορεί να έχει και άλλες λογοτεχνικές χρήσεις, όπως το κείμενο του Εμμ. Ροῒδη, η Πάπισσα Ιωάννα, που «διεκδικείται» από το παρελθόν ως ένας πρόγονος της μεταμυθοπλασίας και ως το κείμενο που «χειραφετεί» τον αναγνώστη. Η συνέχεια του Ροῒδη, στον 20ό αιώνα, είναι οι σκηνοθέτες-συγγραφείς: ο ιδιότυπος και βραβευμένος Tomas Pynchon, ο ταλαντούχος Γιάννης Πάνου και ο Θανάσης Βαλτινός. Θα προσθέταμε και τον ευφάνταστο Κώστα Βούλγαρη.

Αυτή την σκηνοθετική λειτουργία της τέχνης, όπου έχει καταργηθεί το κυρίως «άβατο» ενός έργου, ο συγγραφέας –επιβεβαιώνοντας τον Ρ. Μπαρτ–, διευκολύνει την διαδικασία της αέναης μετάπλασης και της διαχρονίας του έργου και, καθιστώντας τους αναγνώστες εμβριθείς κριτικούς, δεν αφήνει χώρο για τους διαλύτες της δημοκρατίας «θεατροκράτες». Είναι ένας από τους λόγους που δείχνει ιδιαίτερη συμπάθεια για συγραφείς που διεκδίκησαν την συγγραφική ιδιότητα, αλλά τελικά βρέθηκαν αντιγραφείς ή ψευδολόγοι. Αυτοί αποτελούν τα ιστορικά παραδείγματα της ακύρωσης του συγραφέα. Ανάμεσά τους κυρίαρχη είναι η θέση του Κωνσταντίνου Σιμωνίδη και του έργου του Συμαῒς, του 19ου αιώνα, με το οποίο η αντιγραφή γίνεται τέχνη, και στον οποίο αφιερώνει ένα ολόκληρο κεφάλαιο και το τιτλοφορεί με φράση του ίδιου: Η πόλις των ιδεών. Πέρα από την πλατωνική καταγωγή της φράσης, αυτό που κυρίως εννοείται είναι ένας ανεξίθρησκος χώρος, όπου συνυπάρχουν δοξασίες, θρησκείες, εξουσίες, ή όπως αυτός αναδύεται από το έργο του Κωνσταντίνου Καβάφη. Η ευρηματική αφηγηματική σύνδεση Σιμωνίδη και Καβάφη γίνεται με τον Καβάφη αναγνώστη της Συμαῒδος και την ποιητική συνηγορία του υπέρ του Σιμωνίδη, που θωρείται το τελευταίο ποίημα του Καβάφη Εις τα περίχωρα της Αντιοχείας.

Η φαντασία, εξάλλου, είναι αναγκαία και στην κατασκευή λογοτεχνικών έργων, κατά την μεταμυθοπλαστική διαδικασία, και το νέο κείμενο θέτει τους ίδιους στόχους με την παλιά λογοτεχνία, δηλαδή την απόλαυση του αναγνώστη. Είναι γεγονός, ωστόσο, πως το μεταμυθοπλαστικό αφήγημα το χρωστούμε στην επανανάγνωση της παλιάς λογοτεχνίας· είναι η προϋπόθεση της νέας δημιουργίας. Με αυτές όμως τις τεχνικές ιδιοτυπίες δεν μπορεί να δημιουργηθεί λογοτεχνικό ρεύμα. Η πολυσημία είναι ιστορικό γεγονός – με την έννοια που δίνει ο χρόνος στις κοινωνίες. Γι’ αυτό και ο συγραφέας του παρόντος βιβλίου βλέπουμε να αναζητά, εκτός από την «αλήθεια», να γράψει τεκμηριωτική μεταμυθοπλασία, ώστε το γεγονός να προηγείται του μύθου. Μήπως ένα δείγμα της είναι το αναγγελλόμενο βιβλίο του, Βαλς. Μια χερσόνησος στην Ανταρκτική, όπου η σχέση της λογοτεχνίας με την ιστορία θα είναι πιο ισχυρή;

 

 

 

[1] Καθηγήτρια Νεοελληνικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here