συνέντευξη στον Θανάση Μήνα
Μια συζήτηση με τον ιστορικό Στρατή Μπουρνάζο για τη μελέτη του Η ιστορία μιας ματαίωσης. Το CCF και ο πολιτισμικός ψυχρός πόλεμος στην Ελλάδα (1950-1967), που αναφέρεται στον Πολιτισμικό Ψυχρό Πόλεμο και στη δράση του Congress for Cultural Freedom (CCF). O πολιτισμός και οι ιδέες αποτέλεσαν κεντρικό στοιχείο της αντιπαράθεσης μεταξύ των δύο στρατοπέδων του Ψυχρού Πολέμου. Ήταν μια σκληρή, πολύπλευρη σύγκρουση, που πολλές πλευρές της έμεινα επί χρόνια στο σκοτάδι ή έστω στο ημίφως, μέχρι να τις αναδείξει η ιστορική/δημοσιογραφική έρευνα και η ανακάλυψη ξεχασμένων αρχείων.
Πέρα από την γεωπολιτική του διάσταση, συγχρόνως διεξήχθη και ένας πολιτισμικός Ψυχρός Πόλεμος. Σ’ αυτό το πλαίσιο, η οργάνωση Congress for Cultural Freedom (CCF), που προερχόταν από κοινή μήτρα με τη CIA, αποτέλεσε το πιο εκλεπτυσμένο, εντυπωσιακό και επιτυχημένο όπλο του δυτικού κόσμου. Αυτό το θέμα πραγματεύεται το πρόσφατο βιβλίο του Στρατή Μπουρνάζου “Η ιστορία μιας ματαίωσης. Το Congress for Cultural Freedom (CCF) και ο Πολιτισμικός Ψυχρός Πόλεμος στην Ελλάδα (1950-1967)”, που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Αντίποδες, 2024).
Ο συγγραφέας μιλάει στον Αναγνώστη:
Στρατή, θα ήθελες αρχικά να μας πεις πώς γράφτηκε αυτό το βιβλίο. Τι είδους έρευνα έκανες, σε ποια αρχεία ανέτρεξες και πόσα χρόνια σου πήρε για να το ολοκληρώσεις;
Ο σπόρος ρίχτηκε το καλοκαίρι του 2016 στη Βιέννη. Έκατσα εκεί ένα μήνα και πέρναγα πολλά πρωινά στην Εθνική Βιβλιοθήκη, ένα επιβλητικό μπαρόκ κτίριο, το παλιό ανάκτορο των Αψβούργων. Εκεί πρωτοείδα τα περιοδικά του Congress for Cultural Freedom (CCF), όπως το γερμανικό Der Monat, το αυστριακό Forum, το γαλλικό Preuves, το βρετανικό Encounter, το ιταλικό Tempo Presente. Σπουδαία περιοδικά, τα οποία έγραφαν κορυφαίοι Δυτικοευρωπαίοι διανοούμενοι και απευθύνονταν στις ελίτ, διανοητικές, καλλιτεχνικές και πολιτικές. Η γενική πολιτικοϊδεολογική κατεύθυνση του CCF ήταν κάτι πρωτόγνωρο για μένα: σκληρά αντισοβιετική και φιλελεύθερη, σοσιαλίζουσα και αντικομμουνιστική μαζί. Εγώ τότε μελετούσα τον ελληνικό αντικομμουνισμό της ίδιας εποχής, των δεκαετιών του 1950 και 1960 δηλαδή. Ήταν ένας εντελώς διαφορετικός κόσμος σε σχέση με όσα ήξερα. Οι Έλληνες εθνικόφρονες μιλούσαν για τα «κονσερβοκούτια» και τους μητραλοίες», με το τρίπυχο Πατρίς Θρησκεία Οικογένεια πανταχού παρόν. Οι νέοι μου γνώριμοι μελετούσαν την ανοιχτή κοινωνία του Πόπερ, το «ζωτικό κέντρο» του Άρθουρ Σλέσινγκερ τζούνιορ και τη θεωρία του ολοκληρωτισμού της Άρεντ.
Το CCF με συνάρπασε και αποφάσισα να αναζητήσω τα ίχνη της δράσης του στη χώρα μας. Τα ελληνικά αρχεία και πηγές λένε ελάχιστα, κι έτσι άρχισε μια μεγάλη περιπλάνηση, πραγματική και διανοητική, σε αρχεία του εξωτερικού. Ο βασικότερος κόμβος ήταν το Σικάγο, όπου στη Regenstein Library υπάρχει το βασικό αρχείο του CCF, αρχείο αναφοράς για κάθε σχετική μελέτη, με αρκετούς φακέλους και για την Ελλάδα. Αλλά και στο Hary Ransom Center στο Tέξας, στα συνδικαλιστικά αρχεία της AFL-CIO Μέρυλαντ, στα εθνικά αρχεία στο Παρίσι, στο Melvin Lasky Center στο Μόναχο.
Τι ήταν λοιπόν το CCF: Πώς και πότε και από ποιους ιδρύθηκε; Ποια ήταν η αρχική αποστολή του;
Το CCF ιδρύθηκε τον Ιούνιο του 1950 στο Δυτικό Βερολίνο. Εμφανίστηκε και λειτουργούσε ως ανεξάρτητος οργανισμός, που συγκρότησαν διανοούμενοι, πολιτικοί και καλλιτέχνες, ωστόσο σχεδιάστηκε και χρηματοδοτήθηκε κρυφά από τη CIA. Είναι αναμφισβήτητο, το γράφει –για την ακρίβεια «καυχιέται» γι’ αυτό– και η ίδια η υπηρεσία στην ιστοσελίδα της. Παρότι ονομάζεται Συνέδριο (Congress) απέκτησε χαρακτήρα μόνιμου οργανισμού. Απέκτησε τμήματα σε όλο τον πλανήτη, σε 48 χώρες, και οργάνωσε πλήθος συνέδρια, εκθέσεις ζωγραφικής, συναυλίες, εξέδωσε βιβλία και περιοδικά. Στελεχώθηκε από εξέχουσες προσωπικότητες, όπως ο Άρθουρ Καίσλερ, ο Ινιάτσιο Σιλόνε, ο Ίρβινγκ Κρίστολ, ο Μάικλ Πολάνυι, ο Έντουαρντ Σιλς, ο Ραιυμόν Αρόν, ο Ντάνιελ Μπελ, ενώ στα έντυπα και τις εκδηλώσεις του μετέχει κατά καιρούς ένα πολύ ευρύτερο φάσμα, που φτάνει μέχρι τον Καρλ Γιάσπερς, τον Γκούναρ Μύρνταλ ή τον Μαξ Χορχκχάιμερ. Βασικός του στόχος: να αντιπαρατεθεί στην ΕΣΣΔ στον τομέα των ιδεών και του πολιτισμού, προβάλλοντας τις δυτικές αξίες, τη φιλελεύθερη δημοκρατία και καλλιεργώντας τον ευρωοατλαντισμό.
Πέρα από την αποστολή του να προωθήσει την αμερικανική κουλτούρα στην Ευρώπη, το CCF λειτούργησε και ως μηχανισμός προπαγάνδας;
Τίποτα από όσα παράγει το CCF δεν θυμίζει προπαγάνδα, αλλά παραπέμπει υψηλής ποιότητας διανοητική παραγωγή και καλλιτεχνική δημιουργία. Έτσι, το μεγάλο φεστιβάλ «Αριστουργήματα του 20ού αιώνα», στο Παρίσι, τον Ιούνιο του 1952, περιλαμβάνει συναυλίες με έργα του Στραβίνσκι, του Ερίκ Σατί, του Μπέλα Μπάρτοκ και του Ντεμπυσύ, και ορχήστρες όπως η συμφωνική της Βοστώνης ή η Φιλαρμονική της Βιέννης. Ακόμα, εκθέσεις ζωγραφικής με έργα του Ματίς, του Σεζάν, του Σαγκάλ και Καντίνσκι, καθώς και συζητήσεις με τον Αντρέ Μαλρώ, Γουίλιαμ Φώκνερ, τον Γ. Χ. Ώντεν.
Πώς αντιλαμβανόμαστε όμως την προπαγάνδα; Η Francis Stonor Saunder στη συναρπαστική της μελέτη Who paid the piper? CIA and the Cultural Cold War, ένα έργο αναφοράς με το οποίο το CCF εισέβαλε ορμητικά στο επιστημονικό και το δημόσιο προσκήνιο το 1999, μνημονεύει μια ρήση του Ρίτσαρντ Κρόσμαν: «Ο τρόπος για να κάνεις καλή προπαγάνδα είναι να μη δείχνεις ποτέ ότι την κάνεις». Αν τη συμμεριζόμαστε, αμέσως τα πράγματα γίνονται πιο περίπλοκα και πιο ενδιαφέροντα. Έτσι χωρίς να φαίνεται ότι κάνει προπαγάνδα, και ακριβώς επειδή δεν έκανε, το CCF, με την πληθώρα ανεξάρτητων προοδευτικών που το στελέχωσαν, συνέτεινε πολύ περισσότερο από τους κλασικούς προπαγανδιστές και τις υπηρεσίες πληροφοριών στην αποδόμηση της ΕΣΣΔ και στην προώθηση μιας θετικής εικόνας για τη Δύση. Γι’ αυτό και έχει χαρακτηριστεί ως το πιο προωθημένο διανοητικό όπλο του δυτικού στρατοπέδου. Ο Giles Scott Smith –o κορυφαίος μελετητής τoυ CCF– γράφει ότι στον τομέα του πολιτισμού και της διανόησης παίζει ρόλο αντίστοιχο με αυτόν του Σχεδίου Μάρσαλ στο κοινωνικοοικονομικό πεδίο. Θυμίζω ότι το τελευταίο δεν είναι μόνο οικονομικό, αλλά πρωτίστως πολιτικό εγχείρημα, που χρησιμοποιεί κυρίως οικονομικά μέσα για την επίτευξη των σκοπών του: την ανόρθωση και ανάπτυξη των κατεστραμμένων από τον πόλεμο ευρωπαϊκών χωρών, με στόχο την ανάσχεση της επιρροής της Σοβιετικής Ένωσης και των ευρωπαϊκών κομμουνιστικών κομμάτων.
Μέλη του CCF, όπως είπες, υπήρξαν διανοούμενοι όπως ο Άρθουρ Καίσλερ, ο Ινιάτσιο Σιλόνε, ο Μάικλ Πολάνυι, ο Έντουαρντ Σιλς, ο Ραιυμόν Αρόν, ο Ντάνιελ Μπελ…Τα μέλη του CCF ήξεραν στ’ αλήθεια σε τι είδους οργανισμό ανήκαν; Αν και οι προαναφερθέντες αποστρέφονταν τη CIA, πρόθυμα εντάχθηκαν στο CCF. Είχαν την επίγνωση ότι ουσιαστικά βρίσκονται στο ίδιο στρατόπεδο με τη CIA στα πρώτα χρόνια του Ψυχρού Πολέμου;
Είναι ένα κομβικό ερώτημα. Όλοι αυτοί, διανοούμενοι πρώτης γραμμής, δρουν σαν να αγνοούσαν πλήρως τη σχέση του CCF με τη CIA, παρότι οι σχετικές φήμες κυκλοφορούσαν από την πρώτη στιγμή. Γιατί; Επειδή δεν υπήρχαν επαρκή στοιχεία; Επειδή ήταν αφελείς ή κυνικοί ψεύτες; Τίποτα από αυτά, κατά τη γνώμη μου. Δεν έβλεπαν επειδή δεν ήθελαν να δουν, δεν ήξεραν επειδή προτιμούσαν να μην ξέρουν. Πρόκειται για έναν σύνθετο ψυχολογικό και πολιτικό μηχανισμό, γνώριμο και στα δύο στρατόπεδα: οι στρατευμένοι, ακόμα κι αν τα τεκμήρια βοούν, επιλέγουν να μην ξέρουν. Οι λογοτέχνες, διανοούμενοι και ιεράρχες που επισκέπτονται τη Μακρόνησο το 1947-1950 διαγκωνίζονται σε επαίνους για το «θαύμα» της «αναμόρφωσης» των κρατουμένων. Από την άλλη, για δεκάδες κομμουνιστές, εξέχοντες διανοούμενους και αγωνιστές, τα γκουλάγκ είναι σαν να μην υπάρχουν.
Η παραπάνω στάση των φιλελεύθερων διανοουμένων που πρόθυμα εντάχθηκαν στο CCF, αδιαφορώντας για τη σχέση του με τη CIA, δεν μας φανερώνει, όπως ίσως μπορούμε να σκεφτούμε με τα μάτια του σήμερα, την «ανηθικότητά» τους, αλλά την ισχυρή στράτευσή τους· δεν είναι ανεξάρτητοι, αλλά βαθιά στρατευμένοι. Βρίσκονται στο ίδιο στρατόπεδο με τη CIA και το αμερικανικό κράτος στα πρώτα χρόνια του Ψυχρού Πολέμου· είναι συμμαχητές: ο υπέρτατος εχθρός είναι ο κομμουνισμός και η ανελευθερία των σοβιετικών καθεστώτων. Γι’ αυτό και ευθυγραμμίζονται με τις ΗΠΑ, στη μεγάλη μάχη των δύο στρατοπέδων και είναι σίγουροι για την επιλογή τους· αντίστοιχα και ένας κομμουνιστής είναι υπερήφανος για την ταύτιση με την ΕΣΣΔ.
Σημειώνεις πάντως στο βιβλίο ότι οι μετέχοντες στο CCF κάθε άλλο παρά «μαριονέτες» του αμερικανικού κράτους ήταν. Αντιθέτως, απολάμβαναν μεγάλο βαθμό αυτονομίας, ενώ το CCF επεδίωξε να εγγράφεται στον χώρο της Αριστεράς.
Ναι, είναι πολύ βασικό αυτό. Αυτά τα δύο, η αυτονομία του CCF και η επιδίωξή του να εντάσσεται στην Αριστερά, δεν είναι κάτι που προέκυψε στην πορεία, αλλά συνιστούν. Το CCF την ανεξαρτησία του δεν την κατέκτησε μέσα από συγκρούσεις με τη CIA ή με την απρόθυμη συναίνεσή της. H CIA εξαρχής επιθυμούσε σφόδρα ο οργανισμός όχι μόνο να εμφανίζεται αλλά και να είναι αυτόνομος. Ο Μάικλ Τζόσελσον, ο άνθρωπος της CIA στο CCF και ψυχή του εγχειρήματος, ήταν εκείνος που επέμεινε ότι o οργανισμός, για να είναι πειστικός, όφειλε να καταδικάσει την επικείμενη εκτέλεση του ζεύγους Ρόζενμπεργκ και να διαφοροποιείται από την κυβέρνηση των ΗΠΑ.
Πώς εξηγείται αυτό; Οι ιθύνοντας της CIA εκτίμησαν –και είχαν δίκιο– ότι οι σοσιαλιστές ή προσωπικότητες του κύρους του Καίσλερ, του Αρόν, του Σιλόνε μπορούσαν να πλήξουν πολύ πιο αποτελεσματικά τη Σοβιετική Ένωση από ό,τι οι δεξιοί ή κάποιοι φτηνοί προπαγανδιστές. Να έχουν πολύ ευρύτερη επίδραση, ιδίως σε αριστερά ακροατήρια.
Αν και το CCF προέρχεται από την ίδια μήτρα με την CIA, ουσιαστικά διαφέρει ως προς τη δράση του από την τελευταία. Θέλω να πω ότι δεν είχε κατασκοπικό/μιλιταριστικό προφίλ. Δεν συνέδραμε δεξιούς παρακρατικούς ούτε οργάνωσε πραξικοπήματα, έτσι δεν είναι;
Η CIA, όσο διευρυμένη αντίληψη κι αν έχει, είναι μυστική υπηρεσία, ενώ το CCF οργανισμός που δρα στον χώρο των ιδεών και της κουλτούρας. Εξαρχής έχουν διαφορετική στοχοθεσία. Έτσι, το CCF δεν θα ήταν δυνατόν να συνδράμει δεξιούς παρακρατικούς ή να εμπλακεί σε πραξικοπήματα, από την ίδια τη φύση του – ενώ η CIA το κάνει. Το CCF όποτε παίρνει θέση, τοποθετείται κατά των δικτατοριών και της καταπίεσης και στη Δύση, λ.χ. τάσσεται κατά του Φράνκο (σημειωτέον, μετά το 1967, οπότε το CCF έχει διαλυθεί, ο διάδοχος οργανισμός του, η IACF παίρνει θέση κατά της ελληνικής χούντας). Ωστόσο το κάνει με πολύ μικρότερη ένταση από ό,τι για τα καθεστώτα της Ανατολικής Ευρώπης, ενώ πολλές φορές σιωπά. Και αυτό είναι ένα βασικό πρόβλημα που αντιμετωπίζει λ.χ. στη Λατινική Αμερική. Οι τοπικοί εκπρόσωποι μιλάνε εμμονικά για τον σοβιετικό ολοκληρωτισμό και την ανελευθερία στην ΕΣΣΔ, τη στιγμή που το επείγον καθήκον για τους εγχώριους διανοούμενους –και τους φιλελεύθερους– είναι η αντιπαράθεση στον αμερικανικό ιμπεριαλσμό και στις χούντες που ξεφυτρώνουν με τις ευλογίες ή και την άμεση εμπλοκή των ΗΠΑ. Κι αυτό ισχύει και στην Ελλάδα. Ένας οργανισμός που υπερασπίζεται καταστατικά την ελευθερία του πνεύματος, αλλά πρωτίστως ξιφουλκεί κατά του σοβιετικού και κινεζικού ολοκληρωτισμού, αγκαλιάζει τον Πάστερνακ και τον Σολτζενίτσιν, αλλά δεν λέει κουβέντα για τις πολιτικές διώξεις, το παρασύνταγμα ή τη λογοκρισία στα χρόνια της «καχεκτικής δημοκρατίας» δεν μπορεί να έχει απήχηση και αξιοπιστία ούτε να ριζώσει.
Ακόμα και η ίδια η CIA πάντως στις αρχές της δεκαετίας του 1950 διαφέρει από την κατοπινή. Όπως σημειώνεις, σε μεγάλο βαθμό στελεχώνεται από απόφοιτους των σημαντικότερων αμερικανικών πανεπιστημίων (Ivy League) που έχουν προφιλ διανοούμενου. Προωθεί στην Ευρώπη της τζαζ ή ρεύματα της τέχνης όπως τον αφηρημένο εξπρεσιονισμό. Τι συμβαίνει στην πορεία και αλλάζει ρότα; Συνέβη το ίδιο και με το CCF;
Tα διευθυντικά στελέχη της CIA, ιδίως τα πρώτα χρόνια, δεν έχουν καμία σχέση με τη στερεοτυπική σκοτεινή φιγούρα του πράκτορα. Είναι προοδευτικοί φιλελεύθεροι και σκληροί αντικομμουνιστές, Cold Wariors και New Dealers ταυτόχρονα. Ας δούμε δυο πρόσωπα που συνδέονται άμεσα με το θέμα μας. Ο Τόμας Μπρέιντεν, ο άνθρωπος-κλειδί για το CCF, πριν ενταχθεί στη CIA δίδαξε αγγλική λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο του Ντάρτμουθ, και στη συνέχεια υπήρξε εκτελεστικός διευθυντής του περίφημου Mουσείου Μοντέρνας Τέχνης της Νέας Υόρκης (MoMA). Όσον αφορά τον διάδοχό του, Κορντ Μάυερ, αρκεί να ανοίξουμε την αυτοβιογραφία του. Στον πρόλογο, διαβάζουμε ευχαριστίες προς το περιοδικό Νew Statesman (για ένα ποίημα που είχε δημοσιεύσει εκεί «a la maniere de Walt Whitman») ή στον εκδότη του μοντερνιστή ποιητή e.e. cummings (για κάποιους στίχους, με τους οποίους ο Μάυερ αποχαιρετά τον δίδυμο αδελφό του).
Ακριβώς αυτά τα ανώτατα στελέχη της CIA συλλαμβάνουν και εφαρμόζουν ασμένως μια πολύ εκλεπτυσμένη στρατηγική, μέρος της οποίας είναι η δημιουργία του CCF, η αντιπαράθεση με τον κομμουνισμό στο πεδίο του πολιτισμού και των ιδεών, καθώς και η πριμοδότηση της Mη Κομμουνιστικής Αριστεράς (όρος-ομπρέλα που περιλαμβάνει από τους Γερμανούς σοσιαλδημοκράτες, τους Βρετανούς Εργατικούς μέχρι αντισταλινικούς αριστερούς) ως ανάχωμα στην κομμουνιστική επιρροή. Βέβαια, η CIA δεν είναι πολιτιστικός όμιλος ή «υπουργείο πολιτισμού», όπως είπε ο κορυφαίος διπλωμάτης Τζωρτζ Κέναν, το 1967, όταν αποκαλύφθηκε η σχέση της με το CCF, σε μια απολογητική προσπάθεια. Την ίδια ακριβώς στιγμή χρησιμοποιεί με άνεση και πιο «κλασικές» μεθόδους: οργανώνει πραξικοπήματα στη Γουατεμάλα και το Ιράν, σαμποτάζ στην Αλβανία (με επιχειρησιακή βάση στην Ελλάδα) και πολλά ακόμα.
Στην πορεία, οι συσχετισμοί αλλάζουν. Μετά τη δολοφονία του Τζων Κένεντι, επί προεδρίας Τζόνσον επικρατούν πιο συντηρητικές αντιλήψεις, η CIA κρίνει ότι η συμμαχία με τη Μη Κομμουνιστική Αριστερά είναι ατελέσφορη· άλλωστε μεγάλες μετατοπίσεις υπάρχουν και στον άλλο πόλο: η Μη Κομμουνιστική Αριστερά, που τη δεκαετία του 1950 ήταν έντονα αντισοβιετική και φιλοαμερικανική, είναι τώρα κριτική ως προς τις ΗΠΑ, ιδίως λόγω του Βιετνάμ. Το CCF, από την άλλη, ακολουθεί μια διαφορετική διαδρομή. Μετριάζει τον ισχυρό αντικομμουνισμό των πρώτων χρόνων και η σκληρή κριτική στις ανατολικές χώρες δίνει έμφαση σε έναν θετικό λόγο που δίνει έμφαση στην ανάπτυξη και τον εκσυγχρονισμό, ιδίως στον «Τρίτο Κόσμο».
Πότε εμφανίστηκε το CCF στην Ελλάδα; Είχε έντονη παρουσία ή η δράση του ήταν διακριτική; Αναφορικά με το προηγούμενο, στη δική μας περίπτωση, είχε ως αποστολή να αντιμετωπίσει ιδεολογικά/πολιτιστικά το ΕΑΜ και γενικά τη διανόηση της Αριστεράς;
Το CCF εμφανίζεται στην Ελλάδα το 1952. Η παρουσία του συνολικά είναι εντελώς καχεκτική, όπως έχει δείξει η Τζένη Λιαλιούτη, η ιστορικός που πρώτη το μελέτησε συστηματικά. Δεν δημιουργείται ελληνική επιτροπή, δεν υπάρχει πρωτότυπη διανοητική παραγωγή, οι παρεμβάσεις του είναι λιγοστές και σκόρπιες. Προσπαθεί να αποκτήσει σχέση με κάποιες προσωπικότητες όπως ο Γιώργος Θεοτοκάς, ο Πέτρος Χάρης ή ο Θεοφύλακτος Παπακωνσταντίνου, αυτές όμως δεν στεριώνουν. Σε συλλογικό επίπεδο έχει επαφή με πολύ μικρές, σχεδόν περιθωριακές πολιτικές ομάδες, όπως η σοσιαλιστική και αντικομμουνιστική μαζί «Διεθνής Ζωή». Η διαφορά με τη Βρετανία ή τη Δυτική Γερμανία, όπου έχει στενές σχέσεις με ηγετικά στελέχη των Εργατικών και των Σοσιαλδημοκρατών, όπως ο Χιου Γκέιτσκελ και ο Βίλλυ Μπραντ, είναι εντυπωσιακή. Με δυο λόγια, το αποτύπωμα του CCF στον πολιτικό και διανοητικό χάρτη της χώρας μας είναι αχνό.
Όσον αφορά τώρα το ΕΑΜ. Το ελληνικό CCF, όπως εκφράζεται με τον επίσημο εκπρόσωπό του στη χώρα, τον δικηγόρο και συνδικαλιστή Μανώλη Κόρακα, θέλει να αντιπαρατεθεί στην αριστερή διανόηση και γενικότερα στην Αριστερά. Και εδώ προσκρούει σε έναν ανυπέρβλητο βράχο: τις δεκαετίες του 1950 και του 1960, παρότι το ΚΚΕ είναι εκτός νόμου, στην ελληνική Αριστερά κυριαρχεί ασφυκτικά η κομμουνιστική τάση. Όχι μόνο είναι ο κορμός, ιδεολογικά, πολιτικά, κοινωνικά, αλλά και οι άλλες ομάδες, λ.χ. οι σοσιαλιστικές, συνεργάζονται στενά μαζί της. Η Μη Κομμουνιστική Αριστερά στην Ελλάδα είναι φιλοκομμουνιστική και όχι αντικομμουνιστή, όπως συμβαίνει στη Δυτική Ευρώπη. Και αυτό ανάγεται πρωτίστως στην εποποιία των χρόνων της Αντίστασης, στη ριζική αλλαγή των πολιτικών συσχετισμών που συνέβη τότε. Και, ειδικότερα, στην κοινωνική εδραίωση του ΕΑΜ (στο οποίο κυριαρχούσε πλήρως το ΚΚΕ), στους ισχυρούς πολιτικοκοινωνικούς δεσμούς που δημιούργησε, στην αίγλη και την απήχησή του σε όλο τον ευρύτερο αριστερό χώρο.
Πώς υποδέχθηκαν το CCF οι τότε Έλληνες φιλελεύθεροι και τα μέσα τους π.χ. οι Εποχές του Χρήστου Λαμπράκη; Μήπως η τελική αποτυχία του αντικατοπτρίζει την καχεκτική παρουσία του πολιτικού φιλελευθερισμού στην Ελλάδα;
Είναι καταρχάς πολύ θετικοί. Μάλιστα, ο Χρήστος Λαμπράκης και ο στενός φίλος και συνεργάτης του Λέων Καραπαναγιώτης, όταν σχεδιάζουν να εκδώσουν τις Εποχές, έρχονται σε επαφή με το CCF. Ο δεύτερος ταξιδεύει στη Γενεύη και συναντάει τον Μάικλ Τζόσελον, την ψυχή και τον νου του CCF – τα ξέρουμε όλα αυτά από το αρχείο του Σικάγου. Ζητάνε χρηματοδότηση για το περιοδικό που ετοιμάζουν, ωστόσο το σημαντικότερο δεν είναι τα χρήματα: είναι ότι θέλουν να μετέχουν στο διανοητικό και πολιτικό σύμπαν του CCF. Αν το σκεφτείς κινούνται σε πολύ παρόμοιο μήκος κύματος: φιλελεύθεροι, δημοκράτες, πρώτης τάξης διανοούμενοι, ευρωπαϊστές και Ευρωπαίοι. Αυτοί είναι οι ομόλογοι του CCF στην χώρα. Και όμως η σχέση δεν αναπτύχθηκε, έμεινε καθηλωμένη. Εδώ παίζει καθοριστικό ρόλο η συγκυρία. Οι κεντρώοι και οι φιλελεύθεροι μετά το τέλος του Εμφυλίου αποστασιοποιούνται από την εθνικόφρονα Δεξιά, ενώ, όσο προχωράμε στη δεκαετία του 1960, τόσο στο πολιτικό όσο και στο διανοητικό πεδίο, εμφανίζονται, συγκλίσεις με τους αριστερούς – και «αριστεροί» στη μεταπολεμική Ελλάδα σημαίνει κομμουνιστές ή φιλοκομμουνιστές.
Το CCF αναστέλλει τη δράση του προς τα τέλη της δεκαετίας του 1960. Έχεις γράψει ότι «κατέρρευσε εν μια νυκτί, το 1967, όταν αποκαλύφθηκε η μυστική σχέση του με τη CIA». Σίγουρα αυτή η τελευταία το επιβάρυνε ιδεολογικά, ήταν όμως η μοναδική αιτία για την παρακμή του;
Η αποκάλυψη, το σκάνδαλο μάλλον, γιατί με τέτοιους όρους ξέσπασε, ήταν ο καταλύτης. Και η πτώση ήταν εκκωφαντική. Ένας οργανισμός που είχε σημαία του την ελευθερία του πνεύματος, που ξιφουλκούσε εναντίον των ολοκληρωτικών καθεστώτων και της χειραγώγησης δεν μπορούσε να αντέξει το σοκ. Και πολύ περισσότερο που οι αποκαλύψεις έγιναν όχι μόνο από το καλιφορνέζικο ριζοσπαστικό περιοδικό Ramparts αλλά και από τους Νew York Times και κανάλια εθνικής εμβέλειας όπως το CBS. Δεν ήταν όμως μόνο αυτό.
Συνετέλεσαν άλλοι παράγοντες και ποιοι ήταν αυτοί; Πώς επηρεάστηκε προς το τέλος το CCF από τις εξελίξεις στο εσωτερικό των ΗΠΑ; Από την έκρηξη της Αντικουλτούρας και τη μαζική αντίθεση στον Πόλεμο του Βιετνάμ; Θα μπορούσαμε να πούμε ότι σ’ αυτή την ιστορική συγκυρία, ένας τέτοιος οργανισμός θεωρήθηκε de facto αντιδραστικός;
Aκριβώς. Πρέπει να δούμε τη συγκυρία. Ήδη από τη δεκαετία του 1950, οι σχέσεις του CCF με την αμερικανική κυβέρνηση ή και τη CIA αποτελούν περίπου κοινό μυστικό. Ωστόσο, αυτό δεν απασχολεί τότε τους δημοσιογράφους, τους διανοούμενους ή την κοινή γνώμη της Δύσης – εκτός από τους κομμουνιστές. Στον υπέρτατο αγώνα ενάντια στην αυτοκρατορία του Κακού, τη Σοβιετική Ένωση, οι φιλελεύθεροι διανοούμενοι και τα media ευθυγραμμίζονται με τις ΗΠΑ. Το 1966-1967 όμως το consensus αυτό έχει διαρραγεί, και καταλυτικό ρόλο έχει παίξει ο πόλεμος του Βιετνάμ. ο πόλεμος στο Βιετνάμ κλιμακώνεται, όπως και οι μαζικές κινητοποιήσεις εναντίον της αμερικανικής συμμετοχής. Στη συγκυρία αυτή ξεσπάει το σκάνδαλο της μυστικής χρηματοδότησης και διείσδυσης της CIA σε φοιτητικές και συνδικαλιστικές οργανώσεις της αριστεράς, πανεπιστήμια, επιστημονικά ιδρύματα και φορείς, μεταξύ των οποίων και το CCF. Τα δύο αυτά θέματα, που συγκλονίζουν την αμερικανική νεολαία και διανόηση. Έτσι, η στήριξη της CIA στο CCF, που το 1950 έμοιαζε θεμιτή, ακόμα και αυτονόητη, τώρα φαντάζει σκανδαλώδης.
Τελικά, το CCF έφτασε στα όριά του και λόγω των εσωτερικών αντιφάσεών του; Και μόνο η ύπαρξη και η στελέχωσή του (προοδευτικοί άνθρωποι που υπηρετούν μια ιμπεριαλιστική κυβέρνηση, ανεξαρτήτως Δημοκρατικών-Ρεπουμπλικάνων), δεν εκφράζει την ετερογονία σκοπών και μέσων; [δεν την απάντησα αυτή]
Συνδυαστικά με τη συζήτησή μας για το CCF, θα ήθελα να δούμε λίγο και το φαινόμενο του αντιαμερικανισμού στην Ελλάδα. Γνώμη μου είναι ότι, αν και αιτιολογημένος σε μεγάλο βαθμό, είναι (ή έστω ήταν επί δεκαετίες) ολιστικός. Για παράδειγμα, στο πολιτιστικό πεδίο, κάποτε η μπάλα έπαιρνε από τον John Ford ως τον Hemingway και από εκεί ως τον Springsteen. Στον πολιτικοκοινωνικό στίβο, παραμένουν λίγο πολύ άγνωστοι οι αιματηροί αγώνες του αμερικανικού εργατικού κινήματος στις αρχές του 20ού αιώνα ή η δράση πρωτοπόρων σοσιαλιστών όπως ο Eugene Debbs. Μήπως αυτή ολιστική απόρριψη της αμερικανικής κουλτούρας εκφράζει μια «άγνοια»; Αν ναι, ποια είναι η ευθύνη της ορθόδοξης ή και της ανανεωτικής ελληνικής Αριστεράς;
Ο αντιαμερικανισμός είναι στη μεταπολεμική Ελλάδα είναι πράγματι πολύ ισχυρός και εκτεταμένος. Παραπέμπω στις δουλειές του Γιάννη Στεφανίδη, της Τζένης Λιαλιούτη και του Κώστα Κατσάπη. Και ενώ βέβαια είναι βασικό στοιχείο του λόγου και της πολιτικής της Αριστεράς, διαχέεται σε όλο τον πολιτικό φάσμα, με αιχμή το Κυπριακό και –στη μεταπολίτευση– στη στήριξη της Χούντας. Είναι εντυπωσιακό ότι ο εκπρόσωπος της ΟΝΝΕΔ, μιλώντας στην πρώτη επέτειο του Πολυτεχνείου (το αναφέρει η Τζένη Λιαλιούτη στη μελέτη της για τον αντιαμερικανισμό) λέει ότι «βροντοφωνούμε όχι στον ιμπεριαλισμό», καταλήγοντας «Ζήτω η αντιφασιστική αντιιμπεριλιαστική ενότητα»!
Και ο αντιαμερικανισμός δεν είναι μόνο πολιτικός αλλά και πολιτισμικός. Τα αμερικανικά πολιτισμικά πρότυπα βρίσκονται στο στόχαστρο πολλαπλών πυρών: των διανοητικών ελίτ (οι ΗΠΑ ως βασίλειο της Coca-Cola, των γουέστερν και της σαπουνόπερας), εκκλησιαστικών και συντηρητικών κύκλων (παντοδυναμία του χρήματος και έκλυση των ηθών), της Αριστεράς (αφελληνισμός, εκμαυλισμός και πολιτιστικός ιμπεριαλισμός).
Ο αντιμαερικανισμός είναι έντονος και διάχυτος στη χώρα μας, αυτό όμως δεν αποτελεί ελληνική ιδιοτυπία. Τον συναντάμε σε πολλές χώρες της Δυτικής Ευρώπης, κατεξοχήν στη Γαλλία και την Ιταλία, αλλά όχι μόνο. Εντελώς ενδεικτικά, στα τέλη της δεκαετίας του 1940 η γαλλική κυβέρνηση θέλει να βάλει φραγμούς στις εισαγωγές της Coca Cola («του πιο αμερικανικού πράγματος σε όλη την Aμερική», που περιέχει την «ουσία του καπιταλισμού» σε κάθε της μπουκάλι, όπως έλεγε με καμάρι ο Ρόμπερτ Γούντροφ, πρόεδρος για πάνω από εξήντα χρόνια, από το 1923 έως το 1985) της εταιρείας). Τότε εισάγεται και ο όρος Coca-Colonization, σύνθετο από τις λέξεις Coca-Cola και colonization (αποι κισμός).
Στον σαρωτικό αντιαμερικανισμό, στην Ελλάδα και αλλού, η μπάλα παίρνει πολλούς, δικαίως και αδίκως. Όχι τον Χεμινγουέι τόσο νομίζω, λόγω του Για ποιον χτυπάει η καμπάνα, αλλά πολλούς άλλους. Στον λόγο της Αριστεράς ιδίως, αλλά όχι μόνο, η Αμερική πολλές φορές εμφανίζεται ως δύναμη του κακού, ομοιόμορφα. Ας μην ξεχνάμε τις ιστορικές συνθήκες, την πόλωση, τους συσχετισμούς της εποχής. Το ίδιο βλέπουν και οι αντίπαλοι τη Σοβιετική Ένωση. Και έχει ενδιαφέρον και σημασία να δούμε τις αντιφάσεις, πώς η εικόνα αυτή εμφανίζει ρωγμές όχι μόνο λόγω των καταναλωτικών προϊόντων ή των φιλμ του Χόλυγουντ, αλλά και της τζαζ. Όταν έρχεται ο Ντίζυ Γκιλέσπι στην Αθήνα, το 1965, η νεολαία πλημμυρίζει τους χώρους όπου δίνει συναυλίες. Και μπορεί οι ίδιοι νέοι, τις ίδιες μέρες, να μετέχουν σε μαζικές διαδηλώσεις για το Κυπριακό φωνάζοντας συνθήματα κατά των ΗΠΑ και του ιμπεριαλισμού. Αλλά ο αντιαμερικανισμός είναι ένα μεγάλο θέμα, τα παραπάνω τα είπα απλώς ως νύξεις.

info: Ο Στρατής Μπουρνάζος είναι ιστορικός (γεν. 1969). Έχει ασχοληθεί με την ελληνική εκπαίδευση, το στρατόπεδο της Μακρονήσου, τον αντικομμουνισμό και τον Πολιτισμικό Ψυχρό Πόλεμο. Ήταν τακτικός συνεργάτης του περιοδικού Ο Πολίτης και της εφημερίδας Η Εποχή, καθώς και υπεύθυνος του ενθέτου ιδεών «Ενθέματα» της κυριακάτικης Αυγής. Δουλεύει ως επιμελητής βιβλίων στο Ίδρυμα της Βουλής. Με το ψευδώνυμο Στράτος Μπουλαλάκης έχει γράψει, μαζί με τον «Ξένο Μάζαρη», την «κοινωνική μυθ-ιστορία» Ο πάγος ή πώς να απολαμβάνετε τα αγαθά του καπιταλισμού χωρίς να χάνετε από τα μάτια σας το στρατηγικό όραμα της αταξικής κοινωνίας (Καστανιώτης, 1998· α΄ έκδ.: Φουρεούρογλου, Κάιρο 1883). Από τις εκδόσεις Πόλις κυκλοφορεί η συζήτησή του με τον Σταύρο Ζουμπουλάκη (Έντεκα συναντήσεις, 2020).
Στρατής Μπουρνάζος, Η ιστορία μιας ματαίωσης. Το CCF και ο πολιτισμικός ψυχρός πόλεμος στην Ελλάδα (1950-1967), Εκδόσεις Αντίποδες, 2024
![]()


























