Στα όρια της γραφής – οι περιπέτειες του Δον Υπαστυνόμου από τη Μάντσα (του Μάνου Κουμή)

0
453

 

του Μάνου Κουμή 

Στον απόηχο του επαναστατικού κύματος που σάρωσε την Ευρώπη στα μέσα του 19ου αιώνα, ο Ρώσος συγγραφέας Ιβάν Τουργκένιεφ εύστοχα παρατηρούσε ότι ο νεωτερικός ψυχισμός άγεται από δύο αντικρουόμενες ροπές: η πρώτη, συνώνυμη της αέναης αναζήτησης της Ιδέας, της σαγηνευτικής γοητείας του ανεξερεύνητου και της ουτοπίας επί της γης⸱ η δεύτερη, ταυτόσημη με το αναλυτικό πνεύμα, την επίπονη λειτουργία της αυτοανάλυσης και της αποθηρίωσης.[i] Κοινή συνισταμένη και των δύο, η εξάντληση του Εγώ και η εξουθένωση του Cogito. Έτσι, στην αυγή του νεωτερικού πνεύματος στις αρχές του 17ου αιώνα, δύο έργα εξέφραζαν ταυτόχρονα την ανανεωτική δύναμη της αστικής κοσμοθεωρίας, παράλληλα όμως, προοικονομούσαν τους κινδύνους και τις καταστροφές που το νέο σύστημα αξιών έμελλε να μοιράσει στην ανθρωπότητα, όπως τραγικά φάνηκε με τις καταστροφές των δύο παγκοσμίων πολέμων κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα: ο Δον Κιχώτης και ο Άμλετ φαίνεται να είναι τα φαντάσματα που πλανώνται πάνω από τη Δύση, εδώ και τέσσερεις αιώνες.

Στην παραπάνω θέση στέκεται στοχαστικά το νέο μυθιστόρημα του Δημήτρη Καρακίτσου ο Δον Υπαστυνόμος, όπου οι σουρεαλιστικές περιπέτειες των ηρώων του, αφενός, φέρουν το ανάλογό τους στο κόσμο του Θερβάντες⸱ αφετέρου, όπως θα το ήθελε o Μπόρχες,[ii] μετουσιώνονται σε νέο περιβάλλον, σύμφωνα με τις αρχές και τις συμβάσεις ενός σύγχρονου αστυνομικού μυθιστορήματος.  Έτσι, σε τόπο και χρόνο που στέκονται στο μεταίχμιο  μεταξύ πραγματικότητας και μη, ήρωες με ονόματα που έλκουν την καταγωγή τους από μέρη και χρόνους μαγικούς ή απλώς μυθιστορηματικούς αναμετρώνται, δημιουργώντας σχέσεις συμφέροντος και αντιζηλίας, ειλικρίνειας και ψεύδους, ανταγωνισμού και εξουσίας, με αφορμή, όπως το θέλει η δομή των αστυνομικών ιστοριών από τον Πόε μέχρι τον Τσάντλερ, την εξιχνίαση ενός φόνου. Πιο συγκεκριμένα, η ιστορία διαδραματίζεται στα μέσα της δεκαετίας του 1940 σε μία κωμόπολη της Μάντσας, όπου και δολοφονούνται ένας ιδιόρρυθμος νεόπλουτος με τον ιπποκόμο του, ήρωες που ακούνε στα ονόματα  Τίο Αρμελίνο και Γκαουσταφάν, αντίστοιχα. Ο Αστόλφος, ύστερα από προτροπή του επικρατέστερου ενόχου Ιαβέρη,  αναλαμβάνει την λύση του μυστηρίου, ως σύγχρονος Δον Κιχώτης, καταφεύγοντας στη μελέτη αστυνομικής λογοτεχνίας, απαλύνοντας το ακόρεστό του πάθος να βιώσει τη ζωή και τις εμπειρίες των ιδιωτικών ντετέκτιβ.

H υποβολή των ηρώων σε ένα σύγχρονο σκηνικό, αυτό του Β΄ΠΠ – βαρύνουσας σημασίας για τη συλλογική μνήμη – αναμειγμένα με στοιχεία αλλόκοτα και παράδοξα από κόσμους μαγικούς και παραμυθένιους, πόρρω απέχει από το να είναι μία αποκλειστικά στιλιστική επιλογή. Αντίθετα, φόρμα και περιεχόμενο στο έργο του Καρακίτσου αποτελούν καυστικό σχόλιο για τη σύγχρονη ελληνική και ευρωπαϊκή πραγματικότητα. Γιατί, αν το φανταστικό στοιχείο στη λογοτεχνία μέχρι και τον 19ο αιώνα εισέβαλλε στην πραγματικότητα για να διασαλεύσει τα θεμέλιά της, στη νεότερη εκδοχή του συμβάλλει στην αναδιοργάνωση των φαινομένων της: τίποτα δεν είναι αυτό που φαίνεται και τα πάντα καλούνται να διερευνηθούν. Έτσι, οι ήρωες του Καρακίτσου έρχονται αντιμέτωποι με τον εφιάλτη της αιτιοκρατίας, χωρίς να βάλλονται εναντίον της. Δεν είναι τυχαίο ότι καμία σχέση δεν ευδοκιμεί, ενώ όλες εκκινούν από εξουσιαστικά κίνητρα και στηρίζονται σε ιδιοτελή συμφέροντα. Οι μηχανισμοί ψεύδους, τα ρητορικά τεχνάσματα και οι απατηλές υποσχέσεις κινούν τα νήματα της ιστορίας, ενώ οι ήρωες φαίνονται απρόθυμοι να αμφισβητήσουν την πραγματικότητα. Αντίθετα, την αναλύουν και μαγεμένοι απέναντί της οδηγούνται σε κωμικοτραγικά αποτελέσματα.

Πίσω, λοιπόν, από τις αλλεπάλληλες περιπέτειες εκκεντρικών χαρακτήρων κρύβεται η αλλοτρίωση της σύγχρονης εποχής. Το σχόλιο του παντογνώστη αφηγητή δεν αφήνει περιθώρια αμφιβολίας: «Τι κρίμα! Έζησε σαν ξένος, κυνηγώντας τη σκιά των ονείρων του, όνειρα σαν διαδοχικοί παφλασμοί τετηγμένου μετάλλου στον κυματοθραύστη, κύματα στιλπνά, καθάρια, που θα τσάκιζαν την αλλοτρίωση ( ναι, την αλλοτρίωση!) λίγο πριν το αμετάκλητο τέλος. Είχε αλλοτριωθεί ο Αστόλφος από την κοινωνία μας, τον εαυτό του γύρευε στα βιβλία, όπως κι εμείς. Γι’ αυτό και δέχτηκε να θυσιαστεί».[iii] Ένας αλλοτριωμένος κόσμος, λοιπόν, φέρει τη σφραγίδα του στο προγεγραμμένο μέλλον των ηρώων του, παραδοχή που αποτυπώνεται και στους αφηγηματικούς τρόπους που επιλέγει ο Καρακίτσος: στην παρελθοντική και παροντική αφήγηση, πλέον και ευφυώς, προστίθεται η προληπτική, ενώ ο Αστόλφος ως σύγχρονος Οιδίποδας, φαίνεται να πληροφορείται το αμετάκλητο της μοίρας του από τη σύγχρονη σφίγγα ενός εμπορευματοποιημένου καπιταλισμού, που δεν είναι άλλη από ένα ευτελές μηχάνημα αστρολογίας οπλισμένο με ένα αδηφάγο κερματοδέκτη.

Αν με την καινοτόμα αφηγηματική τεχνική ο Καρακίτσος καταφέρνει να σχολιάσει τη διασάλευση των ποιοτήτων του χώρου και του χρόνου, η ιδιαίτερη χρήση της γλώσσας από τον συγγραφέα   κατορθώνει να προσφέρει στον αναγνώστη τον μίτο που θα τον οδηγήσει πέρα από τους έκκεντρους κύκλους της εξουθένωσης, της αλλοτρίωσης και της ματαιότητας. Όπως παρατηρούσε ο Benjamin για τους σουρεαλιστές, για τους οποίους το Μια εποχή στην Κόλαση φαίνεται να μην κρύβει πλέον κάποιο μυστικό, καθώς αποτελούσε για τη νέα γενιά την ληξιαρχική πράξη την οποία προϋπέθεταν, έτσι και εδώ ο αναγνώστης έρχεται αντιμέτωπος με μια γλώσσα έτοιμη σαν από καιρό: βαθύτατα ποιητική, ρέουσα, κεντημένη πολλές φορές με ομοιοκαταληξίες, ειρωνική, αυτοαναφερόμενη, δεικτική και στοχαστική.[iv] Η γλώσσα είναι αυτή που τελικά μετατρέπει τις περιπέτειες του Αστόλφου σε ένα υπέροχο τραγούδι, και εμάς τους αναγνώστες σε ακροατές. Μα τότε, επιστρέφοντας στον Μπόρχες, αν οι ήρωες μπορεί να είναι αναγνώστες και ακροατές των κατορθωμάτων τους, τότε και εμείς μπορεί να είμαστε μυθιστορηματικοί ήρωες.

Όπως το ήθελαν κριτικοί και θεωρητικοί της λογοτεχνίας που το έργο τους κυοφορήθηκε σε περιόδους κρίσης και έντονου μετασχηματισμού, από τον T. S. Eliot και τον Benjamin μέχρι τον Harold Bloom, δεν είναι μονάχα το παρελθόν που προοικονομεί και σχηματίζει το μέλλον. Ισχύει και το αντίστροφο: το παρελθόν αλλάζει με κάθε καινούριο έργο, το παρόν μετασχηματίζει το παρελθόν.[v] Ο Δον Υπαστυνόμος του Δημήτρη Καρακίτσου είναι ένα μυθιστόρημα ανοιχτό, που συνομιλεί κριτικά με  πλήθος παρελθοντικών έργων, προσκαλώντας, παράλληλα, τον αναγνώστη σε δημιουργικό παιχνίδι επανεγγραφών και πολλαπλών αναγνώσεων. Αποτελεί ένα απαιτητικό αλλά όμορφο τραγούδι, το οποίο ο μελλοντικός  μεταφραστής οφείλει να μεταφέρει και πέρα από τα εγχώρια σύνορα.

 

 

[i] Ιβάν Τουργκιένιεφ, Άμλετ και Δον Κιχώτης, πρόλογος και μετάφραση από τα ρωσικά: Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης, Αρμός, 2004.

[ii] Γιώργος Πινάκουλας, «Οι σουρεαλιστικές περιπέτειες του υπαστυνόμου Αστόλφου ντε λα Μάντσα», PANDORA.WORDPRESS.COM, (1.1.2021) https://pantodapa.wordpress.com

iii]Δημήτρης Καρακίτσος, Ο Δον Υπαστυνόμος. Ένα σουρεαλιστικό αστυνομικό μυθιστόρημα, Αντίποδες, 2020, σ. 246.

[iv] Walter Benjamin, Για το έργο τέχνης. Τρία Δοκίμια, πρόλογος-μετάφραση-σχόλια: Αντώνης Οικονόμου, επίμετρο: Jurgen Habermas, Πλέθρον, 2015, σ.62.

[v] Τ. Σ. Έλιοτ, Δεν είναι η ποίηση που προέχει. Δοκίμια για την ποίηση και τους ποιητές, μετάφραση-σχόλια: Στέφανος Μπεκατώρος, Πατάκη, 2003. Harold Bloom, Η αγωνία της επίδρασης. Μια θεωρία για την ποίηση, επίμετρο: Paul de Man, εισαγωγή, μετάφραση, σημειώσεις: Δημήτρης Δημηρούλης, Άγρα: 1989.

 

 

info: Δημήτρης Καρακίτσος, Ο Δον Υπαστυνόμος. Ένα σουρεαλιστικό αστυνομικό μυθιστόρημα, Αντίποδες, 2020.

Βρες το εδώ

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here